14/09/14 ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΟ: ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΑΝΤΑΡΤΟΟΜΑΔΩΝ ΤΗΣ ΣΑΝΤΑΣ

Η έξοδος των Ποντίων

Μακριά από την πολιτική εκμετάλλευση των «εθνικών γενοκτονιών» από τους οπαδούς του «ανθρωπισμού μόνο για Ελληνες», το ζήτημα είναι να σκύψουμε στις πηγές και να μελετήσουμε την πραγματική Ιστορία.
      Pin It

 

Η ποινικοποίηση της «κακόβουλης άρνησης» των «γενοκτονιών» των Ελλήνων του Πόντου και της Μικρασίας είναι πλέον γεγονός (Ν.4285 της 10.9.2014). Τι σημαίνει όμως «κακόβουλη» και σε ποιο βαθμό αυτή η απαγόρευση θα λειτουργήσει λογοκριτικά για την ιστορική έρευνα της ταραγμένης εκείνης εποχής; Απαντώντας στις σχετικές αιτιάσεις της αντιπολίτευσης, ο υπουργός Δικαιοσύνης επέμεινε πως η διατύπωση του επίμαχου άρθρου, και κυρίως η ρητή εξάρτηση της ποινικοποίησης από την εκδήλωση της άρνησης «κατά τρόπο που μπορεί να υποκινήσει βία ή μίσος ή ενέχει απειλητικό ή υβριστικό χαρακτήρα» κατά της θιγόμενης ομάδας (ή έστω κι ενός μέλους της), αποκλείει εκ των πραγμάτων κάθε τέτοια εφαρμογή. Απομένει να δούμε στην πράξη κατά πόσον οι υφιστάμενοί του εισαγγελείς και δικαστές θα λάβουν υπόψη αυτές τις ασφαλιστικές δικλίδες.

 

Σε αντίθεση με τη βιομηχανικά οργανωμένη εξολόθρευση Εβραίων, Τσιγγάνων, ομοφυλόφιλων κι άλλων «υπανθρώπων» στα ναζιστικά στρατόπεδα εξόντωσης, αλλά και με την εξίσου καθολική σφαγή των Αρμενίων το 1915-16, οι διωγμοί τόσο των Ποντίων όσο και των υπόλοιπων Ελλήνων της Μικρασίας παρουσιάζουν τέτοια ανισομέρεια από περιοχή σε περιοχή, όσον αφορά την έκταση και την έντασή τους, ώστε να έχουν διατυπωθεί εύλογες αμφισβητήσεις του χαρακτηρισμού τους ως «γενοκτονίας». Η ανάγνωση των τριών τόμων με μαρτυρίες προσφύγων που έχει εκδώσει το καθ’ ύλην αρμόδιο Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών, με τον γενικό τίτλο «Εξοδος», είναι αρκετά διαφωτιστικές γι’ αυτήν τη διαφοροποιημένη αντιμετώπιση: αλλού (στις πολεμικές κυρίως ζώνες) οι ελληνορθόδοξοι πληθυσμοί πέρασαν διά πυρός και σιδήρου, ενώ αλλού (στα ενδότερα της Μικρασίας κι ένα μέρος του Πόντου) υπέστησαν απλώς μια σειρά κατασταλτικά μέτρα, επώδυνα μεν αλλά συνηθισμένα σε παρόμοιες περιπτώσεις, τα οποία κυμαίνονταν από την απλή εκτόπιση μέχρι τη διάχυτη βία των επίσημων και παρακρατικών σωμάτων καταστολής. Εμπειρία ριζικά διαφορετική, δηλαδή, από τη συγκεντρωτικά διευθυνόμενη εξόντωση όλων σχεδόν των αρμενικών κοινοτήτων της Τουρκίας μέσα σε λίγους μήνες.

 

 

Εύγλωττο τεκμήριο γι’ αυτήν τη ρευστότητα αποτελεί και η πρωτογενής πηγή που παρουσιάζουμε σήμερα: το εκτενές ημερολόγιο των ελληνικών ανταρτοομάδων της Σάντας, της μοναδικής ελληνόφωνης περιοχής του Ανατολικού Πόντου που το 1921-22 βρέθηκε στο επίκεντρο των κεμαλικών διώξεων. Συνταγμένο από τον Κωνσταντίνο Κουρτίδη, αδερφό και συμπολεμιστή του αρχηγού των ανταρτών, καπετάν Ευκλείδη, το ημερολόγιο παραδόθηκε το 2005 από τους απογόνους τους στο ποντιακό σωματείο «Παναγία Σουμελά», από το οποίο και εκδόθηκε το 2007, δίχως ν’ αξιωθεί μέχρι σήμερα την προσοχή που του αξίζει. Κι όμως, είναι η πρώτη συστηματική ημερολογιακή καταγραφή των πεπραγμένων ελληνοποντιακής ανταρτοομάδας που έρχεται στην επιφάνεια. Αποτυπώνοντας, όπως θα δούμε, όλη την πολυπλοκότητα των δραματικών γεγονότων της εποχής, σε πείσμα της όποιας μονοσήμαντης ανάγνωσής τους.

 

Ο πόλεμος

 

Το ημερολόγιο ξεκινά με τη συνοπτική περιγραφή του χώρου: ορεινή περιοχή στα ΝΑ της Τραπεζούντας, αποτελούμενη από επτά οικισμούς, «η Σάντα ήτο άγονος» και οι κάτοικοί της «ησχολούντο με την κτηνοτροφίαν και την καλλιέργειαν της πατάτας και ολίγων λαχανικών προς ιδίαν των χρήσιν», κυρίως όμως έφευγαν ως εποχικοί μετανάστες «εις την Ρωσίαν, την Αμερικήν και αλλαχού» (σ. 17). Σύμφωνα με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, στις παραμονές του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου (1914) κατοικούσαν εκεί συνολικά 4.810 Ελληνορθόδοξοι («Μαύρη Βίβλος», Κωνσταντινούλη 1919, σ. 402).

 

Η πρώτη εγγραφή του ημερολογίου αφορά την κατάρρευση του μετώπου: «Οταν τον Απρίλιον του 1916 οι Ρώσοι κατέλαβαν την Τραπεζούντα», διαβάζουμε, «ελευθερώθη η Σάντα εκ του τουρκικού ζυγού και άρχισαν οι ξενιτευμένοι Σανταίοι να φθάνουν στα χωριά τους. Και επειδή λόγω του πολέμου υπήρχαν δουλειές πολλές, γνωρίζοντες οι Σανταίοι την γλώσσαν εκέρδιζαν πολλά λεφτά και η ζωή τους εκαλλιτέρευσε κατά πολύ και το κυριώτερον είχαν ελευθερία» (σ. 18). Η κατάσταση άλλαξε άρδην μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917 και την αποχώρηση των Ρώσων, οπότε «εγένοντο συστάσεις εις τα ελληνικά χωριά, όπως οργανωθούν και εν καιρώ να είναι έτοιμοι» να υποδεχθούν τους στρατούς των νεοσύστατων εθνικών δημοκρατιών του Καυκάσου. Ο εξοπλισμός των κατοίκων έγινε από αποθήκες που εγκατέλειψαν οι Ρώσοι στην Τραπεζούντα. Στη Σάντα, γενική συνέλευση στις 15/12/1917 κατέληξε στη συγκρότηση τοπικής πολιτοφυλακής από 180 ενόπλους, με σκοπό την αντίσταση «σε κάθε εισβολήν ή επιδρομήν των Τούρκων», μετά την επανεπιβολή της οθωμανικής κυριαρχίας (σ. 18). Ο Ευκλείδης Κουρτίδης ήταν ένας από τους δύο οπλαρχηγούς του χωριού Ισχανάντων (σ. 19).

 

Η δράση της πολιτοφυλακής υπήρξε τελικά βραχύβια. Στις 19/12 η ομάδα των Κουρτίδηδων λήστεψε Τούρκους εμπόρους που πουλούσαν τρόφιμα στα χωριά, μαχαιρώνοντας τρεις απ’ αυτούς, ως «αντίποινα» για τη ληστεία που είχαν υποστεί την προηγουμένη κάποιοι Σανταίοι από άσχετη μουσουλμανική συμμορία (σ. 19). «Εκτοτε οι Τούρκοι δεν ήρχοντο στην Σάντα αλλά ούτε κι εμείς κατεβαίναμε στα χωριά τους» (σ. 20). Στις 15/1/1918 συνελήφθη μια Τουρκάλα με το παιδάκι της, με την κατηγορία της κατασκοπίας˙ ανακρίθηκαν, ομολόγησαν, «εξυλοκοπήθησαν γερά και αφέθησαν ελεύθεροι». Δέκα μέρες αργότερα σημειώθηκε η πρώτη ένοπλη αναμέτρηση με μουσουλμανική συμμορία, με θύματα 3 κατοίκους (σ. 20).

 

Η πρώτη αυτή φάση θα κλείσει στις 18 Φεβρουαρίου, με την άφιξη αντιπροσωπείας του μητροπολίτη Τραπεζούντας Χρύσανθου κι ενός Τούρκου αξιωματικού, επιφορτισμένων με τον ανώδυνο αφοπλισμό των κατοίκων (σ. 21-2). Σε παρόμοιο διάβημα προέβη και ο Ροδοπόλεως Κύριλλος, στη δικαιοδοσία του οποίου υπαγόταν τυπικά η Σάντα, μολονότι «τον καιρόν εκείνον ευρίσκετο εν διαστάσει με τους Σανταίους, οίτινες ούτε τον ανεγνώριζον ούτε τον επλήρωναν» (σ. 25). Ως αποτέλεσμα των διαβουλεύσεων, στις 4/3 εγκαταστάθηκε στην περιοχή απόσπασμα χωροφυλακής μ’ επικεφαλής τον ελληνόφωνο αξιωματικό Ισμαήλ Χακή από τα Γιάννενα, που απομάκρυνε αμέσως τους ένοπλους μουσουλμάνους από τα πέριξ (σ. 27). Την επομένη βγήκαν από την παρανομία οι τελευταίοι πολιτοφύλακες που είχαν καταφύγει για λόγους ασφαλείας στα δάση. Στη χωροφυλακή παρέδωσαν μόνο «κάτι άχρηστα» όπλα, κρύβοντας τα υπόλοιπα καθώς «στους Τούρκους δεν υπήρχε εμπιστοσύνη» (σ. 28-9).

 

Επί ένα πεντάμηνο, ο Γιαννιώτης αξιωματικός θα προσπαθήσει να επιβάλει με σιδερένια πυγμή τη δημόσια τάξη, χωρίς διάκριση μεταξύ χριστιανών και μουσουλμάνων. «Ετρομοκρατούσε και απειλούσε τους Σανταίους» για να τους αφοπλίσει, σημειώνει ο Κουρτίδης, αλλά ταυτόχρονα «εφέρετο και πολύ καλώς προς αυτούς και τους επροστάτευε από τους Τούρκους και ως εκ τούτου οι Σανταίοι ήσαν ευχαριστημένοι απ’ αυτόν, διότι αι περιστάσεις ακριβώς τέτοιον αξιωματικόν ήθελον να γλιτώση τον κόσμον» (σ. 31-2). Μεταξύ άλλων, αρνείται να λάβει υπόψη τις «συκοφαντίες» των μουσουλμάνων της γύρω περιοχής, πως οι Σανταίοι -και δη οι Κουρτίδηδες- «εν καιρώ Ρωσίας τους ελήστευαν και εσκότωναν Τούρκους» (σ. 29-30). Ακόμη φιλικότερος αποδεικνύεται ο Αραβας στρατιωτικός διοικητής Μινίπ εφέντης, που στέλνεται στην περιοχή τον Μάιο, μετά τον φόνο από μουσουλμάνους ληστές δέκα Ελλήνων χωρικών που επέστρεφαν από την Τραπεζούντα φορτωμένοι με τρόφιμα (σ. 32-3), αγαθά πολύτιμα καθώς τα χωριά μαστίζονταν από την πείνα (σ. 30). «Επειδή ήτο εγγράμματος και Αραψ την καταγωγήν, εμισούσε πολύ τους εντόπιους Τούρκους και τους εβασάνιζε. Μαθών τα τελευταία γεγονότα της Σάντας μας συνεβούλευε και μας παρώτρυνε να κάνωμε κι εμείς τα ίδια εις τους Τούρκους προς εκδίκησιν» (σ. 34). Μαζί με ένοπλους Σανταίους καταδιώκει τους μουσουλμάνους ληστές αλλά και αρπάζει ζώα που μεταφέρονται στην Τραπεζούντα. Η τελευταία αυτή δραστηριότητα θα του στοιχίσει τη θέση του, μετά από καταγγελίες των Τούρκων παθόντων στις κεντρικές αρχές (σ. 34-5). Τον Ιούλιο, ο ακριβοδίκαιος Χακή θ’ αντικατασταθεί κι αυτός από έναν αξιωματικό που ανέχεται τις μουσουλμανικές συμμορίες και «συκοφαντίες» (σ. 37-8). Τον Αύγουστο, ο Ευκλείδης Κουρτίδης περνά ξανά στην παρανομία, για λόγους ασφαλείας αλλά και λόγω της πίεσης ν’ αποπληρώσει στον Σεΐτ αγά της γειτονικής Γεμουράς χρεόγραφα 200 λιρών που ο πατέρας του είχε καταναγκαστικά υπογράψει (σ. 38-9). Στις 4/9 βγαίνει στο κλαρί κι ο αδερφός του Κωνσταντίνος (σ. 39-40). Πρώτη ενέργεια της ανταρτοομάδας είναι η αρπαγή ζώων «διά να έχουν τα προς το ζην» (σ. 38).

 

Το αντάρτικο

 

Την επόμενη τριετία, εποχή ανάπτυξης του ποντιακού αντάρτικου κατά την κυρίαρχη ιστοριογραφία, οι αδελφοί Κουρτίδη και οι σύντροφοί τους πηγαινοέρχονται μεταξύ νομιμότητας και παρανομίας, με διαδικασίες που θυμίζουν περισσότερο τον παραδοσιακό κόσμο των κλεφτών της Ανατολής παρά ένα σύγχρονο εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα. «Κλαρί» μάλλον παρά «αντάρτικο», με τους εκτός νόμου να επιδίδονται κυρίως σ’ ενέργειες αυτοάμυνας, βιοπορισμού και (σπανίως) ανταποδοτικής δικαιοσύνης σε βάρος τοπικών τυράννων – όπως του καταπιεστικού Ισεΐν Τσιποτασίογλου, που σκοτώθηκε στις 8/7/1919 καθ’ υπόδειξη του ηγουμένου της Μονής Βαζελώνος (σ. 65-8). Τα διαστήματα της παρανομίας διακόπτονται τακτικά από περιόδους νομιμότητας, με διαδοχικές αμνηστίες ύστερα από διαπραγματεύσεις με τις εκκλησιαστικές και πολιτικές αρχές.

 

Η πρώτη φάση παρανομίας κράτησε έναν ολόκληρο χρόνο, γεμάτο κοσμοϊστορικά γεγονότα: συνθηκολόγηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, απόβαση βρετανικών αγημάτων στην Τραπεζούντα (σ. 49), προέλαση του ελληνικού στρατού στη δυτική Μικρασία. Η αλλαγή του συσχετισμού είναι προφανής: τον Ιούνιο του 1919 οι αντάρτες μαθαίνουν «από παντού ότι όλα τα τουρκικά χωριά είναι τρομοκρατημένα, φοβούμενα μήπως τους κάψωμε. Και πολλοί θέλουν να πιάσουν φιλίες μαζί μας και μας στέλνουν τρόφιμα, για να μην τους πειράξωμε» (σ. 69). Κάποιοι, μάλιστα, ζητούν από τον πατέρα Κουρτίδη «να τους δώση από μίαν απόδειξιν, περνώντας από τους δρόμους να μη τους πειράξουμε» (σ. 71).

 

Η επιβολή της ομάδας ήταν μάλλον αναντίστοιχη προς τα πραγματικά της μεγέθη, καθώς αποτελούνταν από 20 μόλις άτομα (σ. 70). Η συντήρησή της γινόταν κυρίως με αρπαγές ζώων ή άλλων τροφίμων από μουσουλμάνους, αλλά και με χρήματα που τους έστελνε η «Ελληνική Εθνική Ενωσις» της Τραπεζούντας – ένα «είδος Φιλικής Εταιρείας» υπό την ηγεσία του μητροπολίτη, του διευθυντή της τοπικής εφημερίδας «Εποχή» «και μερικών άλλων» (σ. 44, 64-5 & 69). Ανεκπλήρωτες υποσχέσεις για όπλα και ρουχισμό θα λάβουν, μέσω τρίτων, κι από τον κυβερνήτη του παρεπιδημούντος ελληνικού αντιτορπιλικού «Βέλος» (σ. 63). Η επιθετική δραστηριότητά τους περιορίζεται σε κάποιες τυφλές αντεκδικήσεις για τους φόνους χριστιανών από μουσουλμανικές συμμορίες (σ. 59-60), σε απραγματοποίητα σχέδια καταστροφής τουρκικών χωριών (σ. 48) και ζωοκλοπές μεγάλης κλίμακας. Μετά την αρπαγή 400 προβάτων από το παρχάρι του Σουλεϊμάν Κάλφα (11/8/19), σημειώνει ο Κουρτίδης, «το λημέρι μας μετεβλήθη σχεδόν εις αγοράν, διότι από πρωίας μέχρι νυκτός άνδρες, γυναίκες και παιδία ήρχοντο, εφορτώνοντο κρέας και έφευγαν δια τα χωριά» (σ. 71). Βασικοί σύνδεσμοι και τροφοδότες τους είναι πάντως δυο Τούρκοι, ο Ισμαήλ Τσιλόγλου και -ιδίως- ο Αλή Χαλίλογλου, που θα τους μείνει πιστός μέχρι τέλους. Παροπλισμένες από τη γενικότερη συγκυρία, οι οθωμανικές αρχές επιδεικνύουν πάλι αυτοσυγκράτηση: τον Σεπτέμβριο του 1918 ο στρατός αφοπλίζει και διαλύει τα άτακτα στίφη που ετοιμάζονταν να εισβάλουν στη Σάντα με πρόσχημα την καταστολή της «ανταρσίας» (σ. 43), τον Μάρτιο εξαγγέλλεται αμνηστία (σ.55), τον Μάιο ο καϊμακάμης διαπραγματεύεται με τους Κουρτίδηδες στη Μονή Σουμελά (σ. 61) και στις 5/9/1919 η ανταρτοομάδα νομιμοποιείται, διατηρώντας τα όπλα της βάσει συμφωνίας με τον περιφερειακό χιλίαρχο (σ. 73-4). Η κλίμακα της βίας ήταν ακόμη μικρή, σε αντίθεση με την πολύνεκρη επιδημία ισπανικής γρίπης των τελευταίων μηνών του 1918 (σ. 48).

 

Ο επόμενος κύκλος παρανομίας ξεκινά στις 12 Ιουνίου 1920, μετά την αποκάλυψη του καθοδηγητικού ρόλου των Κουρτίδηδων στην αιματηρή ληστεία ενός τούρκικου καραβανιού με φουντούκια (σ. 82-3). Στο μεσοδιάστημα, οι πρώην αντάρτες οργάνωναν ζωοκλοπές στα πέριξ «με παιδιά που δεν γνώριζαν οι Τούρκοι», διασφαλίζοντας ταυτόχρονα για τον εαυτό τους το άλλοθι (σ. 74-7). Στις αναμετρήσεις τους με τους μουσουλμάνους συμμορίτες διέθεταν επιπλέον την υποστήριξη του στρατού, που καταδίωκε τους τελευταίους απηνώς˙ τον Οκτώβριο του 1919, λ.χ., στρατιώτες «εσκότωσαν δύο Τούρκους διά ραβδισμών» (σ. 78). Σοβαρότερο πρόβλημα αποτελούσε η τάση των Ελλήνων ανταρτών της γειτονικής Γαλλίαινας να φορτώνουν στους Σανταίους δικές τους ληστείες, αξιοποιώντας τις προσβάσεις τους στη Δικαιοσύνη (σ. 77-82). Η στάση αυτή των αρχών ερμηνεύεται κυρίως ως αντανάκλαση της προέλασης του ελληνικού στρατού στη Μικρασία και του συνακόλουθου φόβου ευρωπαϊκής ή ελληνικής στρατιωτικής κατοχής (σ. 80). Σημαντικό ρόλο έπαιζαν επίσης οι ενδομουσουλμανικές συγκρούσεις, με τις αντιμαχόμενες παρατάξεις να προτείνουν στους Κουρτίδηδες συμμαχία κατά των αντιπάλων τους (σ. 80-1). Αλληλοσκοτωμός σημειώθηκε όμως και μεταξύ Ελλήνων ανταρτών, για τη διαχείριση των «ουχί ευκαταφρόνητων» χρηματικών ποσών «που τους έστελνε εκ Τραπεζούντος η “Ενωσις Γαλλιανιτών”» (σ. 81). Η έξοδος των Κουρτίδηδων στην παρανομία θ’ αντιμετωπιστεί, αντίθετα, με πυγμή – κι απειλές προς τους Σανταίους, «ότι θα τους κάνουν όπως και τους Αρμενίους αν δεν συμμορφωθούν» (σ. 86). Τελικά, με μεσολάβηση του μητροπολίτη Ροδοπόλεως οι αντάρτες «νομιμοποιούνται» στις 8 Αυγούστου, αποσπώντας επίσημες άδειες οπλοφορίας (σ. 87-9).

 

Η καταστροφή

 

Η προέλαση του ελληνικού στρατού προς την Αγκυρα και ο πανικός που προκαλεί η εμφάνιση του ελληνικού πολεμικού ναυτικού στα παράλια του Πόντου το καλοκαίρι του 1921 (σ. 100) θα σημάνουν την αρχή του τέλους γι’ αυτήν τη χαώδη μεσοβασιλεία –αλλά και για την ίδια την κοινότητα. Ηδη τον Δεκέμβριο του 1920 οι αρχές είχαν κηρύξει επιστράτευση των χριστιανών, με αποτέλεσμα να καταφύγουν στη Σάντα πολλοί φυγόστρατοι της Τραπεζούντας (σ. 91-2). Τον Μάρτιο, γενική συνέλευση αποφάσισε την επιβολή ειδικής φορολογίας για τη συντήρηση των ανταρτών, αναθέτοντας στους ίδιους τη σύνταξη του σχετικού καταλόγου. Αντέδρασαν μόνο οι κάτοικοι του μεγαλύτερου και πλουσιότερου χωριού (Πιστοφάντων), που δεν είχαν βγάλει αντάρτες και στήριζαν την αυτοάμυνά τους σ’ ένα σώμα επήλυδων Αρμενίων (σ. 93-4). Η συλλογή των χρημάτων θα συνοδευτεί από τον φόνο ενός κατοίκου που διαμαρτυρήθηκε στις τουρκικές αρχές (σ. 93-5). Ακόμη και τον Ιούνιο οι τελευταίες στέλνουν πάντως στους Κουρτίδηδες πυρομαχικά, σε αντικατάσταση των φυσιγγίων που «έκαψαν» ως αρματολοί για την καταστολή της ζωοκλοπής (σ. 97).

 

Η δραματική ανατροπή θα έρθει στις αρχές Σεπτεμβρίου, με την ξαφνική κατάληψη της περιοχής από ισχυρές δυνάμεις στρατού, την εκτόπιση όλων των κατοίκων και τη συστηματική καταστροφή των χωριών (σ. 102-7). Το μέτρο δεν έκανε εξαίρεση ούτε για τους «νομιμόφρονες» κατοίκους των Πιστοφάντων, οι οποίοι όμως εκτοπίστηκαν «σαν προνομιούχοι», δίχως βία και παίρνοντας μαζί τα βοοειδή τους (Νυμφόπουλος 1953, σ. 345-7). Οι αντάρτες πρόλαβαν να μεταφέρουν στο δάσος μερικές εκατοντάδες γυναικόπαιδα, κάτω από δραματικές συνθήκες (βλ. δίπλα)˙ στις αρχές Οκτωβρίου, τα περισσότερα κατέβηκαν κρυφά ως πρόσφυγες στην Τραπεζούντα (σ. 109) κι ακολούθησαν τα υπόλοιπα στις αρχές Ιανουαρίου (σ. 119). Τους επόμενους μήνες, γυναίκες των ανταρτών -ακόμη και η σύζυγος του Ευκλείδη- πηγαινοέρχονται ανάμεσα στην πρωτεύουσα του βιλαετίου και την ενδοχώρα, μεταφέροντας τρόφιμα «προς πώληση» (σ. 120). Τον Φλεβάρη του 1922, η παρουσία τους στην πόλη καταδόθηκε στις αρχές από κάποιες συγχωριανές τους που πιάστηκαν στη Γαλλίαινα, «ειδοποιηθέντες εγκαίρως», πρόλαβαν ωστόσο να καταφύγουν σε κοντινά χωριά (σ. 122).

 

Η κατάσταση αυτή συνεχίστηκε μέχρι τον Νοέμβριο, οπότε φυγάδες κι επιζώντες εκτοπισμένοι έφυγαν με πλοία από την Τραπεζούντα για την Ελλάδα, μετά την «άδεια» -και διορία- που έδωσαν οι κεμαλικές αρχές στους Ελληνες της Μικρασίας να εγκαταλείψουν τη χώρα (σ. 159-60). Το 1923 δεν απομένουν παρά «ολίγοι μόνον Ελληνες» στην Τραπεζούντα (σ. 163) και οι νομιμόφρονες κάτοικοι ορισμένων μεγάλων χωριών, όπως η Κρώμνη ή τα Ιμερα, που αρνούνται πεισματικά να υποθάλψουν τους εναπομείναντες καταδιωκόμενους (σ. 197-201).

 

Η επιβίωση

 

Μετά την καταστροφή της Σάντας, η δραστηριότητα των ανταρτών αποσκοπεί αποκλειστικά και μόνο στην επιβίωσή τους, σ’ ένα περιβάλλον όλο και πιο εχθρικό. Αρχικά επιδίδονται σε ομαδικά φονικά μουσουλμάνων που λεηλατούν τα μισοκαμένα χωριά, «ώστε να τρομοκρατηθούν οι Τούρκοι και να μη έρχωνται προς λεηλασίαν, διότι άρχισαν από τους παχτσέδες να βγάζουν τα λάχανα με τις πατάτες, με τα οποία είχαμε ελπίδας να περάσωμεν όλον τον χειμώνα» (σ. 107). Στις 19/9 σφάζουν έτσι 4 άντρες και 3 γυναίκες φορτωμένους πλιάτσικα και την επομένη ακολουθεί ο φόνος 32 χωρικών, μεταξύ των οποίων «κατά κακήν σύμπτωσιν ευρίσκετο και η θυγάτηρ» του φίλου και τροφοδότη τους Αλή Χαλίλογλου, «υπανδρευμένη εις Χάρουξαν μαζί με το παιδάκι της» (σ. 107-8). Σύμφωνα με τον τοπικό ιστορικό και δημοδιδάσκαλο Μιλτιάδη Νυμφόπουλο, το τελευταίο αυτό μακελειό επιβάρυνε σημαντικά τη μοίρα των εκτοπισθέντων˙ ενώ είχαν αρχικά διασπαρεί στα (σχετικά κοντινά) ελληνικά χωριά του Ταλταπάν, οι τελευταίοι στάλθηκαν αμέσως μετά στο μακρινό Ερζερούμ, κάτω από άθλιες συνθήκες (1953: 347). Την 1η Νοεμβρίου 1921 οι αντάρτες καίνε, τέλος, τα εναπομείναντα σπίτια της Σάντας, «αφήνοντες μόνον ολίγα για χρήσιν δικήν μας, διά να μη βρη στέγην ο στρατός όταν έρχεται προς καταδίωξίν μας» (σ. 114).

 

Από 112 τον Σεπτέμβριο του 1921, οι αντάρτες θα περιοριστούν με διαδοχικές αποχωρήσεις σε 24 τον Μάιο του 1922. Η συντήρησή τους διασφαλίζεται με αρπαγές κοπαδιών και, κυρίως, τη βοήθεια ντόπιων Τούρκων. Η συχνότητα της τελευταίας πιστοποιεί την ύπαρξη παραδοσιακών δικτύων υποστήριξης παράνομων δομών, όχι απαραίτητα πολιτικού χαρακτήρα, που έτεμναν κάθετα τις εθνοθρησκευτικές διαχωριστικές γραμμές. Η ίδιοι αποφεύγουν άλλωστε κάθε επιθετική ενέργεια, μ’ εξαίρεση τον φόνο τριών αιχμαλώτων χωροφυλάκων που κάηκαν ζωντανοί στις 30/10/1921 (σ. 114). Σε επιστολή τους προς τον μητροπολίτη Ροδοπόλεως, που τους καλεί επανειλημμένα να παραδοθούν, τονίζουν μάλιστα τον καθαρά αμυντικό χαρακτήρα της δράσης τους και την απουσία «αντικυβερνητικού» έργου (σ. 124-5). Από τις αρχές του 1923, μοναδική μέριμνά τους αποτελεί πια η αναζήτηση ασφαλούς τρόπου διαφυγής στο εξωτερικό.

 

Η αυλαία έπεσε στις 20 Φεβρουαρίου 1924, με τη σύλληψη των τελευταίων οκτώ ανταρτών σ’ ένα προάστιο της Τραπεζούντας, ενώ περίμεναν -άοπλοι- την άφιξη της Διεθνούς Επιτροπής για να τους περιλάβει στην ανταλλαγή των πληθυσμών (σ. 205). Με την ελληνοτουρκική σύρραξη και την ελληνική παρουσία στην περιοχή ν’ αποτελούν πλέον παρελθόν, ακόμη κι οι ανακριτές τους δεν ενδιαφέρονταν παρά για τους «προδότες» Τούρκους συνεργάτες τους (σ. 206-9). Με παρέμβαση της Επιτροπής, στις 25 Μαΐου θ’ ανέβουν τελικά στο βαπόρι για την καινούργια τους πατρίδα (σ. 213-7).

 

……………………………………………………..

 

Το τραύμα της παιδοκτονίας

 

Κορυφαία στιγμή του ημερολογίου αποτελεί η 10η Σεπτεμβρίου 1921, ημέρα της καταστροφής της Σάντας από τα κεμαλικά στρατεύματα, όταν για πρώτη φορά οι αντάρτες βρέθηκαν επιφορτισμένοι με την προστασία των άοπλων κατοίκων που είχαν καταφύγει κατά εκατοντάδες στο βουνό για ν’ αποφύγουν την εκτόπιση (και την πιθανολογούμενη σφαγή τους α λα αρμενικά). «Παίρνοντας τα γυναικόπαιδα ανέβημεν εις το [λημέρι] Μερτσιάν Λιθάρ όπου είχαμε τους συντρόφους μας και εμείναμε εκεί μέχρι τις 3 μετά τα μεσάνυκτα», σημειώνει λακωνικά ο συντάκτης του, για να προσθέσει αμέσως μετά: «Ητο η τρομεροτέρα νυξ που είδα στην ζωήν μου. Διότι υπήρχαν μικρά παιδιά νηστικά και μη μπορώντας αι μητέρες των να τα θηλάζουν και να τα περιποιηθούν έκλαιγαν και εφώναζαν και υπήρχε κίνδυνος να προδώσουν το μέρος μας» (σ. 105).

 

Για ν’ αποφύγουν ένα τέτοιο ενδεχόμενο, οι επικεφαλής αποφάσισαν τον χωρισμό των δυο ομάδων: τα μεν γυναικόπαιδα να κρυφτούν «εντός πυκνού δάσους που δεν πάτησε ανθρώπινο ποδάρι», οι δε άντρες να παρασύρουν τον εχθρό σε διαφορετική κατεύθυνση και να χαθούν, με τη σειρά τους, στο δάσος. «Το σχέδιον ήτο πολύ καλόν», εκτιμά ο Κουρτίδης, «αλλά πολλές γυναίκες αντέστησαν μη θέλοντας να αποχωρισθούν από εμάς, φοβούμενες την αιχμαλωσίαν». Οι περισσότερες τελικά πείστηκαν και, με οδηγό τον πατέρα του αρχηγού, έφτασαν σώες στο μέρος που τους υποδείχθηκε. Πάνω από εβδομήντα επέμειναν ωστόσο μέχρι τέλους ν’ ακολουθήσουν τους πολεμιστές» (σ. 218). Η πορεία τους θα σημαδευτεί τις επόμενες ώρες από ένα πρωτοφανές φονικό: τη σφαγή επτά νηπίων και τον στραγγαλισμό ενός ογδόου, προκειμένου να μην προδοθεί η ομάδα από το κλάμα τους.

 

«Πολλά παιδιά τότες, επειδή οι γυναίκες των δεν ημπορούσαν να σταματήσουν τας φωνάς των παιδιών τους και δεν ήθελαν να χωρισθούν εξ ημών τα σκότωσαν και τα άφησαν επί τόπου», διαβάζουμε. «Ομοίως και μία μητέρα έπνιξε το παιδί της και το πέταξε στους θάμνους, μη δυνάμενη να το κουβαλήση μαζί της» (σ. 105-6). Η φρικτή αυτή παραδοχή εξορθολογίζεται ωστόσο στις επόμενες σειρές, σαν ένα πραγματικά σωτήριο διάβημα: οι στρατιώτες ανέβηκαν την επομένη στο λημέρι, «όπου βρήκαν τα επτά μικρά σκοτωμένα και αμέσως ειδοποίησαν τον μέραρχον και ήλθε επί τόπου. Οταν είδε τα μικρά σφαγμένα, διέταξε αμέσως τον στρατόν να φύγουν πίσω και να μαζευθούν όλοι στην Σάντα και εκείθεν να πάνε πίσω, λέγων ότι άνθρωποι που σφάξαν τα παιδιά τους είναι αδύνατον να πιαστούν» (σ. 106).

 

Παραμένει ασαφές πώς έμαθε ο Κουρτίδης αυτές τις λεπτομέρειες, κάτω από τις δεδομένες μάλιστα συνθήκες. Δεν είναι όμως ο μόνος που προσπάθησε ν’ αποπλύνει το άγος μ’ αυτό τον τρόπο. Ο βασικός ιστοριογράφος της Σάντας, δημοδιδάσκαλος Μιλτιάδης Νυμφόπουλος, στο δικό του βιβλίο ερμηνεύει το συμβάν ως αποτέλεσμα «παραφροσύνης των μητέρων», στις οποίες επιρρίπτει ολοκληρωτικά την ευθύνη (σ. 350). Παραθέτει, ωστόσο, ταυτόχρονα και την έμμετρη δικαιολόγηση του φονικού από κάποιον ποιητή Δ. Ηλιόπουλο: «Γιατί υποψιαστήκανε να μη γίν’νταν αιτία // και χάται όλεν το μιλέτ [= έθνος], εφτά, οχτώ παιδία».

 

…………………………………………

 

Διαβάστε

 

*Κωνσταντίνος Κουρτίδης, Ημερολόγιο της δράσεως των Ελλήνων ανταρτών της Σάντας (1916-1924) (επιμ. Χ. Ανδρεάδη, Θεσ/νίκη 2007, εκδ. Αφοι Κυριακίδη – Σωματείο Παναγία Σουμελά). Το ντοκουμέντο που παρουσιάζουμε σήμερα, γραμμένο από τον αδερφό του αρχηγού των ελληνόφωνων Ποντίων ανταρτών.

 

*Μιλτιάδης Νυμφόπουλος, Ιστορία Σάντας του Πόντου (Δράμα 1953-58, Κατερίνη 1960-61). Το κλασικό σύγγραμμα για την περιοχή, διά χειρός ενός πρώην δημοδιδασκάλου, περιέχει τη μοναδική δημόσια κριτική για τις «παρεκτροπές» των Αδελφών Κουρτίδη, που κατέστησαν «μισητό» τον αγώνα τους σε μερίδα του ντόπιου ελληνικού πληθυσμού (σ. 402-4).

 

*Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών, Η Εξοδος. τ. Γ΄. Μαρτυρίες από τις επαρχίες του Μεσόγειου Πόντου (Αθήνα 2013). Αφηγήσεις Ποντίων προσφύγων της ενδοχώρας για όσα προηγήθηκαν του ξεριζωμού, καταγραμμένες από τους ερευνητές του ΚΜΣ στις δεκαετίες 1960 και 1970. Εχουν προαναγγελθεί δυο ακόμη τόμοι, με μαρτυρίες από τα παράλια του Πόντου.

 

*Τάσος Κωστόπουλος, Πόλεμος και εθνοκάθαρση. Η ξεχασμένη πλευρά μιας δεκαετούς εθνικής εξόρμησης, 1912-1922 (Αθήνα 2007, εκδ. Βιβλιόραμα). Σκιαγράφηση της βίαιης διαμόρφωσης των σύγχρονων «εθνικά αμιγών» κρατών της ευρύτερης περιοχής. Ειδικό κεφάλαιο για το ζήτημα του Πόντου και τη δημόσια συζήτηση περί γενοκτονίας του μικρασιατικού ελληνισμού.

 

*Αλέξης Αλεξανδρής, «Η ανάπτυξη του εθνικού πνεύματος των Ελλήνων του Πόντου, 1918-1922: ελληνική εξωτερική πολιτική και τουρκική αντίδραση», στο συλλογικό έργο Μελετήματα γύρω από τον Βενιζέλο και την εποχή του (Αθήνα 1980, εκδ. Φιλιππότης, σ.427-74). Η πληρέστερη εξιστόρηση του ποντιακού ζητήματος που κυκλοφορεί στα ελληνικά, με συγγραφέα τον αρμόδιο εμπειρογνώμονα του Υπ.Εξ. και έμφαση στις πολιτικο-διπλωματικές εξελίξεις.

 

ΦΟΡΕΙΣ ΤΟΥ ΙΟΥ: Τάσος Κωστόπουλος, Αντα Ψαρρά, Δημήτρης Ψαρράς ios@efsyn.gr

 

Scroll to top