<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?>
<rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>Εφημερίδα των Συντακτών &#187; ΙΔΕΕΣ</title>
	<atom:link href="https://archive.efsyn.gr/?cat=2274&#038;feed=rss2" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://archive.efsyn.gr</link>
	<description>online έκδοση</description>
	<lastBuildDate>Wed, 12 Nov 2014 13:50:29 +0000</lastBuildDate>
	<language>el</language>
		<sy:updatePeriod>hourly</sy:updatePeriod>
		<sy:updateFrequency>1</sy:updateFrequency>
	<generator>https://wordpress.org/?v=3.9.25</generator>
	<item>
		<title>Το όραμα της κοινωνίας των ίσων</title>
		<link>https://archive.efsyn.gr/?p=248503&#038;utm_source=rss&#038;utm_medium=rss&#038;utm_campaign=%25cf%2584%25ce%25bf-%25cf%258c%25cf%2581%25ce%25b1%25ce%25bc%25ce%25b1-%25cf%2584%25ce%25b7%25cf%2582-%25ce%25ba%25ce%25bf%25ce%25b9%25ce%25bd%25cf%2589%25ce%25bd%25ce%25af%25ce%25b1%25cf%2582-%25cf%2584%25cf%2589%25ce%25bd-%25ce%25af%25cf%2583%25cf%2589%25ce%25bd</link>
		<comments>https://archive.efsyn.gr/?p=248503#comments</comments>
		<pubDate>Sun, 02 Nov 2014 13:00:35 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[ΙΔΕΕΣ]]></category>
		<category><![CDATA[ΣΕΛΙΔΕΣ]]></category>
		<category><![CDATA[ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://archive.efsyn.gr/?p=248503</guid>
		<description><![CDATA[Κυκλοφόρησε πρόσφατα και στη γλώσσα μας το βιβλίο του Γάλλου ιστορικού και κοινωνιολόγου Πιερ Ροζανβαλόν «Η κοινωνία των ίσων» (εκδόσεις «Πόλις», μετάφραση: Αλέξανδρος Κιουπκιολής). Το κείμενο που ακολουθεί είναι απόσπασμα συνέντευξης που έδωσε ο Πιερ Ροζανβαλόν στο περιοδικό «Le Nouvel Observateur»]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p><strong>Από τον Θανάση Γιαλκέτση</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<p><strong><a href="http://archive.efsyn.gr/wp-content/uploads/2014/11/ES2011141101_63.jpg" rel="lightbox[ set1 ]"><img class="alignleft wp-image-248666" src="http://archive.efsyn.gr/wp-content/uploads/2014/11/ES2011141101_63.jpg" alt="" width="181" height="300" /></a>• «Η κοινωνία των ίσων» είναι το τρίτο μέρος, μετά τα έργα σας «La Contre-Démocratie» και «La Légitimité démocratique», του φιλοσοφικού και ιστορικού στοχασμού σας για τους σύγχρονους μετασχηματισμούς της δημοκρατίας. Ποια είναι η λογική που το διέπει;</strong></p>
<p><strong> </strong></p>
<p>Η δημοκρατία ορίζεται κλασικά ως ένας τύπος πολιτικού καθεστώτος. Από αυτή τη σκοπιά την προσέγγισα στα δύο προηγούμενα έργα μου. Η δημοκρατία όμως είναι και μια μορφή κοινωνίας. Ο Τοκβίλ είχε ήδη υπογραμμίσει αυτή τη διάσταση, βλέποντας σε εκείνο που αυτός αποκάλεσε «ισότητα των συνθηκών» τη γενεσιουργό αρχή της δημοκρατίας. Με αυτό το τρίτο έργο μου θέλησα να δώσω συστηματική μορφή σε αυτή την αντίληψή του, προτείνοντας μια ιστορία και μια γενική θεωρία της ιδέας της δημοκρατικής ισότητας. Στοχεύοντας πρώτα να αποσαφηνίσω το νόημα που είχε πάρει αυτή η ιδέα στην Αμερικανική και στη Γαλλική Επανάσταση. Η ισότητα είχε γίνει τότε αντιληπτή ως ένας τρόπος οικοδόμησης της κοινωνίας, παραγωγής και ζωογόνησης του κοινού βίου. Αυτή θεωρήθηκε ως μια δημοκρατική ιδιότητα και όχι μόνον ως ένα μέτρο της αναδιανομής του πλούτου.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><strong>• Μπορείτε να μας αναπτύξετε αυτό το σημείο;</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Είναι πράγματι καθοριστικό. Η ιδέα να οικοδομήσουν μια «κοινωνία των ίσων» ήταν κεντρική το 1789. Αυτή η ιδέα προχωρούσε πιο μακριά από μια απλή προβληματική της μείωσης των οικονομικών ανισοτήτων. Η προοπτική ήταν να εγκαθιδρυθεί ένας κόσμος χωρίς προνομιούχους, στον οποίο καθένας θα είχε τα ίδια δικαιώματα, θα αναγνωριζόταν και θα γινόταν σεβαστός ως εξίσου σημαντικός με τους άλλους. Η έννοια της ισότητας όριζε έτσι πάνω απ’ όλα μια μορφή κοινωνικής σχέσης. Αυτή η ισότητα-σχέση αρθρωνόταν γύρω από τρεις μορφές: την ομοιότητα, την ανεξαρτησία και την ιδιότητα του πολίτη. Η ομοιότητα έχει το νόημα μιας ισότητας-ισοτιμίας: να είσαι όμοιος σημαίνει να ανήκεις στην ίδια ανθρωπότητα κόντρα στο γεγονός του προνομίου. Η ανεξαρτησία είναι μια ισότητα-αυτονομία: ορίζεται αρνητικά ως απουσία υποταγής στις σχέσεις μεταξύ των ατόμων και θετικά ως ισορροπία της συναλλαγής. Η ιδιότητα του πολίτη είναι μια ισότητα-συμμετοχή: τη συγκροτούν η πολιτική δραστηριότητα και η κοινότητα στην οποία ανήκει ο πολίτης. Το σχέδιο της ισότητας ως κοινωνικής σχέσης εκφράστηκε συνεπώς στη Γαλλία και στις Ηνωμένες Πολιτείες με τις μορφές ενός κόσμου ομοίων, μιας κοινωνίας αυτόνομων ατόμων και μιας κοινότητας πολιτών. Η ισότητα γινόταν κατ’ αυτόν τον τρόπο αντιληπτή ως σχετική θέση των ατόμων, κανόνας των αμοιβαίων σχέσεών τους και αρχή συγκρότησης του κοινού τους βίου. Μου φάνηκε θεμελιώδες να επιστρέψω σε αυτήν την ιδρυτική διάσταση σε μια περίοδο κατά την οποία η έκρηξη των οικονομικών και κοινωνικών ανισοτήτων ακυρώνει την έννοια της κοινωνίας των ομοίων και τον στόχο των πολιτών να ανήκουν σε έναν κοινό κόσμο. Εχουμε πράγματι ανάγκη να αναβαπτιστούμε σήμερα σε αυτό το επαναστατικό πνεύμα προκειμένου να βγούμε από το τωρινό αδιέξοδο.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><strong>• Κατά τη γνώμη σας, ζούμε μια αληθινή αντεπανάσταση στο θέμα των ανισοτήτων: από τη δεκαετία του 1980 κι έπειτα, το πιο πλούσιο 1% του πληθυσμού δεν έπαψε να συσσωρεύει ένα αυξανόμενο μέρος των εισοδημάτων και των περιουσιών. Οπως υπογραμμίζετε στο βιβλίο σας, «ποτέ άλλοτε δεν έχουμε μιλήσει τόσο πολύ γι’ αυτές τις ανισότητες, έχοντας κάνει ταυτόχρονα τόσο λίγα για να τις μειώσουμε»…</strong></p>
<p><strong> </strong></p>
<p>Ο όρος αντεπανάσταση δεν είναι αρκετά ισχυρός για να χαρακτηρίσει τη σημερινή περίοδο. Ενώ η ισότητα υπήρξε «η ιδέα-μητέρα» της Επανάστασης (για να επαναλάβουμε την περίφημη διατύπωση του Νεκέρ), η ανάπτυξη των ανισοτήτων είναι σήμερα η δύναμη που κινεί τον κόσμο. […]</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><strong>• Ανησυχείτε για μια ορισμένη συλλογική συγκατάθεση στην ανισότητα. Προτείνετε να ονομάσουμε «παράδοξο του Μποσιέ» αυτή την κατάσταση όπου οι άνθρωποι αποκηρύσσουν γενικά αυτό στο οποίο συγκατατίθενται ειδικά. Μπορείτε να μας το εξηγήσετε;</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Ολες οι έρευνες καταδεικνύουν πως το συναίσθημα ότι ζούμε σε μια άδικη κοινωνία είναι πλειοψηφικό. Αλλά οι παράγοντες που παράγουν αυτές τις ανισότητες –μια ορισμένη στρεβλή φιλοσοφία της ισότητας των ευκαιριών, η εξύμνηση της αξιοκρατίας ή οι μηχανισμοί του ανταγωνισμού– γίνονται ταυτόχρονα ευρέως αποδεκτοί. Το διαδεδομένο συναίσθημα ότι οι ανισότητες είναι «υπερβολικά μεγάλες» και «σκανδαλώδεις» γειτνιάζει με μια σιωπηλή αποδοχή των πολλαπλών ειδικών τους εκφράσεων, καθώς και με μια κρυφή αντίσταση στην πρακτική τους διόρθωση. Από δω πηγάζει το γεγονός ότι μια πλειοψηφική κοινωνική δυσαρέσκεια μπορεί να συνδέεται με μια αδρανή παθητικότητα απέναντι στο γενικό σύστημα των ανισοτήτων. Στιγματίζουν έτσι δημοσίως τις ανισότητες γενικά, ενώ αναγνωρίζουν έμμεσα ως θεμιτά τα ειδικά κίνητρα που τις καθορίζουν. Αποκάλεσα αυτό το φαινόμενο «παράδοξο του Μποσιέ», αναφερόμενος στην περίφημη παρατήρηση του Μποσιέ: «Ο Θεός γελά με τους ανθρώπους που παραπονιούνται για τις συνέπειες, ενώ αγαπούν τις αιτίες».</p>
<p><strong> </strong></p>
<p><strong>• Το συναίσθημα της αδικίας και της εξέγερσης ενάντια στην άνοδο των ανισοτήτων εμπνέει ωστόσο τα ευρωπαϊκά κινήματα των «αγανακτισμένων»&#8230;</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Το ενδιαφέρον σε αυτά τα κινήματα είναι ότι δεν αρκούνται στο να καταγγέλλουν τις οικονομικές ανισότητες. Πηγαίνουν πιο μακριά και επισημαίνουν ότι η συνέπεια αυτού που πρέπει να αποκαλούμε «η απόσχιση των πλουσίων» είναι η διάλυση της ένταξης σε έναν κοινό κόσμο. Εξεγείρονται δικαιολογημένα ενάντια στην κατάστασή τους των λησμονημένων, των ατόμων που δεν αντιμετωπίζονται πλέον ως όμοια, που έχουν υποβιβαστεί σε πολίτες δεύτερης κατηγορίας. Εχουν το συναίσθημα ότι έχουν εγκαταλειφθεί από τη δημοκρατία και από την οικονομία, ότι δεν τους λογαριάζουν καθόλου. Αλλά δεν έχουν πάντοτε την επιστήμη της δυστυχίας τους. Εγραψα την «Κοινωνία των ίσων» και για να εξοπλίσω αυτά τα κινήματα, για να σκιαγραφήσω ταυτόχρονα ένα πλαίσιο ερμηνείας και μια προοπτική στη δράση τους και στη θεμιτή ανυπομονησία τους.</p>
<p><strong> </strong></p>
<p><strong>• Σχετικά με αυτήν την κρίση της ισότητας, γράφετε ότι «η Αριστερά έχασε εκείνο που της χάριζε ιστορικά τη δύναμή της και θεμελίωνε ταυτόχρονα τη νομιμότητά της».</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Αν θα έπρεπε να συνοψίσω με μια λέξη αυτό που όρισε ιστορικά την Αριστερά, θα έλεγα ότι αυτή υπήρξε το κόμμα της ισότητας. Το πρόβλημα είναι ότι αυτή δεν είναι πλέον αυτό το κόμμα, παρά μόνον πολύ τμηματικά. Το όραμά της έχει περιοριστεί σε μια κουλτούρα της αναδιανομής (είναι το κόμμα της δημόσιας δαπάνης και της φορολογίας) και σε μια υπεράσπιση των ατομικών δικαιωμάτων, ιδιαίτερα στο πεδίο της πάλης κατά των διακρίσεων. Στην εποχή όμως της κρίσης του κράτους πρόνοιας, της απονομιμοποίησης της φορολογίας και της κριτικής του ατομικισμού, αυτά δεν αρκούν. Η Αριστερά βρίσκεται στην άμυνα ή σε μια μειοψηφική θέση. Δεν είναι πλέον πολιτισμικά ηγεμονική. Δεν αρκεί να καταγγέλλει τις ανισότητες. Η Αριστερά οφείλει να εξοπλιστεί με μια νέα σφαιρική κοινωνική φιλοσοφία. Νομίζω ότι με αφετηρία την ιδέα της «κοινωνίας των ίσων» αυτή μπορεί να ξαναγίνει μια δύναμη που γίνεται αντιληπτή ως φορέας ενός οικουμενικού και αξιόπιστου προγράμματος χειραφέτησης. […]</p>
<p>&nbsp;</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://archive.efsyn.gr/?feed=rss2&#038;p=248503</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Τι μας διδάσκουν οι Παπούα</title>
		<link>https://archive.efsyn.gr/?p=246769&#038;utm_source=rss&#038;utm_medium=rss&#038;utm_campaign=%25cf%2584%25ce%25b9-%25ce%25bc%25ce%25b1%25cf%2582-%25ce%25b4%25ce%25b9%25ce%25b4%25ce%25ac%25cf%2583%25ce%25ba%25ce%25bf%25cf%2585%25ce%25bd-%25ce%25bf%25ce%25b9-%25cf%2580%25ce%25b1%25cf%2580%25ce%25bf%25cf%258d%25ce%25b1</link>
		<comments>https://archive.efsyn.gr/?p=246769#comments</comments>
		<pubDate>Sun, 26 Oct 2014 13:00:27 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[ΙΔΕΕΣ]]></category>
		<category><![CDATA[ΣΕΛΙΔΕΣ]]></category>
		<category><![CDATA[ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://archive.efsyn.gr/?p=246769</guid>
		<description><![CDATA[Βιολόγος και γεωγράφος, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας στο Λος Αντζελες (UCLA), ο Τζάρεντ Ντάιαμοντ είναι διεθνώς γνωστός ως συγγραφέας σπουδαίων έργων όπως τα «Κατάρρευση» και «Οπλα, μικρόβια και ατσάλι» (εκδόσεις Κάτοπτρο, 2006). Πρόσφατα κυκλοφόρησε και στη γλώσσα μας το βιβλίο του «Ο κόσμος μέχρι χθες: Τι μπορούμε να μάθουμε από τις παραδοσιακές κοινωνίες;» (Κάτοπτρο, 2014). Για το βιβλίο αυτό μιλάει ο Ντάιαμοντ στην ακόλουθη συνέντευξή του, που δημοσιεύτηκε στο γαλλικό περιοδικό Sciences Humaines]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p><strong>Από τον Θανάση Γιαλκέτση</strong></p>
<p><strong> </strong></p>
<p><strong><a href="http://archive.efsyn.gr/wp-content/uploads/2014/10/ES20141025_871.jpg" rel="lightbox[ set1 ]"><img class="alignleft wp-image-246988" src="http://archive.efsyn.gr/wp-content/uploads/2014/10/ES20141025_871.jpg" alt="" width="700" height="393" /></a></strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><strong>• Στα προηγούμενα βιβλία σας υπήρχε κάθε φορά ένα μεγάλο ερώτημα για τις ανθρώπινες κοινωνίες: γιατί πετυχαίνουν, γιατί παρακμάζουν, από τι εξαρτώνται. Αυτό το τελευταίο διαφέρει ως προς αυτό;</strong></p>
<p><strong> </strong></p>
<p>Στην πραγματικότητα, ένιωθα κυρίως την επιθυμία να αφηγηθώ τα ταξίδια μου, αλλά ο εκδότης μου με προειδοποίησε. Μου είπε: «Τζάρεντ, οι άνθρωποι περιμένουν από σένα κάτι πιο φιλόδοξο, πιο καθολικό». Ετσι το βιβλίο εξελίχθηκε σε σύγκριση των σύγχρονων κοινωνιών και των παραδοσιακών κοινωνιών, με τη βοήθεια κάμποσων παραδειγμάτων που αντλήθηκαν από ολόκληρο τον κόσμο και αναφορών σε μεγάλους συγγραφείς της εθνογραφίας.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><strong>• Αυτός ο στοχασμός σάς οδηγεί να αντιπαραθέσετε ορισμένα θεμελιώδη γνωρίσματα των σύγχρονων αναπτυγμένων βιομηχανικών κοινωνιών σε εκείνα των παραδοσιακών κοινωνιών. Για ποιες κοινωνίες όμως πρόκειται;</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Στον πρόλογο, εξηγώ ότι πρόκειται για κοινωνίες μεταβατικές μάλλον παρά παραδοσιακές, που μπορεί να είναι υποταγμένες από αρκετά μακριά σε ένα κράτος, αλλά που διατηρούν ακόμη πολλές πρακτικές από τον καιρό της αυτονομίας τους: τον τρόπο που ανατρέφουν τα παιδιά, που μεταχειρίζονται τους γέρους, που αναπτύσσουν σχέσεις με άλλους. Επομένως, τα χωριά της Νέας Γουινέας ή του Αμαζονίου δεν είναι ακριβείς εικόνες αυτού που υπήρχε στο παρελθόν, αλλά παραμένουν αρκετά διαφορετικά από τον σύγχρονο τρόπο ζωής και άρα έχουν κάτι να μας διδάξουν.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><strong>• Ποιο θα ήταν το πρώτο μάθημα;</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Θα έλεγα η σχέση με τους αγνώστους, με τους ξένους. Στις παραδοσιακές κοινωνίες, όποια και αν ήταν η διαπερατότητα των ομάδων, όφειλες πάντοτε να πάρεις την άδεια των ανθρώπων για να διασχίσεις το έδαφός τους. Οι άνθρωποι δεν ταξιδεύουν πολύ μακριά και χωρίς να υπάρχει λόγος. Ακόμη και αν παντρευτούν με πρόσωπο από άλλο χωριό, δεν ξεπερνούν ορισμένα όρια μέσα στα οποία όλοι γνωρίζουν ποιος είναι ποιος. Δεν συναναστρέφονται αγνώστους και, αν αυτό συμβεί, συνεπάγεται πάντοτε διακινδύνευση.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Αν ξένοι φτάσουν στη γη τους, σπάνια έχουν καλές προθέσεις και τους αντιμετωπίζουν με μεγάλη δυσπιστία. Στον σύγχρονο τρόπο ζωής, στις πόλεις, διασταυρωνόμαστε καθημερινά με πολλούς αγνώστους και μιλάμε με ανθρώπους τους οποίους δεν γνωρίζαμε πριν από πέντε λεπτά. Αυτό είναι κάτι εντελώς συνηθισμένο και γίνεται κανονικά χωρίς ιδιαίτερο κίνδυνο. Οι άγνωστοι δεν θεωρούνται εκ των προτέρων απειλητικοί, αλλά δυνητικά ως ευκαιρίες για να κάνουμε γνωριμίες. Ο σύγχρονος άνθρωπος ταξιδεύει επειδή του αρέσει και θεωρεί φυσιολογικό να βρίσκεται χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από το σπίτι του. Στις παραδοσιακές κοινωνίες, σπάνια οι άνθρωποι έβγαιναν από μια πολύ περιορισμένη περίμετρο.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><strong>• Ποια άλλη διαφορά επισημάνατε και υπογραμμίσατε;</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Υπάρχει μια μεγάλη διαφορά σε όλα όσα αφορούν τη διευθέτηση των συγκρούσεων και τη διαχείριση της δικαιοσύνης. Στις κρατικές κοινωνίες υπάρχει ένα μονοπώλιο της ισχύος. Αν προκαλέσετε από απροσεξία ένα ατύχημα, το κράτος θα σας καταδιώξει επειδή παραβιάσατε τον νόμο. Σκοπός του είναι να σας τιμωρήσει για να αποτρέψει τυχόν επανάληψη της παράβασης. Επιπλέον, δεν ασχολείται υποχρεωτικά με την επανόρθωση των αδικιών που μπορεί να διαπράχθηκαν σε βάρος των θυμάτων και των συγγενών τους. Στις κοινωνίες χωρίς κεντρική εξουσία όλα αυτά γίνονται με διαφορετικό τρόπο. Οι διενέξεις και οι επιθέσεις γίνονται μεταξύ ανθρώπων που γνωρίζονται. Το σημαντικό, επομένως, δεν είναι τόσο το να τηρηθούν οι νόμοι όσο το να εξασφαλιστεί ότι οι άνθρωποι θα μπορούν να συνεχίζουν να συγκατοικούν. Γι’ αυτό ενδιαφέρονται κυρίως για τη συμφιλίωση, την ειρήνευση και όχι ιδιαίτερα για το να είναι δίκαιοι. Διαφορετικά, επικρατεί το πνεύμα της εκδίκησης και τότε κανένα πρόβλημα δεν λύνεται. Στις Ηνωμένες Πολιτείες ή στη Γαλλία, σε περίπτωση διαζυγίου ή οικογενειακής διένεξης για μια κληρονομιά, η δικαιοσύνη παρεμβαίνει για να πει τι είναι νόμιμο να γίνει. Αυτή δεν ενδιαφέρεται να μάθει αν η απόφασή της θα επιτρέψει στους ανθρώπους να συμφιλιωθούν κάποτε. Δεν είναι δικό της πρόβλημα.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Συνήθως, το σύγχρονο δικαστικό σύστημα συμβάλλει στο να διατηρείται η εχθρότητα μεταξύ των ανθρώπων που απευθύνονται σε αυτό. Το κίνημα υπέρ μιας επανορθωτικής δικαιοσύνης, που είναι πολύ ενεργό στον Καναδά, στη Νέα Ζηλανδία και στο Ηνωμένο Βασίλειο, φωτίζει μιαν όψη αυτού που θα μπορούσαμε να διδαχτούμε από τις παραδοσιακές κοινωνίες. Υπάρχουν πράγματα που δεν μπορούμε να τα υλοποιήσουμε ατομικά, για τα οποία όμως θα άξιζε να ενδιαφερθεί το κράτος. Αυτό δεν υποκαθιστά την ποινική δικαιοσύνη, αλλά μπορεί να παρεμβαίνει μετά, ως μια βοήθεια στη συμφιλίωση και την επανένταξη των ανθρώπων.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><strong>• Υπάρχει μια όψη της σύνεσης των Παπούα που σας άρεσε πολύ. Μπορείτε να μας δώσετε ένα μικρό μάθημα «εποικοδομητικής παράνοιας»;</strong></p>
<p><strong> </strong></p>
<p>Η γυναίκα μου είναι κλινική ψυχολόγος και γνωρίζω ότι αυτό που αποκαλούμε «παράνοια» είναι μια αληθινή ψυχική ασθένεια. Ο όρος είναι αρκετά μειωτικός, αλλά εγώ τον χρησιμοποιώ με ένα άλλο νόημα.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Μια μέρα, που έφτιαχνα μια πρόχειρη εγκατάσταση στη Νέα Γουινέα, έστηνα τη σκηνή μου κάτω από ένα πολύ γέρικο δέντρο. Οι Παπούα που με συνόδευαν αρνήθηκαν να κοιμηθούν εκεί. Είπαν ότι το δέντρο μπορεί να πέσει μέσα στη νύχτα και να μας συντρίψει. Προσπάθησα να τους εξηγήσω ότι αυτό το δέντρο θα παρέμενε όρθιο για χρόνια ακόμη, αλλά αυτοί επέμεναν.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Τότε άρχισα να σκέφτομαι ότι αυτοί κάθε βράδυ άκουγαν δέντρα να πέφτουν μέσα στη ζούγκλα. Ακόμη και αν δεν υπήρχε παρά μόνο μία πιθανότητα στις χίλιες να πέσει πάνω μου το δέντρο, αν κοιμόμουν εκεί για τρία χρόνια ο κίνδυνος ήταν υπαρκτός. Επηρεάστηκα από αυτήν την άποψη και την ονόμασα «εποικοδομητική παράνοια». Αυτή αντιστοιχεί σε μια πολιτισμική διαφορά, η οποία συνδέεται με τον πολύ πιο αβέβαιο τρόπο ζωής αυτών των ανθρώπων. Γι’ αυτούς μια πτώση, ένα σπάσιμο, ένα τραύμα μπορεί να είναι μοιραία, επειδή δεν έχουν ούτε γιατρούς, ούτε νοσοκομεία στη διάθεσή τους. Σκέφτονται επομένως πολύ περισσότερο από εμάς προτού δράσουν, γιατί υφίστανται τις συνέπειες της απερισκεψίας τους.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Εμείς οι σύγχρονοι άνθρωποι δεν αξιολογούμε ορθά τους κινδύνους που αναλαμβάνουμε. Αν ζητήσει κανείς από έναν Αμερικανό να ορίσει τους κινδύνους που θεωρεί σοβαρότερους, αυτός θα μιλήσει για την τρομοκρατία, τα οδικά ατυχήματα, τους τυφώνες, τους σεισμούς κ.λπ. Ενα όμως από τα πιο συχνά ατυχήματα είναι το να γλιστρήσεις στο μπάνιο σου και να σπάσεις το χέρι σου ή το κεφάλι σου. Οι Παπούα με έμαθαν να βλέπω αυτό το πράγμα. Αυτοί αναλαμβάνουν υπολογισμένους κινδύνους και μόνον όταν αυτό είναι αναγκαίο. Κάνουν πράγματα πολύ επικίνδυνα, όπως το να κυνηγούν τη νύχτα ή να ψαρεύουν σε ποταμούς γεμάτους κροκόδειλους, αλλά αυτό είναι αναγκαίο γι’ αυτούς και κάνουν τα πάντα για να ελαχιστοποιήσουν τους κινδύνους. […]</p>
<p>&nbsp;</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://archive.efsyn.gr/?feed=rss2&#038;p=246769</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Μαθήματα από το παρελθόν</title>
		<link>https://archive.efsyn.gr/?p=244671&#038;utm_source=rss&#038;utm_medium=rss&#038;utm_campaign=%25ce%25bc%25ce%25b1%25ce%25b8%25ce%25ae%25ce%25bc%25ce%25b1%25cf%2584%25ce%25b1-%25ce%25b1%25cf%2580%25cf%258c-%25cf%2584%25ce%25bf-%25cf%2580%25ce%25b1%25cf%2581%25ce%25b5%25ce%25bb%25ce%25b8%25cf%258c%25ce%25bd</link>
		<comments>https://archive.efsyn.gr/?p=244671#comments</comments>
		<pubDate>Sun, 19 Oct 2014 12:00:39 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[ΙΔΕΕΣ]]></category>
		<category><![CDATA[ΣΕΛΙΔΕΣ]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://archive.efsyn.gr/?p=244671</guid>
		<description><![CDATA[Από τον Θανάση Γιαλκέτση &#160; Το κείμενο που ακολουθεί είναι απόσπασμα από το βιβλίο του Πολωνού κοινωνιολόγου Ζίγκμουντ Μπάουμαν «Living on Borrowed Time» (ιταλική έκδοση: «Vite che non possiamo permetterci», Laterza, 2012), που έχει τη μορφή συνομιλίας με τη Μεξικανή κοινωνιολόγο Σιτλάλι Ροβιρόζα-Μαδράθο. &#160; Σιτλάλι Ροβιρόζα-Μαδράθο: Εσείς μεγαλώσατε στη διάρκεια της πρώτης μεγάλης ύφεσης του [&#038;hellip]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p><strong>Από τον Θανάση Γιαλκέτση</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<p><a href="http://archive.efsyn.gr/wp-content/uploads/2014/10/ES2014111018_63.jpg" rel="lightbox[ set1 ]"><img class="alignleft wp-image-244865" src="http://archive.efsyn.gr/wp-content/uploads/2014/10/ES2014111018_63.jpg" alt="" width="500" height="363" /></a>Το κείμενο που ακολουθεί είναι απόσπασμα από το βιβλίο του Πολωνού κοινωνιολόγου Ζίγκμουντ Μπάουμαν «Living on Borrowed Time» (ιταλική έκδοση: «Vite che non possiamo permetterci», Laterza, 2012), που έχει τη μορφή συνομιλίας με τη Μεξικανή κοινωνιολόγο Σιτλάλι Ροβιρόζα-Μαδράθο.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Σιτλάλι Ροβιρόζα-Μαδράθο: Εσείς μεγαλώσατε στη διάρκεια της πρώτης μεγάλης ύφεσης του εικοστού αιώνα και αμέσως μετά από αυτήν υπήρξατε μάρτυρας ορισμένων εξαιρετικών ιστορικών στιγμών. Ωστόσο, δεν υπήρξατε ποτέ ένας απλός παθητικός παρατηρητής των νέων στοιχείων «που μας ρίχνει η Ιστορία», αλλά ήδη από πολύ νεαρή ηλικία υπήρξατε πολιτικά ενεργός και αγωνιστήκατε σε επίμαχα κινήματα, στα οποία αντηχεί ισχυρά η ηχώ των τωρινών προκλήσεων. Ποιες ήταν οι πρώτες σκέψεις σας όταν κατανοήσατε ότι βρισκόμασταν μπροστά σε ένα «οικονομικό τσουνάμι» και ότι βαδίζαμε προς την «αναπόφευκτη κατάρρευση» της δυτικής οικονομίας; Ποια μαθήματα θα είχαμε μπορέσει (αλλά δεν τα καταφέραμε) να αντλήσουμε από την ύφεση του εικοστού αιώνα; Τι μπορούμε να διδαχθούμε από τα λάθη του παρελθόντος; Νιώθετε κάποια νοσταλγία για τον σοσιαλισμό ή για τον κομμουνισμό;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Ζίγκμουντ Μπάουμαν: Μου είναι αδύνατο να νιώσω «νοσταλγία για τον κομμουνισμό». Ο κομμουνισμός, που κάποτε τον είχα ορίσει ως τον «ανυπόμονο μικρότερο αδελφό του σοσιαλισμού», είναι κατά τη γνώμη μου ένα σχέδιο που επιβάλλει μια «συντόμευση του δρόμου για το Βασίλειο της Ελευθερίας». Αυτή η σύντομη παρακαμπτήρια οδός, όσο ελκυστική και ενθαρρυντική και αν είναι στα λόγια, στην πρακτική της εφαρμογή οδηγεί κάθε φορά στο νεκροταφείο των ελευθεριών, στη σκλαβιά. Η ιδέα της συντόμευσης του δρόμου και ακόμη περισσότερο η πράξη του εξαναγκασμού συγκρούονται μετωπικά με την ελευθερία.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Ο εξαναγκασμός είναι μια πράξη που τροφοδοτείται και ενδυναμώνεται από μόνη της και απαιτεί μια διαρκή και επίμονη προσπάθεια για να διατηρούνται στην υπακοή και στη σιωπή εκείνοι που την υφίστανται. Αυτός ο εξαναγκασμός, αν ασκείται στο όνομα της ανθρώπινης ελευθερίας (όπως ο Ζαν-Ζακ Ρουσό θεωρούσε δυνατό, όπως ο Λένιν αποφάσισε να κάνει με κάθε τίμημα και όπως ο Αλμπέρ Καμί κατανόησε δραματικά ότι είχε γίνει ο κανόνας στον εικοστό αιώνα), δεν κάνει τίποτε άλλο από το να καταστρέφει τον στόχο που διακηρύσσει ότι επιδιώκει και δεν χρησιμεύει πλέον σε τίποτε άλλο εκτός από την αυτοδιαιώνισή του. Οσο για τη νοσταλγία για τον «σοσιαλισμό», θα την ένιωθα αν δεν πίστευα πλέον (αλλά πιστεύω) στη σοφία και στην ανθρωπιά της σοσιαλιστικής θέσης και θα μπορούσα να τη νιώσω, αν στον «σοσιαλισμό» έβλεπα (αλλά δεν το βλέπω εδώ και καιρό) όχι μόνον μια θέση, μια στάση και μια καθοδηγητική αρχή, αλλά και ένα τύπο κοινωνίας, ένα σχέδιο, ένα συγκεκριμένο μοντέλο κοινωνικής διάταξης.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Η λέξη σοσιαλισμός εκφράζει για μένα μια μεγάλη ευαισθησία απέναντι στην ανισότητα και στην αδικία, την καταπίεση και τις διακρίσεις, την ταπείνωση και την άρνηση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Το να υιοθετούμε «σοσιαλιστικές θέσεις» σημαίνει να αντιτασσόμαστε και να αντιστεκόμαστε σε κάθε καταπίεση και αυθαιρεσία, όποιος και αν τις διαπράττει, στο όνομα και σε βάρος οποιουδήποτε, παντού και σε κάθε στιγμή. Και ο «καπιταλισμός»; Το πρόσφατο «οικονομικό τσουνάμι» κατέδειξε «πέρα από κάθε λογική αμφιβολία» σε εκατομμύρια άτομα, βαυκαλισμένα με την αυταπάτη της «ευημερίας τώρα και πάντοτε» και πεισμένα ότι οι καπιταλιστικές αγορές και οι τράπεζες ήταν εγγυημένες μέθοδοι για την επίλυση των προβλημάτων, ότι ο καπιταλισμός δίνει τον καλύτερο εαυτό του όχι όταν προσπαθεί (αν προσπαθεί) να λύσει τα προβλήματα, αλλά όταν τα δημιουργεί.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Ο καπιταλισμός, ακριβώς όπως τα συστήματα φυσικών αριθμών των περίφημων θεωρημάτων του Κουρτ Γκέντελ, δεν μπορεί να είναι ταυτόχρονα και συνεπής και πλήρης. Αν είναι συνεπής με τις αρχές του εμφανίζονται προβλήματα που αυτός δεν είναι σε θέση να επιλύσει και αν προσπαθήσει να τα επιλύσει δεν μπορεί παρά να πάψει να είναι συνεπής προς τις δικές του βασικές θέσεις. Πολύ πριν ο Γκέντελ διατυπώσει το θεώρημά του, η Ρόζα Λούξεμπουργκ, μελετώντας τη «συσσώρευση του κεφαλαίου», είχε υποστηρίξει ότι ο καπιταλισμός δεν μπορεί να επιβιώσει χωρίς «μη καπιταλιστικές» ή «προκαπιταλιστικές» οικονομίες. Ο καπιταλισμός είναι σε θέση να προοδεύει με βάση τις αρχές του όσο υπάρχουν «παρθένα εδάφη» ανοιχτά στην επέκταση και την εκμετάλλευση. Για να το πούμε καθαρά, ο καπιταλισμός είναι ένα σύστημα ουσιαστικά παρασιτικό και, όπως όλα τα παράσιτα, όταν βρίσκει έναν ακόμη ανεκμετάλλευτο οργανισμό από τον οποίο τρέφεται, μπορεί να ευημερεί για μιαν ορισμένη περίοδο, αλλά δεν μπορεί να μη βλάψει τον ξενιστή, καταστρέφοντας έτσι αργά ή γρήγορα τις προϋποθέσεις της ευημερίας του ή ακόμη και της επιβίωσής του. Ωστόσο, γράφοντας σε μιαν εποχή ιμπεριαλισμού και αχαλίνωτων εδαφικών κατακτήσεων, η Ρόζα Λούξεμπουργκ δεν φανταζόταν, και δεν μπορούσε να φανταστεί, ότι τα προμοντέρνα εδάφη που βρίσκονταν σε εξωτικές ηπείρους δεν ήταν οι μοναδικοί δυνητικοί «ξενιστές», από τους οποίους θα μπορούσε να τραφεί ο καπιταλισμός για να παρατείνει την ύπαρξή του και να εγκαινιάσει μια σειρά περιόδων ευημερίας. Σήμερα, από την απόσταση ενός περίπου αιώνα, γνωρίζουμε ότι η δύναμη του καπιταλισμού βρίσκεται στην εξαιρετική επινοητικότητα με την οποία, κάθε φορά που τα είδη τα οποία εκμεταλλευόταν προηγούμενα μειώνονται ή χάνονται, κατορθώνει να αναζητήσει και να βρει (ή καλύτερα να παράγει) νέα είδη ικανά να τον φιλοξενήσουν. Βρίσκεται επίσης στον καιροσκοπισμό και την ταχύτητα με την οποία κατορθώνει να προσαρμοστεί ξανά σαν ιός στις ιδιοσυγκρασίες των νέων βοσκοτόπων του.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Οι τωρινοί πιστωτικοί περιορισμοί δεν είναι η ένδειξη του τέλους του καπιταλισμού, αλλά μόνον της εξάντλησης του πιο πρόσφατου βοσκότοπου. Υπάρχει ένα ανέκδοτο για δύο πωλητές που ταξίδευαν στην Αφρική για λογαριασμό των αντίστοιχων επιχειρήσεων, οι οποίες έφτιαχναν παπούτσια. Ο πρώτος πωλητής έστειλε στα κεντρικά γραφεία της εταιρείας του το ακόλουθο μήνυμα: εδώ όλοι περπατούν ξυπόλητοι, γι’ αυτό μη στέλνετε παπούτσια. Ο δεύτερος αντίθετα έγραψε στην εταιρεία του: εδώ όλοι περπατούν ξυπόλητοι, γι’ αυτό στείλτε αμέσως δέκα εκατομμύρια ζευγάρια παπούτσια. Το νόημα του ανεκδότου είναι το εγκώμιο ενός ευρηματικού και επιθετικού επιχειρηματικού πνεύματος και η καταδίκη των ορίων μιας επιχειρηματικής φιλοσοφίας, η οποία αποσκοπεί στο να ικανοποιεί τις υπάρχουσες ανάγκες, μέσω προσφορών που διαμορφώνονται ως απλή ανταπόκριση στην υπάρχουσα ζήτηση.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Η επιχειρηματική φιλοσοφία που θεωρείται σήμερα επιτυχημένη, σε μια κοινωνία που από κοινωνία παραγωγών (στην οποία τα κέρδη προέρχονταν πρωτίστως από την εκμετάλλευση της μισθωτής εργασίας) μετασχηματίστηκε με επιτυχία σε κοινωνία καταναλωτών (στην οποία τα κέρδη προέρχονται πρωτίστως από την εκμετάλλευση των επιθυμιών των καταναλωτών), βασίζεται στην ιδέα ότι οι επιχειρήσεις πρέπει να αποφεύγουν να ικανοποιούν τις ανάγκες και πρέπει να υποκινούν, να προκαλούν, να επικαλούνται και να διογκώνουν άλλες ανάγκες που θα ζητούν την ικανοποίησή τους και άλλους δυνητικούς καταναλωτές, που θα δρουν ωθούμενοι από αυτές τις ανάγκες· με μια λέξη, ότι είναι καθήκον της προσφοράς να δημιουργεί τη δική της ζήτηση. Τα δάνεια δεν αποτελούν εξαίρεση: η προσφορά πίστωσης πρέπει να δημιουργεί και να επεκτείνει την ανάγκη για δανεισμό. […]</p>
<p>&nbsp;</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://archive.efsyn.gr/?feed=rss2&#038;p=244671</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Η δημοκρατία σε δοκιμασία</title>
		<link>https://archive.efsyn.gr/?p=242671&#038;utm_source=rss&#038;utm_medium=rss&#038;utm_campaign=%25ce%25b7-%25ce%25b4%25ce%25b7%25ce%25bc%25ce%25bf%25ce%25ba%25cf%2581%25ce%25b1%25cf%2584%25ce%25af%25ce%25b1-%25cf%2583%25ce%25b5-%25ce%25b4%25ce%25bf%25ce%25ba%25ce%25b9%25ce%25bc%25ce%25b1%25cf%2583%25ce%25af%25ce%25b1-2</link>
		<comments>https://archive.efsyn.gr/?p=242671#comments</comments>
		<pubDate>Sun, 12 Oct 2014 12:00:13 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[ΙΔΕΕΣ]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://archive.efsyn.gr/?p=242671</guid>
		<description><![CDATA[Ο Στέφανο Πετρουτσιάνι είναι καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο της Ρώμης La Sapienza. Το κείμενο που ακολουθεί είναι ένα απόσπασμα από το τελευταίο βιβλίο του με τίτλο «Democrazia» (Einaudi, 2014)]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p><strong>Από τον Θανάση Γιαλκέτση</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<p><a href="http://archive.efsyn.gr/wp-content/uploads/2014/10/ES20141011_63.jpg" rel="lightbox[ set1 ]"><img class="alignleft wp-image-242867" src="http://archive.efsyn.gr/wp-content/uploads/2014/10/ES20141011_63.jpg" alt="" width="500" height="307" /></a>Ενας στοχασμός για την κατάσταση της υγείας της δημοκρατίας σήμερα δεν μπορεί παρά να ξεκινάει από ένα αδιαμφισβήτητο δεδομένο: ο βαθμός αξιοπιστίας, δηλαδή η εμπιστοσύνη που τρέφουν οι πολίτες στους παραδοσιακούς θεσμούς της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, πέφτει κάθε χρόνο όλο και πιο χαμηλά. Κατά τη γνώμη μου, αν θέλουμε να ερμηνεύσουμε και να κατανοήσουμε τις πολλαπλές χαοτικές διαστάσεις των σύγχρονων πολιτικών μεταβολών, η πρώτη πλευρά που πρέπει να υπογραμμιστεί (και που αποτελεί σίγουρα μιαν από τις βαθύτερες αιτίες της πολιτικής απάθειας και της δυσαρέσκειας) είναι εκείνη που θα μπορούσαμε να την ορίσουμε ως διαδικασία ολιγαρχικής οπισθοδρόμησης της δημοκρατίας. Εννοώ τη διαδικασία μετατόπισης προς τα πάνω των σημαντικών κέντρων απόφασης, εξαιτίας της οποίας οι πολιτικές αποφάσεις δεν παίρνονται σε χώρους ευρείς και ανοιχτούς στη συμμετοχή των πολιτών, αλλά σε τόπους στους οποίους διαθέτουν πρόσβαση μόνον περιορισμένες ολιγαρχικές ομάδες.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Για να περιγράψουμε σχηματικά το φαινόμενο, μπορούμε να θυμίσουμε τις ακόλουθες όψεις του: α) Αποδυνάμωση του ρόλου του κοινοβουλίου προς όφελος της εκτελεστικής εξουσίας, συνδεδεμένη με τη συγκέντρωση των κυβερνητικών εξουσιών στο πρόσωπο του ηγέτη (με παράλληλη διάδοση «προεδρικών» ιδεολογιών). β) Απαγκίστρωση και απέκδυση της ευθύνης των εκλεγμένων απέναντι στους εκλογείς, που στην Ιταλία φτάνει ώς την επιβολή προκαθορισμένων υποψηφίων και οδηγεί στη συγκρότηση των αντιπροσώπων σε διαχωρισμένη «κάστα».</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Οπως διδάσκει όμως κάθε ρεαλιστική αντίληψη της πολιτικής, τα κοινά συμφέροντα της κάστας και τα ατομικά συμφέροντα των μελών της που βρίσκονται στην εξουσία θα τείνουν πάντοτε να υπερισχύουν σε σχέση με τη δέσμευση για αντιπροσώπευση της βούλησης των εκλογέων. γ) Αδειασμα από κάθε περιεχόμενο της εσωτερικής συζήτησης στα κόμματα και όλο και πιο έντονη μετατροπή τους σε εργαλεία στην υπηρεσία του ηγέτη. Στην ουσία, η τάση φαίνεται να είναι εκείνη μιας πλήρους αποδυνάμωσης των πολιτών σε σχέση με τους εκλεγμένους αντιπροσώπους, της βάσης του κόμματος σε σχέση με τον ηγέτη, των μελών του κοινοβουλίου σε σχέση με την εκτελεστική εξουσία, της ίδιας της εκτελεστικής εξουσίας σε σχέση με τον πρωθυπουργό. Οι τόποι απόφασης που είναι περισσότερο ανοιχτοί στη συμμετοχή αδειάζουν βαθμιαία προς όφελος μιας όλο και πιο έντονης συγκέντρωσης των αποφάσεων στην κορυφή. Και ευρεία πεδία αποφάσεων αφαιρούνται από την ίδια την εκτελεστική εξουσία, για να αποδοθούν σε διάφορους τύπους υπερεθνικών οργανισμών «τεχνικού» χαρακτήρα. Γενικά αυτή η μετατόπιση των εξουσιών απόφασης προς τα πάνω περιορίζει δραστικά τη δυνατότητα των πολιτών να ασκούν ουσιαστική επιρροή στις πολιτικές επιλογές. […]</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Υπάρχει όμως και ένας άλλος θεμελιώδης παράγοντας, στον οποίο κατά τη γνώμη μου είναι αναγκαίο να σταθούμε, αν θέλουμε να κατανοήσουμε την κρίση εμπιστοσύνης που πλήττει πολλές σύγχρονες δημοκρατίες: το πρόβλημα είναι ότι έχει ουσιαστικά διαρραγεί η αντιστοιχία μεταξύ των δημοκρατικά αντιμαχόμενων δυνάμεων με βάση τη διαχωριστική γραμμή Δεξιά/Αριστερά και των συσπειρώσεων των τάξεων και των κοινωνικών ομάδων.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Αυτή η αντιστοιχία ήταν ένας από τους βασικούς κρίκους μέσα από τους οποίους περνούσε η αντιπροσώπευση των συμφερόντων, κυρίως των πιο αδύναμων κοινωνικών ομάδων, των οποίων η Αριστερά αποτελούσε τον «φυσικό» συνομιλητή. Και το γεγονός ότι η Αριστερά έχει ήδη ουσιαστικά αποδυναμωθεί αφήνει χωρίς πολιτική αντιπροσώπευση ορισμένους κοινωνικούς τομείς, στους οποίους η Αριστερά είχε πετύχει στο παρελθόν τις δικές της συναινέσεις (από τους βιομηχανικούς εργάτες ώς τους κατοίκους των αστικών περιφερειών). Το ίδιο ζήτημα μπορεί να εξεταστεί και από μιαν άλλη οπτική γωνία. Κατά τη γνώμη μου, κρίση της δημοκρατίας και κρίση της πολιτικής Αριστεράς δεν μπορούν να διαχωριστούν. Ο λόγος είναι πολύ απλός: η Αριστερά δεν είναι μόνο μια πολιτική παράταξη του δημοκρατικού παιχνιδιού, στην οποία αντιπαρατίθεται συμμετρικά μια άλλη παράταξη, δηλαδή η Δεξιά. Η Αριστερά είναι μάλλον η πολιτική παράταξη που πιστεύει στον αποφασιστικό και θετικό ρόλο της πολιτικής. Ενώ η φιλελεύθερη ή συντηρητική Δεξιά είναι γενικά η πολιτική παράταξη που υποτιμά την πολιτική, επειδή ουσιαστικά τη βλέπει σαν αναγκαίο κακό που πρέπει να περιορίζεται στο ελάχιστο δυνατό. Επομένως, κρίση της δημοκρατικής πολιτικής και κρίση της Αριστεράς συμβαδίζουν. Και η κρίση της Αριστεράς έγκειται ουσιαστικά στο γεγονός ότι αυτή δεν κατορθώνει πλέον να εκπληρώνει εκείνο που ήταν πάντοτε το ιστορικό της καθήκον, δηλαδή να αντιπροσωπεύει τη διαμαρτυρία και τη δυσαρέσκεια των υποτελών στρωμάτων της κοινωνίας, συνδέοντάς την με τους πιο ανοιχτούς ή ανερχόμενους τομείς των διανοητικών ελίτ και όχι μόνον.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Αυτή η διαδικασία όμως δεν μπορεί να κατανοηθεί ανεξάρτητα από την άλλη μεγάλη τάση που σημάδεψε τις τελευταίες δεκαετίες, δηλαδή την αυξανόμενη αδυναμία των εθνικών δημοκρατικών πεδίων δράσης να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα που από πολλές απόψεις υπερβαίνουν την ικανότητα παρέμβασης των επιμέρους κρατών. Σε αυτό το σημείο αρκεί μια σύντομη νύξη, επειδή την τελευταία εικοσαετία το θέμα αυτό έχει βρεθεί στο επίκεντρο άπειρων συζητήσεων σχετικά με τις πολιτικές συνέπειες της οικονομικής παγκοσμιοποίησης.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Συνοπτικά μπορούμε να πούμε, επαναλαμβάνοντας τους διαφωτιστικούς στοχασμούς ενός από τους συγγραφείς που πρώτοι και με μεγαλύτερη προσοχή μελέτησαν αυτά τα θέματα, του Ντέιβιντ Χελντ, ότι οι πολιτικές κοινότητες δεν αποτελούν πλέον (αν ποτέ αποτελούσαν) «επαρκείς κόσμους», αλλά διαπερνιούνται αντίθετα από πολλές δυναμικές που υπερβαίνουν τα σύνορά τους και συνεπώς τείνουν να περιθωριοποιούν ή να αποδυναμώνουν τις ικανότητες ελέγχου των «εθνικών» δημοκρατικών εξουσιών.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Τη διακυβέρνηση των παγκόσμιων δυναμικών ανέλαβαν στην πράξη, πριν από την κρίση και ακόμη περισσότερο μετά από αυτήν, υπερεθνικοί οργανισμοί, που υπαγορεύουν στα κράτη τους κανόνες «ενάρετης» συμπεριφοράς, από την τήρηση των οποίων εξαρτάται η χρηματοδότηση του δημόσιου χρέους τους από μέρους όσων ελέγχουν τις παγκόσμιες χρηματικές ροές. Σε πολλά αποφασιστικά θέματα η δημοκρατική διαλεκτική φαίνεται επομένως να έχει «ανασταλεί», επειδή οι διάφορες παρατάξεις της Δεξιάς και της Αριστεράς μπορούν να εφαρμόζουν μόνον τις συνταγές που τους επιβάλλονται. Και αυτή είναι προφανώς άλλη μια από τις μεγάλες αιτίες της δυσπιστίας ή της αδιαφορίας που οι πολίτες καταλήγουν να νιώθουν για την πολιτική. Ακόμη και εκεί, όμως, που δεν έχουν χάσει ρητά τις εξουσίες τους, οι εθνικές δημοκρατίες αναμετριούνται με προβλήματα που ξεφεύγουν από τις ικανότητές τους για έλεγχο και διαχείριση: από τις μεταναστευτικές κινήσεις ώς τις ροές της παγκόσμιας επικοινωνίας, από τα προβλήματα ενεργειακού εφοδιασμού ώς τις ακαριαίες κινήσεις των κεφαλαίων, για να αναφέρουμε μερικά μόνον παραδείγματα.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Εξάλλου -αυτό είναι ίσως ακόμα σοβαρότερο-, δεν μπορούν πλέον να αντιμετωπιστούν σε «εθνικό» επίπεδο εκείνες οι μεγάλες διαδικασίες που θα μπορούσαν να απειλήσουν ακόμα και την ίδια την επιβίωση του ανθρώπινου γένους: από την επίπτωση των ανθρώπινων δραστηριοτήτων στο περιβάλλον και στο κλίμα ώς τις απρόβλεπτες και δυνητικά καταστροφικές συνέπειες που θα μπορούσαν να πυροδοτηθούν από τις επιστημονικές και τεχνολογικές εξελίξεις, οι οποίες από τη φύση τους είναι παγκόσμιες και δεν εγγράφονται μέσα σε εθνικά ρυθμιστικά πλαίσια. […]</p>
<p>&nbsp;</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://archive.efsyn.gr/?feed=rss2&#038;p=242671</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Τέσσερις πλάνες για την οικονομία</title>
		<link>https://archive.efsyn.gr/?p=240533&#038;utm_source=rss&#038;utm_medium=rss&#038;utm_campaign=%25cf%2584%25ce%25ad%25cf%2583%25cf%2583%25ce%25b5%25cf%2581%25ce%25b9%25cf%2582-%25cf%2580%25ce%25bb%25ce%25ac%25ce%25bd%25ce%25b5%25cf%2582-%25ce%25b3%25ce%25b9%25ce%25b1-%25cf%2584%25ce%25b7%25ce%25bd-%25ce%25bf%25ce%25b9%25ce%25ba%25ce%25bf%25ce%25bd%25ce%25bf%25ce%25bc%25ce%25af%25ce%25b1</link>
		<comments>https://archive.efsyn.gr/?p=240533#comments</comments>
		<pubDate>Sun, 05 Oct 2014 12:00:50 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[ΙΔΕΕΣ]]></category>
		<category><![CDATA[ΣΕΛΙΔΕΣ]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://archive.efsyn.gr/?p=240533</guid>
		<description><![CDATA[Συγγραφέας πολλών έργων, μεταξύ των οποίων και μια τρίτομη βιογραφία του Κέινς, ο Ρόμπερτ Σκιντέλσκι είναι επίτιμος καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας στο Πανεπιστήμιο του Γουόρικ στην Αγγλία. Στη γλώσσα μας κυκλοφορούν τα βιβλία του «Keynes: Επιστροφή στη διδασκαλία του» (Κριτική, 2013) και «Πόσα πραγματικά χρειαζόμαστε;» (Μεταίχμιο, 2013). Το ακόλουθο άρθρο του δημοσιεύτηκε στο «Project Syndicate»]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p><strong>Από τον Θανάση Γιαλκέτση</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<p><a href="http://archive.efsyn.gr/wp-content/uploads/2014/10/ES20141004_631.jpg" rel="lightbox[ set1 ]"><img class="alignleft wp-image-240740" src="http://archive.efsyn.gr/wp-content/uploads/2014/10/ES20141004_631.jpg" alt="" width="700" height="503" /></a></p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Η περίοδος που άρχισε το 2008 παρήγαγε μια πλούσια συλλογή από οικονομικές πλάνες, που ανακυκλώνονται κυρίως στα χείλη των πολιτικών ηγετών. Ιδού οι τέσσερις που μου είναι περισσότερο προσφιλείς.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>1. Η Γερμανίδα νοικοκυρά. «Θα έπρεπε απλώς να ρωτήσουν τη Γερμανίδα νοικοκυρά», είχε πει η Ανγκελα Μέρκελ μετά την κατάρρευση της Lehman Brothers το 2008. «Θα τους έλεγε ότι δεν μπορείς να ζεις ξοδεύοντας περισσότερα από όσα έχεις». Αυτή η φαινομενικά συνετή λογική είναι η βάση της λιτότητας. Το πρόβλημα είναι ότι αγνοεί την επίπτωση της φειδούς της νοικοκυράς στη συνολική ζήτηση. Αν όλες οι οικογένειες μειώσουν τις δαπάνες τους, η συνολική κατανάλωση πέφτει και το ίδιο συμβαίνει με τη ζήτηση εργασίας. Αν ο σύζυγος της νοικοκυράς χάσει τη δουλειά του, η κατάσταση της οικογένειας θα χειροτερέψει. Η γενική περίπτωση αυτής της πλάνης είναι η «πλάνη της σύνθεσης»: αυτό που έχει νόημα για κάθε οικογένεια ή ατομική επιχείρηση δεν είναι υποχρεωτικά καλό για το σύνολο. Η ιδιαίτερη περίπτωση, που προσδιόρισε ο Κέινς, είναι το «παράδοξο της φειδούς»: αν όλοι προσπαθούν να αποταμιεύσουν περισσότερα σε δύσκολους καιρούς, η συνολική ζήτηση θα πέσει, μειώνοντας τη συνολική αποταμίευση εξαιτίας της πτώσης της κατανάλωσης και της οικονομικής ανάπτυξης. Αν η κυβέρνηση προσπαθεί να μειώσει το έλλειμμα, οι οικογένειες και οι επιχειρήσεις θα πρέπει να σφίξουν το ζωνάρι με συνέπεια τη μείωση της συνολικής δαπάνης. Επομένως, όσο η κυβέρνηση περικόπτει τις δαπάνες, δύσκολα θα μειώνεται το έλλειμμα. Και αν όλες οι χώρες εφαρμόζουν ταυτόχρονα τη λιτότητα, η μειωμένη ζήτηση για αγαθά κάθε χώρας θα οδηγήσει σε πιο χαμηλές καταναλώσεις και όλα θα επιδεινωθούν.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>2. Το κράτος δεν μπορεί να ξοδεύει χρήματα που δεν έχει. Αυτό το λάθος –που επαναλαμβάνεται συχνά από τον Βρετανό πρωθυπουργό Ντέιβιντ Κάμερον- αντιμετωπίζει τα κράτη σαν να είχαν τους ίδιους χρηματοδοτικούς περιορισμούς που έχουν οι οικογένειες ή οι επιχειρήσεις. Τα κράτη μπορούν να αποκτήσουν τα χρήματα που χρειάζονται με την έκδοση ομολόγων. Ενα υπερχρεωμένο κράτος δεν πρέπει όμως να πληρώνει όλο και υψηλότερα επιτόκια, με αποτέλεσμα τα κόστη της εξυπηρέτησης του χρέους να απορροφούν τελικά όλο του το εισόδημα; Η απάντηση είναι όχι. Η κεντρική τράπεζα μπορεί να τυπώνει αρκετό πρόσθετο νόμισμα, ώστε να συγκρατεί το κόστος του δημόσιου χρέους. Αυτό το επιχείρημα δεν ισχύει για ένα κράτος που δεν έχει δική του κεντρική τράπεζα. Σ’ αυτή την περίπτωση αντιμετωπίζει τον ίδιο χρηματοδοτικό περιορισμό με τη νοικοκυρά που προαναφέραμε. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ορισμένα κράτη-μέλη της ευρωζώνης έχουν τόσα προβλήματα όσο η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα δεν προσφεύγει σε άμεσα διορθωτικά μέτρα.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>3. Το δημόσιο χρέος είναι αναβαλλόμενη φορολόγηση. Σύμφωνα με αυτή τη συχνά επαναλαμβανόμενη πλάνη, τα κράτη μπορούν να συλλέγουν κεφάλαια με την έκδοση ομολόγων, αλλά, αφού τα ομόλογα είναι δάνεια που τελικά θα πρέπει να εξοφληθούν, αυτό μπορεί να γίνει μόνον αυξάνοντας τους φόρους. Και επειδή οι φορολογούμενοι το περιμένουν αυτό, θα αποταμιεύσουν τώρα προκειμένου να ανταποκριθούν στις μελλοντικές φορολογικές τους υποχρεώσεις. Οσο περισσότερο η κυβέρνηση δανείζεται για να πληρώσει τις δαπάνες της σήμερα, τόσο περισσότερο οι άνθρωποι θα αποταμιεύουν για να πληρώσουν τους φόρους στο μέλλον, εκμηδενίζοντας κάθε αναπτυξιακό αποτέλεσμα της συμπληρωματικής χρηματοδότησης. Το πρόβλημα με αυτή την επιχειρηματολογία είναι ότι τα κράτη σπάνια υποχρεώνονται να «πληρώσουν» τα χρέη τους· θα μπορούσαν να αποφασίσουν να το κάνουν, αλλά στις περισσότερες περιπτώσεις τα ανανεώνουν στη λήξη τους με την έκδοση νέων ομολόγων. Οσο πιο μεγάλη είναι η διάρκεια των ομολόγων τόσο λιγότερο συχνά τα κράτη οφείλουν να βγαίνουν στις αγορές για νέα δάνεια. Ακόμη πιο σημαντικό: όταν υπάρχουν αναξιοποίητοι πόροι (για παράδειγμα, όταν η ανεργία είναι πολύ υψηλότερη από τα φυσιολογικά επίπεδα), οι δαπάνες που γίνονται χάρη στον δανεισμό του κράτους επαναφέρουν αυτούς τους πόρους σε παραγωγικές δραστηριότητες. Η αύξηση των εσόδων του κράτους που προκαλείται με αυτόν τον τρόπο (συν τη μείωση της δαπάνης για τους ανέργους) συμβάλλει στην εξόφληση του επιπλέον χρέους χωρίς να χρειάζεται να αυξηθούν οι φόροι.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>4. Το δημόσιο χρέος είναι ένα επαχθές βάρος για τις μελλοντικές γενιές. Αυτό το λάθος επαναλαμβάνεται τόσο συχνά ώστε έχει μπει στο συλλογικό ασυνείδητο. Το επιχείρημα είναι ότι, αν η τωρινή γενιά ξοδεύει περισσότερα από όσα κερδίζει, η επόμενη γενιά θα υποχρεωθεί να κερδίζει περισσότερα από όσα ξοδεύει, προκειμένου να εξοφλήσει το χρέος. Αυτό όμως δεν συνυπολογίζει το γεγονός ότι οι κάτοχοι αυτού του ίδιου χρέους θα είναι τα μέλη των υποτιθέμενων επιβαρημένων μελλοντικών γενιών. Ας υποθέσουμε ότι τα παιδιά μου οφείλουν να εξοφλήσουν το δικό μου χρέος προς εσάς. Τα παιδιά μου θα είναι σε χειρότερη μοίρα. Αλλά εσείς θα είστε σε καλύτερη. Αυτό μπορεί να είναι κακό για την κατανομή του πλούτου και του εισοδήματος, επειδή θα πλουτίσει ο πιστωτής σε βάρος του οφειλέτη, αλλά δεν θα είναι κάποιο καθαρό βάρος πάνω στις μελλοντικές γενιές. Η αρχή είναι ακριβώς η ίδια όταν οι κάτοχοι του δημόσιου χρέους είναι ξένοι (όπως στην περίπτωση της Ελλάδας), αν και η πολιτική αντίθεση στην εξόφληση θα είναι πολύ μεγαλύτερη.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Οι πλάνες ανθούν στην οικονομία, γιατί αυτή δεν είναι μια φυσική επιστήμη, όπως η φυσική ή η χημεία. Τα θεωρήματα στην οικονομία σπάνια είναι απολύτως αληθινά ή ψευδή. Αυτό που είναι αληθινό σε ορισμένες περιστάσεις μπορεί να είναι ψευδές σε άλλες. Κυρίως, η αλήθεια πολλών θεωρημάτων εξαρτάται από τις προσδοκίες των ανθρώπων. Ας εξετάσουμε την πεποίθηση ότι όσο περισσότερο δανείζεται η κυβέρνηση τόσο υψηλότερα θα είναι τα μελλοντικά φορολογικά βάρη. Αν τα πρόσωπα δρουν με βάση αυτή την πεποίθηση, αποταμιεύοντας κάθε επιπλέον στερλίνα, δολάριο ή ευρώ που η κυβέρνηση βάζει στην τσέπη τους, η επιπρόσθετη δημόσια δαπάνη δεν θα έχει κάποια επίπτωση στις οικονομικές δραστηριότητες, ανεξάρτητα από το πόσοι πόροι είναι ανενεργοί. Η κυβέρνηση θα υποχρεωθεί επομένως να αυξήσει τους φόρους και η πλάνη θα γίνει μια αυτοεκπληρούμενη προφητεία. Πώς πρέπει λοιπόν να διακρίνουμε μεταξύ αληθινών και ψευδών θεωρημάτων στην οικονομία; Ισως η διαχωριστική γραμμή πρέπει να χαραχθεί μεταξύ θεωρημάτων που ισχύουν μόνον αν οι άνθρωποι προσδοκούν ότι είναι αληθινά και εκείνων που είναι αληθινά ανεξάρτητα από τις πεποιθήσεις των ανθρώπων. Ο ισχυρισμός «αν όλοι αποταμιεύαμε περισσότερο σε μια κρίση θα ήμασταν όλοι καλύτερα» είναι απολύτως ψευδής. Θα ήμασταν όλοι χειρότερα. Αλλά ο ισχυρισμός «όσο περισσότερο το κράτος δανείζεται χρήματα τόσο περισσότερο πρέπει να πληρώνει για το χρέος του» άλλοτε είναι αληθινός και άλλοτε ψευδής.</p>
<p>&nbsp;</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://archive.efsyn.gr/?feed=rss2&#038;p=240533</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Υπό τη σημαία του διεθνισμού</title>
		<link>https://archive.efsyn.gr/?p=238490&#038;utm_source=rss&#038;utm_medium=rss&#038;utm_campaign=%25cf%2585%25cf%2580%25cf%258c-%25cf%2584%25ce%25b7-%25cf%2583%25ce%25b7%25ce%25bc%25ce%25b1%25ce%25af%25ce%25b1-%25cf%2584%25ce%25bf%25cf%2585-%25ce%25b4%25ce%25b9%25ce%25b5%25ce%25b8%25ce%25bd%25ce%25b9%25cf%2583%25ce%25bc%25ce%25bf%25cf%258d-2</link>
		<comments>https://archive.efsyn.gr/?p=238490#comments</comments>
		<pubDate>Sun, 28 Sep 2014 12:00:40 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[ΙΔΕΕΣ]]></category>
		<category><![CDATA[ΣΕΛΙΔΕΣ]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://archive.efsyn.gr/?p=238490</guid>
		<description><![CDATA[Από τον Θανάση Γιαλκέτση &#160; Πριν από 150 χρόνια, στις 28 Σεπτεμβρίου 1864, η αίθουσα Σεν Μάρτιν’ς Χολ στο Κόβεντ Γκάρντεν του Λονδίνου ήταν κατάμεστη. Οι περισσότεροι από τους δύο χιλιάδες συγκεντρωμένους ήταν Αγγλοι και Γάλλοι εργάτες, αλλά υπήρχαν και ορισμένοι Γερμανοί, Ιταλοί, Ισπανοί, Ρώσοι, Πολωνοί κ.ά. Εκείνη τη μέρα γεννήθηκε η Διεθνής Ενωση των [&#038;hellip]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p><strong>Από τον Θανάση Γιαλκέτση</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<p><a href="http://archive.efsyn.gr/wp-content/uploads/2014/09/ES20140927_71.jpg" rel="lightbox[ set1 ]"><img class="alignleft wp-image-238606" src="http://archive.efsyn.gr/wp-content/uploads/2014/09/ES20140927_71.jpg" alt="" width="428" height="344" /></a>Πριν από 150 χρόνια, στις 28 Σεπτεμβρίου 1864, η αίθουσα Σεν Μάρτιν’ς Χολ στο Κόβεντ Γκάρντεν του Λονδίνου ήταν κατάμεστη. Οι περισσότεροι από τους δύο χιλιάδες συγκεντρωμένους ήταν Αγγλοι και Γάλλοι εργάτες, αλλά υπήρχαν και ορισμένοι Γερμανοί, Ιταλοί, Ισπανοί, Ρώσοι, Πολωνοί κ.ά. Εκείνη τη μέρα γεννήθηκε η Διεθνής Ενωση των Εργατών (που έμεινε στην ιστορία ως Πρώτη Διεθνής), με σκοπό να ενώσει τους εργάτες όλων των χωρών στην πάλη τους για χειραφέτηση. Ο Μαρξ παρακολούθησε σιωπηλός τις εργασίες εκείνης της ιδρυτικής συνέλευσης, αλλά στο τέλος της βραδιάς είχε εκλεγεί στο Γενικό Συμβούλιο και τις επόμενες εβδομάδες θα συντάξει την «Ιδρυτική Διακήρυξη» και το Καταστατικό της Διεθνούς. Ως ηγέτης και θεωρητικός νους της Διεθνούς, ο Μαρξ μάχεται εναντίον της μεγάλης επιρροής που είχαν στους κόλπους της οι ιδέες του Προυντόν, του Ματσίνι και του Μπακούνιν, και αντιπροτείνει το δικό του επαναστατικό πρόγραμμα προσπαθώντας να κερδίσει την υποστήριξη όλων των συνιστωσών της οργάνωσης.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Οι γενικοί προσανατολισμοί που εισηγείται ο Μαρξ είναι συνοπτικά οι εξής: «Η χειραφέτηση της εργατικής τάξης πρέπει να είναι το έργο της ίδιας της εργατικής τάξης» (με αυτή τη φράση αρχίζει το καταστατικό) και επομένως όχι το έργο φιλάνθρωπων αστών ή κοινωνικών μεταρρυθμιστών που δρουν για λογαριασμό της, ούτε ουτοπικών στοχαστών ή φωτισμένων πρωτοποριών ιακωβίνικου, μπλανκιστικού ή συνωμοτικού τύπου (αυτή η θέση είναι και μια ευθεία κριτική στους οπαδούς του Λασάλ και γενικότερα σε όλες τις τάσεις που εναπόθεταν τις ελπίδες τους στον πατερναλισμό αντιδραστικών κυβερνήσεων και κρατών, αλλά και σε όσους συνέχιζαν να θεωρούν το εργατικό κίνημα ως απλό παράρτημα των φιλελεύθερων και δημοκρατικών κομμάτων). Η χειραφέτηση της εργατικής τάξης προωθείται ουσιαστικά με την ταξική πάλη, που είναι τόσο οικονομική πάλη, για τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας, όσο και πολιτική πάλη, για τη διεξαγωγή της οποίας η εργατική τάξη πρέπει να διαθέτει ένα δικό της αυτόνομο κόμμα.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Απορρίπτονται έτσι τόσο οι θέσεις εκείνων που πρότειναν τη λύση των συνεταιρισμών και των θεσμών αλληλοβοήθειας -προυντονικών ή λασαλικών- όσο και εκείνες των αναρχικών, που απέρριπταν την πολιτική πάλη και το κόμμα ως συγκεντρωτική οργάνωση. Οι μακροπρόθεσμοι στόχοι πρέπει να είναι η κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας, η κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής και η αταξική κοινωνία. Στην Πρώτη Διεθνή, ωστόσο, αυτές οι ιδέες δεν γίνονταν δεκτές από όλους, γιατί τα ρεύματα που τη συναποτελούσαν είχαν πολύ διαφορετικές αντιλήψεις για την κοινωνική χειραφέτηση. Οι Γάλλοι προυντονικοί οραματίζονταν μια κοινωνία συνεταιρισμένων μικροϊδιοκτητών και επομένως τάσσονταν εναντίον της κοινωνικοποίησης των μέσων παραγωγής, ευνοώντας έντονα αντικρατικές και αποκεντρωμένες μορφές οργάνωσης της παραγωγής. Οι Γερμανοί λασαλικοί πίστευαν ότι με την καθολική ψήφο το κράτος θα μπορούσε να μετασχηματιστεί σε θεματοφύλακα των συμφερόντων των εργατών. Οσο για τους Αγγλους των Trade Unions, αυτοί πάλευαν για κοινωνικές και πολιτικές μεταρρυθμίσεις που δεν έθιγαν τη δομή της ιδιοκτησίας και δεν συμμερίζονταν διόλου την επαναστατική προοπτική του Μαρξ. Στα ετήσια συνέδρια της Διεθνούς γίνονταν ζωηρές συζητήσεις για τις ιδεολογικές και προγραμματικές διαφορές μεταξύ των διάφορων τάσεων και ομάδων. Στη Γενεύη το 1866, στη Λωζάννη το 1867, στις Βρυξέλλες το 1868, οι αντιπαραθέσεις γίνονταν κυρίως μεταξύ των θέσεων του Μαρξ και των προυντονικών (ο ίδιος ο Μαρξ δεν συμμετείχε σε αυτά τα συνέδρια).</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Με αφετηρία το 1868 κυριαρχεί η σύγκρουση μεταξύ του Μαρξ και του Μπακούνιν, ο οποίος υποστήριζε την εξέγερση και την κατάργηση του κράτους και θεωρούσε τον μαρξικό κομμουνισμό σαν μια αυταρχική θεωρία που θα οδηγούσε σε μια νέα μορφή υποδούλωσης, επειδή θα συγκέντρωνε όλη την ιδιοκτησία στα χέρια του κράτους. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1860 η επιρροή και το κύρος της Διεθνούς μεγάλωναν, ενώ οι εργατικοί αγώνες, οι απεργίες και οι κοινωνικές συγκρούσεις ενισχύονταν και εξαπλώνονταν σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες. Το διεθνές πλαίσιο θα αλλάξει όμως μετά τον γαλλοπρωσικό πόλεμο του 1870 και την Κομμούνα του Παρισιού.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Ο πόλεμος μεταξύ των εθνών απειλούσε με διάλυση τη διεθνή αλληλεγγύη των εργατικών οργανώσεων. Στη Γερμανία οι λασαλικοί θα ψηφίσουν στο Ράιχσταγκ τις πολεμικές πιστώσεις, ενώ οι ηγέτες του νέου φιλομαρξιστικού σοσιαλδημοκρατικού κόμματος, που ιδρύθηκε στο Αϊζεναχ το 1869 από τον Βίλχελμ Λίμπκνεχτ και τον Αύγουστο Μπέμπελ, θα απέχουν από την ψηφοφορία. Ο Μαρξ προετοίμασε για τη Διεθνή μια πρώτη διακήρυξη (που εγκρίθηκε από το Γενικό Συμβούλιο στις 23 Ιουλίου 1870), με την οποία η οργάνωση καταδίκαζε τον πόλεμο και υπεράσπιζε την προλεταριακή αλληλεγγύη μεταξύ των Γάλλων και των Γερμανών εργατών. Στη δεύτερη διακήρυξη της Διεθνούς για τον γαλλοπρωσικό πόλεμο (που εγκρίθηκε από το Γενικό Συμβούλιο στις 9 Σεπτεμβρίου 1870), ο Μαρξ προειδοποιούσε τους Γάλλους να μην επιχειρήσουν μια επανάσταση που δεν θα είχε πιθανότητες επιτυχίας. Ο Μαρξ ήταν επομένως από την αρχή αρκετά απαισιόδοξος για τις προοπτικές της παρισινής επανάστασης, αλλά, όταν αυτή ξέσπασε, ο σκεπτικισμός και οι αμφιβολίες παραχώρησαν τη θέση τους στην ολόπλευρη αλληλεγγύη. Η τρίτη διακήρυξη («Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία»), που έγραφε ο Μαρξ από τον Απρίλιο του 1871 για λογαριασμό της Διεθνούς, δημοσιεύτηκε στο Λονδίνο στις 13 Ιουνίου 1871, όταν η επανάσταση είχε ήδη ηττηθεί. Μετά την πτώση της Κομμούνας αρχίζει η παρακμή της Διεθνούς. Οι εκπρόσωποι των αγγλικών συνδικάτων παραιτούνται από το Γενικό Συμβούλιο διαμαρτυρόμενοι για την άνευ όρων υποστήριξη που δόθηκε στην παρισινή επανάσταση.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Παράλληλα, οξύνεται όλο και περισσότερο η πολεμική μεταξύ του Μαρξ και του Μπακούνιν. Η τελική αναμέτρηση γίνεται στο συνέδριο της Χάγης το 1872 (το μόνο στο οποίο ο Μαρξ ήταν παρών), που επικυρώνει την πολιτική νίκη του Μαρξ και ταυτόχρονα το τέλος της Διεθνούς. Ενώ ο Μαρξ κατορθώνει να επιβάλει τις θέσεις του, ο Ενγκελς προτείνει και πετυχαίνει τη μεταφορά της έδρας του Γενικού Συμβουλίου από το Λονδίνο στη Νέα Υόρκη. Η «αμερικανική» Διεθνής ήταν ήδη ουσιαστικά νεκρή, όταν στο συνέδριο της Φιλαδέλφειας, το 1876, θα αποφασιστεί και η τυπική της διάλυση. Μεταξύ των αιτίων της παρακμής της Διεθνούς (οι εντάσεις που προκάλεσαν τα δραματικά γεγονότα των ετών 1870-71, η σύγκρουση Μαρξ-Μπακούνιν) βαραίνει ιδιαίτερα η στάση που υιοθετεί το αγγλικό εργατικό κίνημα.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Εδώ διαφαίνεται η πιο μεγάλη αντίφαση και τελικά η αποτυχία της μαρξικής στρατηγικής. Το Λονδίνο, μολονότι παραμένει φιλόξενο και γενναιόδωρο προς τους εξόριστους επαναστάτες της Ευρώπης, στρέφει την πλάτη του στο επαναστατικό πεπρωμένο για το οποίο το προόριζε ο Μαρξ. Το αγγλικό εργατικό κίνημα προχωράει αργά και πραγματιστικά, αδιαφορώντας για τα θεωρητικά ζητήματα. Η Πρώτη Διεθνής διαλύεται τελικά όχι τόσο εξαιτίας του υποτιθέμενου υπερσυγκεντρωτισμού του Μαρξ ή του οργανωτικού μηδενισμού του Μπακούνιν, αλλά μάλλον εξαιτίας της απροθυμίας του αγγλικού εργατικού κινήματος να μεταφράσει την ιστορική και κοινωνική υπεροχή του σε πολιτική καθοδήγηση του διεθνούς κινήματος. Με τη διάλυση της Διεθνούς εντείνεται η φυγόκεντρη εθνική διασπορά, που οδήγησε στη θεμελίωση «εθνικών» εργατικών κινημάτων, καθένα από τα οποία έχει τη δική του ιστορία και τη δική του ταυτότητα.</p>
<p>&nbsp;</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://archive.efsyn.gr/?feed=rss2&#038;p=238490</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
	</channel>
</rss>
