<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?>
<rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>Εφημερίδα των Συντακτών &#187; ΕΠΙΣΤΗΜΗ</title>
	<atom:link href="https://archive.efsyn.gr/?cat=26537&#038;feed=rss2" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://archive.efsyn.gr</link>
	<description>online έκδοση</description>
	<lastBuildDate>Wed, 12 Nov 2014 13:50:29 +0000</lastBuildDate>
	<language>el</language>
		<sy:updatePeriod>hourly</sy:updatePeriod>
		<sy:updateFrequency>1</sy:updateFrequency>
	<generator>https://wordpress.org/?v=3.9.25</generator>
	<item>
		<title>Μεγάλες επιστημονικές ιδέες άξιες για&#8230; Νόμπελ</title>
		<link>https://archive.efsyn.gr/?p=248504&#038;utm_source=rss&#038;utm_medium=rss&#038;utm_campaign=%25ce%25bc%25ce%25b5%25ce%25b3%25ce%25ac%25ce%25bb%25ce%25b5%25cf%2582-%25ce%25b5%25cf%2580%25ce%25b9%25cf%2583%25cf%2584%25ce%25b7%25ce%25bc%25ce%25bf%25ce%25bd%25ce%25b9%25ce%25ba%25ce%25ad%25cf%2582-%25ce%25b9%25ce%25b4%25ce%25ad%25ce%25b5%25cf%2582-%25ce%25ac%25ce%25be%25ce%25b9%25ce%25b5%25cf%2582-%25ce%25b3%25ce%25b9</link>
		<comments>https://archive.efsyn.gr/?p=248504#comments</comments>
		<pubDate>Sun, 02 Nov 2014 13:00:35 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[ΕΠΙΣΤΗΜΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΣΕΛΙΔΕΣ]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://archive.efsyn.gr/?p=248504</guid>
		<description><![CDATA[Οπως κάθε χρόνο, τον Οκτώβριο ανακοινώνονται από τη Σουηδία τα ονόματα των πρωταγωνιστών στην ετήσια επιστημονική «πασαρέλα»]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p><strong>Γράφει ο Σπύρος Μανουσέλης</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<p><strong>Το Νόμπελ Ιατρικής στο «εγκεφαλικό GPS»</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<p><a href="http://archive.efsyn.gr/wp-content/uploads/2014/11/ES201411455501_64.jpg" rel="lightbox[ set1 ]"><img class="alignleft wp-image-248660" src="http://archive.efsyn.gr/wp-content/uploads/2014/11/ES201411455501_64.jpg" alt="" width="599" height="600" /></a></p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Το φετινό Νόμπελ για την Ιατρική και τη Φυσιολογία επιβράβευσε την ανακάλυψη του εγκεφαλικού συστήματος που μας επιτρέπει να προσανατολιζόμαστε στον χώρο, ένα είδος βιολογικού συστήματος πλοήγησης ή, για όσους αρέσκονται σε τεχνολογικές μεταφορές, του «εγκεφαλικού GPS».</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Το βραβείο μοιράστηκαν από κοινού τρεις πρωτοπόροι ερευνητές του εγκεφάλου, ο Τζον Ο’Κιφ (John O’Keefe), διάσημος Αμερικανοβρετανός νευροψυχολόγος, και το ζεύγος Μόζερ, η Μέι-Μπριτ Μόζερ (May-Britt Moser) και ο Εντβαρντ Μόζερ (Edvard Moser), αμφότεροι Νορβηγοί νευροεπιστήμονες. Χάρη στις πρωτοποριακές έρευνές τους οι τρεις επιφανείς επιστήμονες ανακάλυψαν όχι μόνο πώς καταφέρνει ο εγκέφαλός μας να εντοπίζει τη θέση μας στον χώρο, αλλά και πώς «πλοηγεί» το σώμα μας μέσα σ’ αυτόν.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Στον Τζον Ο’Κιφ οφείλεται η ανακάλυψη του νευρωνικού κυκλώματος της χωρικής μνήμης που βρίσκεται στον ιππόκαμπο. Στις αρχές της δεκαετίας του 1970, όταν εργαζόταν στο Πανεπιστήμιο University College του Λονδίνου, ο Ο’Κιφ πραγματοποίησε σειρά από εντυπωσιακά πειράματα με αρουραίους.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Τα πειράματα αυτά υποδείκνυαν σαφώς ότι στον ιππόκαμπο των θηλαστικών –άρα και του ανθρώπου!– υπάρχει ένας αριθμός ειδικών νευρικών κυττάρων που ονομάζονται «κύτταρα θέσης» στον χώρο (space cell) και τα οποία ενεργοποιούνται πάντοτε όποτε ο οργανισμός χρειάζεται τη «χωρική μνήμη». Ο Τζον Ο’Κιφ είχε από τότε υποστηρίξει ότι τα «κύτταρα θέσης» στον ιππόκαμπο δεν καταγράφουν απλώς οπτικές πληροφορίες, αλλά δημιουργούν πραγματικούς εγκεφαλικούς χάρτες του χώρου. Και, όπως αποδείχτηκε αργότερα, και τα ανώτερα θηλαστικά (π.χ. χιμπατζήδες, άνθρωποι κ.ά.) δημιουργούν τέτοιους χάρτες!</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Η περιγραφή όμως του εγκεφαλικού μηχανισμού της χαρτογράφησης και του προσανατολισμού στον χώρο παρέμενε ατελής όσο έλειπε η αποφασιστικής σημασίας συμβολή του ενδορινικού φλοιού του εγκεφάλου. Εκεί βρίσκεται ένα άλλο νευρωνικό κύκλωμα, τα «κύτταρα πλέγματος», τα οποία σε στενή συνεργασία με τα «κύτταρα θέσης» δημιουργούν έναν πλήρη εγκεφαλικό μηχανισμό που επιτρέπει στον οργανισμό να βρίσκει τη θέση του, τον προσανατολισμό του και τη σωστή κίνηση στον χώρο.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Αυτό έδειξαν, μετά από αρκετά χρόνια, οι συστηματικές έρευνες της Μέι-Μπριτ Μόζερ και του συζύγου της Εντβαρντ Μόζερ στο νορβηγικό Πανεπιστήμιο του Τροντχάιμ. Ας σημειωθεί ότι οι δύο Νορβηγοί νευροεπιστήμονες γνωρίστηκαν και ερωτεύτηκαν την εποχή που ως νεαροί ερευνητές εργάζονταν στο εργαστήριο του Τζον Ο’Κιφ στις ΗΠΑ.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Πιο πρόσφατες έρευνες μάλιστα, που βασίζονται στις σύγχρονες τεχνικές απεικόνισης του εγκεφάλου, και κλινικές μελέτες σε άτομα που υποφέρουν από νευροεκφυλιστικές παθήσεις (π.χ. σύνδρομο Αλτσχάιμερ) επιβεβαίωσαν την ύπαρξη αυτού του μηχανισμού και στον άνθρωπο.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><strong>Πώς όμως δικαιολογείται η συγκεκριμένη επιλογή;</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Είναι η ενδέκατη φορά που το βραβείο Νόμπελ Ιατρικής και Φυσιολογίας απονέμεται σε ερευνητές από το πεδίο των Νευροεπιστημών. Και η Μέι-Μπριτ Μόζερ είναι η δεύτερη γυναίκα νευροεπιστήμων που βραβεύεται με Νόμπελ (η πρώτη ήταν η Ρίτα Λεβί Μονταλτσίνι, το 1986).</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Το πρώτο βραβείο Νόμπελ για νευροβιολογικές έρευνες δόθηκε το 1906 στους Καμίλο Γκόλτζι και Σαντιάγκο Ραμόν ι Καχάλ για τις θεμελιώδεις ανακαλύψεις τους σχετικά με την κυτταρική δομή και επικοινωνία του νευρικού συστήματος, ενώ το προτελευταίο βραβείο στη Νευροεπιστήμη δόθηκε το 2000 (στους Α. Κάρλσον, Π. Γκρίνγκαρντ και Ε. Ρ. Κάντελ). Οσο για τη φετινή απόφαση να δοθεί άλλο ένα βραβείο Νόμπελ στην έρευνα του εγκεφάλου, αυτή αποτελεί την υπέρτατη επιστημονική αναγνώριση του έργου τριών διαπρεπών ερευνητών, οι οποίοι τις τελευταίες δεκαετίες μελέτησαν και χαρτογράφησαν λεπτομερώς τον εγκεφαλικό μηχανισμό που μας επιτρέπει κάθε στιγμή να εντοπίζουμε τη θέση μας και να κινούμαστε με σχετική αυτονομία στον χώρο.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Επιπλέον με την ανακάλυψη αυτού του βιολογικού συστήματος προσανατολισμού επιβεβαιώνεται η εξάρτηση κάποιων ανώτερων νοητικών λειτουργιών από συγκεκριμένες εγκεφαλικές δομές, δηλαδή η σαφής εξάρτηση του νου από τον εγκέφαλο.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Εξάλλου αυτό το γεγονός επικαλέστηκε η επιτροπή για το Νόμπελ Ιατρικής, όταν δικαιολόγησε τη συγκεκριμένη επιλογή της: «Είναι η πρώτη σαφής απόδειξη των κυτταρικών βάσεων μιας ανώτερης γνωστικής λειτουργίας». Με τις ανακαλύψεις τους οι τρεις ερευνητές «&#8230; έλυσαν ένα πρόβλημα που απασχολούσε φιλόσοφους και επιστήμονες επί αιώνες: πώς ο εγκέφαλός μας δημιουργεί έναν χάρτη του χώρου που μας περιβάλλει και πώς βρίσκουμε τον δρόμο μας σε ένα περίπλοκο περιβάλλον».</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Πρόκειται για ένα θεμελιώδες εγκεφαλικό σύστημα από το οποίο εξαρτάται κυριολεκτικά η επιβίωση του οργανισμού: αν κάθε πρωί μπορούμε να σηκωνόμαστε από το κρεβάτι, να κινούμαστε άνετα μέσα στο σπίτι, να πηγαίνουμε σε όποιο σημείο της πόλης επιθυμούμε (ακόμη και αλλάζοντας δρόμο), οφείλεται στο «βιολογικό GPS» στο κεφάλι μας. Με αυτήν ακριβώς την έννοια το εγκεφαλικό σύστημα προσανατολισμού θα μπορούσε να παρομοιαστεί με μια μηχανή GPS, μόνο που είναι ασύγκριτα τελειότερο και πολύ πιο ευέλικτο από τα μηχανικά συστήματα πλοήγησης.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Οσο για τις συνέπειες αυτής της ανακάλυψης, δεν είναι μόνο γνωστικές αλλά και πρακτικές: στο άμεσο μέλλον είναι βέβαιο ότι θα συμβάλει στην κατανόηση και τη θεραπεία των κινητικών νευροεκφυλιστικών ασθενειών ενώ, στο απώτερο μέλλον, ενδέχεται να οδηγήσει στη δημιουργία μιας νέας γενιάς ρομπότ που θα διαθέτουν μεγαλύτερη αυτονομία και επίγνωση των κινήσεών τους στον χώρο.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><strong>Ενα Νόμπελ Φυσικής για λόγους οικονομικούς και οικολογικούς!</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<p><a href="http://archive.efsyn.gr/wp-content/uploads/2014/11/ES2014551101_65.jpg" rel="lightbox[ set1 ]"><img class="alignleft wp-image-248661" src="http://archive.efsyn.gr/wp-content/uploads/2014/11/ES2014551101_65.jpg" alt="" width="490" height="284" /></a>Οπως ανακοίνωσε η Βασιλική Ακαδημία Επιστημών της Σουηδίας, το βραβείο Νόμπελ Φυσικής για το 2014 θα το μοιραστούν τρεις Ιάπωνες ερευνητές: ο Ισάμου Ακασάκι (Isamu Akasaki) και ο Χιρόσι Αμάνο (Hiroshi Amano), που εργάζονται στο ιαπωνικό Πανεπιστήμιο της Ναγκόγια, και ο Σούτζι Νακαμούρα (Shuji Nakamura), που εδώ και χρόνια εργάζεται στο αμερικανικό Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια στη Σάντα Μπάρμπαρα.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Οι τρεις Ιάπωνες φυσικοί θα τιμηθούν φέτος για την ανακάλυψη και την τελειοποίηση των λαμπτήρων γαλάζιου LED. Αυτοί οι νέοι λαμπτήρες είναι ιδιαιτέρως οικονομικοί από άποψη κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας. Συνεπώς, θεωρείται βέβαιο ότι πολύ σύντομα θα αντικαταστήσουν τους γνωστούς λαμπτήρες. Εξάλλου ήδη τους βλέπουμε παντού γύρω μας: συνήθως στις νέες ηλεκτρικές συσκευές και σπανιότερα στα σπίτια μας.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Αυτοί οι νέοι λαμπτήρες LED (από το Light Εmitting Diode), δηλαδή οι κρυσταλλοδίοδοι εκπομπής γαλάζιου φωτός, επινοήθηκαν από τους τρεις Ιάπωνες ερευνητές στις αρχές του 1990. Εκτοτε τους βελτίωσαν σημαντικά ώστε το πιο φωτεινό γαλάζιο χρώμα που παράγουν να συνδυάζεται και να συμπληρώνει σημαντικά την παλέτα χρωμάτων που παρήγαγαν οι προηγούμενοι λαμπτήρες LED, οι οποίοι επί τριάντα χρόνια περιορίζονταν στην εκπομπή μόνο κόκκινου και πράσινου φωτός.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Η επιτυχής προσθήκη ενός τρίτου, πολύ πιο φωτεινού χρώματος επέτρεψε στους ερευνητές αυτούς να σχεδιάσουν και να κατασκευάσουν έναν νέου τύπου λαμπτήρα που είναι σε θέση να παράγει ένα λευκό, λαμπρό και ευχάριστο φωτισμό με πολύ χαμηλή κατανάλωση ενέργειας!</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Κάθε Κρυσταλλοδίοδος Εκπομπής Φωτός, δηλαδή κάθε λαμπτήρας LED, είναι μια διάταξη κατά στρώματα διαφορετικών ημιαγώγιμων υλικών, χάρη στα οποία μεγάλο μέρος της ηλεκτρικής ενέργειας μετατρέπεται σε φωτόνια. Αυτό έχει ως συνέπεια μια αξιοσημείωτη βελτίωση ως προς τη φωτεινότητα αλλά και ως προς την εξοικονόμηση ενέργειας σε σύγκριση με τις τεχνητές πηγές φωτός, στις οποίες το μεγαλύτερο μέρος της ηλεκτρικής ενέργειας μετατρέπεται σε θερμότητα -δηλαδή «χάνεται» επειδή εκπέμπεται στο περιβάλλον- και μόνο ένα μικρό κλάσμα της ηλεκτρικής ενέργειας μετατρέπεται σε φως.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Για να κατανοήσουμε την πραγματική σημασία και τη σπουδαιότητα αυτής της ανακάλυψης θα πρέπει να ανατρέξουμε στην ιστορία του φωτισμού των ανθρώπινων δραστηριοτήτων. Μέχρι τα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα, εκτός από τον ήλιο, οι συνήθεις πηγές φωτισμού ήταν η καύση λαδιού, κεριών ή ξύλων. Τα πράγματα άλλαξαν ριζικά το 1878, όταν ο Τόμας Εντισον (Thomas Edison) κατάφερε να κατασκευάσει τον πρώτο λαμπτήρα πυρακτώσεως: ένα μεταλλικό σύρμα μέσα σε γυάλινο κάλυμμα. Οταν διέρχεται ηλεκτρικό ρεύμα το σύρμα πυρακτώνεται (φαινόμενο Τζάουλ) και εκπέμπει το γνωστό κιτρινιάρικο φως. Περιττό να εξηγήσουμε τη σημασία αυτής της ανακάλυψης, είναι πανταχού παρούσα μπρος στα μάτια μας μόλις βραδιάζει, αρκεί να ανοίξουμε&#8230; τον διακόπτη.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Οι «Κρυσταλλοδίοδοι Εκπομπής Φωτός» ή λαμπτήρες LΕD δημιουργήθηκαν στις αρχές της δεκαετίας του 1970 και η αρχή λειτουργίας τους διαφέρει αρκετά από αυτήν των λαμπτήρων πυρακτώσεως και φθορισμού. Οι κλασικοί λαμπτήρες πυρακτώσεως δεν είναι καθόλου αποδοτικοί επειδή η λειτουργία τους απαιτεί την κατανάλωση πολλής ενέργειας. Επίσης έχουν μικρή διάρκεια ζωής. Και τα πράγματα δεν βελτιώθηκαν σημαντικά με τους πιο σύγχρονους και πιο «οικονομικούς» λαμπτήρες φθορισμού.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><strong>Το Νόμπελ Φυσικής για εξοικονόμηση ενέργειας</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Αντίθετα, οι λαμπτήρες LED είναι πραγματικά οικονομικοί και διαρκούν πολύ περισσότερο, 10 με 15 χιλιάδες ώρες λειτουργίας, δηλαδή περίπου 15 χρόνια! Επιπλέον μολύνουν λιγότερο το περιβάλλον επειδή δεν περιέχουν υδράργυρο, κυρίως όμως λόγω της πολύ μικρής κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Ισως γι’ αυτό, κατά την ανακοίνωση των φετινών Νόμπελ Φυσικής, η επιτροπή ένιωσε την ανάγκη να προχωρήσει σε μια μάλλον ασυνήθιστη πρόβλεψη: «Οι λάμπες πυρακτώσεως φώτισαν τον εικοστό αιώνα. Ο εικοστός πρώτος αιώνας θα φωτιστεί από λαμπτήρες LED. Μετά την επινόηση των λαμπτήρων LED διαθέτουμε πλέον εναλλακτικές επιλογές που έχουν και μεγαλύτερη διάρκεια και μεγαλύτερη αποδοτικότητα απ’ ό,τι είχαν οι παλιότερες πηγές φωτός». Συνεπώς, οι τρεις Ιάπωνες ερευνητές τιμήθηκαν φέτος με το βραβείο Νόμπελ «επειδή επινόησαν μια νέα πηγή φωτός αποδοτική από ενεργειακή άποψη και μη βλαπτική για το περιβάλλον», όπως αναφέρει η επίσημη ανακοίνωση της Σουηδικής Βασιλικής Ακαδημίας Επιστημών.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><strong>Νόμπελ Χημείας για τους&#8230; νανοσκόπους</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<p><a href="http://archive.efsyn.gr/wp-content/uploads/2014/11/ES20166641101_65.jpg" rel="lightbox[ set1 ]"><img class="alignleft wp-image-248663" src="http://archive.efsyn.gr/wp-content/uploads/2014/11/ES20166641101_65.jpg" alt="" width="580" height="270" /></a></p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Δύο Αμερικανοί, ο Ερικ Μπέτζιγκ (Eric Betzig) και ο Γουίλιαμ Μέρνερ (William Moerner), και ένας Γερμανός, ο Στέφαν Χελ (Stefan Hell), θα μοιραστούν εξίσου το Νόμπελ Χημείας για το 2014.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Με αυτή την απόφασή της η επιτροπή απονομής του πολύτιμου βραβείου στη Στοκχόλμη επέλεξε να τιμήσει -με τη συνήθη καθυστέρηση- τους επιστήμονες που επινόησαν και τελειοποίησαν τη «νανοσκοπία», μια τεχνική που χρησιμοποιείται πλέον ευρέως σε όλα τα σύγχρονα εργαστήρια.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Ολοι αναγνωρίζουμε βέβαια την τεράστια σημασία που είχε για την επιστήμη η επινόηση του οπτικού και κατόπιν του ηλεκτρονικού μικροσκοπίου. Κυριολεκτικά έδωσε στους ανθρώπους τη δυνατότητα να εξερευνήσουν το αόρατο, επί χιλιετίες, σύμπαν του μικρόκοσμου. Ετσι ανακαλύψαμε την ύπαρξη και την ενίοτε βλαπτική συμπεριφορά των μικροοργανισμών. Επίσης χάρη στα μικροσκόπια έγινε ορατή η εσωτερική αρχιτεκτονική και η λειτουργία των μονάδων της ζωής, αποκαλύφθηκε δηλαδή η απίστευτα περίπλοκη μικροδομή των κυττάρων που, ως γνωστόν, συγκροτούν όλους τους πολυκύτταρους οργανισμούς.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Ωστόσο, παρά την ευρύτατη εφαρμογή της, η μικροσκοπία, προκειμένου να αναπτυχθεί περαιτέρω, έπρεπε να υπερβεί ένα μεγάλο εμπόδιο, έναν δήθεν ανυπέρβλητο φυσικό περιορισμό. Αυτό το φυσικό «όριο» το περιέγραψε το 1873 διατυπώνοντάς το ως απαγορευτική αρχή ο μεγάλος οπτικός φυσικός Ερνστ Αμπε (E. Abbe). Ο Αμπε είχε προβλέψει ότι τα οπτικά μικροσκόπια, όσο τέλεια κι αν γίνονταν, δεν θα κατάφερναν ποτέ να υπερβούν το φυσικό όριο των 0,2 μικρομέτρων (χιλιοστά του χιλιοστού): η ανάλυσή τους δηλαδή δεν θα μπορούσε ποτέ να είναι μεγαλύτερη από ό,τι το μισό του μήκους κύματος του φωτός.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Η επιστήμη όμως δεν υπάρχει μόνο για να θέτει ή για να αναγνωρίζει φυσικά όρια, αλλά και για να τα υπερβαίνει! Αυτό ακριβώς έκαναν οι τρεις ερευνητές και γι’ αυτό κέρδισαν το φετινό Νόμπελ Χημείας. Πολύ συνοπτικά, κατάφεραν να υπερβούν αυτό το δήθεν «ανυπέρβλητο» όριο μετατρέποντας τη μικροσκοπία σε&#8230; νανοσκοπία.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Το δήθεν φυσικό όριο στη μικροσκοπική ανάλυση που είχε προβλέψει ο Ε. Αμπε αποδείχτηκε ένας μύθος. Η δημιουργικότητα και η επινοητικότητα της επιστημονικής σκέψης κατάφεραν τελικά να παρακάμψουν κι αυτό το εμπόδιο μέσω δύο διαφορετικών αλλά εξίσου καινοτόμων προσεγγίσεων.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><strong>Πώς κατέστησαν ορατό το&#8230; αόρατο</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Την πρώτη προσέγγιση ανέπτυξε ο Στέφαν Χελ το 2000 με την επινόηση των μικροσκοπίων STED (stimulated emission depletion). Τα νέα μικροσκόπια Αποδιέγερσης με Εξαναγκασμένη Εκπομπή ή STED είναι μια εξέλιξη της φθορισμομετρικής μικροσκοπίας που χρησιμοποιεί δύο δέσμες λέιζερ.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Η πρώτη δέσμη λέιζερ μπορεί να διεγείρει τα φθορίζοντα μόρια και να τα αναγκάζει να εκπέμπουν φως, η δεύτερη, αντίθετα, ακυρώνει τον φθορισμό των μεγαλύτερων αντικειμένων, εκτός βέβαια από αυτά που έχουν όγκο μερικών νανομέτρων. Ετσι, χάρη σε αυτήν τη μέθοδο έγινε εφικτή η παράκαμψη της απαγόρευσης του Ε. Αμπε.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Μια διαφορετική προσέγγιση ανέπτυξαν στις ΗΠΑ οι Ερικ Μπέτσιγκ και Ουίλιαμ Μέρνερ. Πρόκειται για τη μικροσκοπία «μεμονωμένων μορίων». Μια τεχνική που βασίζεται στη δυνατότητα επιλεκτικής ενεργοποίησης και απενεργοποίησης των μορίων που έγιναν ορατά χάρη στον χρωματισμό τους με τις κατάλληλες φθορίζουσες ουσίες, μια εξέλιξη δηλαδή της φθορισμομετρικής μικροσκοπίας.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Χάρη σε αυτές τις τεχνικές μπορούμε πλέον να παρακολουθούμε τα κύτταρα σε μοριακό επίπεδο: τα μεμονωμένα μόρια στο εσωτερικό των κυττάρων ή την ελλιπή συγκρότηση και τον ρόλο διάφορων πρωτεϊνών στην εμφάνιση διάφορων νευροεκφυλιστικών παθήσεων.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Κοντολογίς, οι τρεις ερευνητές οδήγησαν τη μικροσκοπία σε μια νέα βαθύτερη διάσταση: στην οπτικοποίηση των αόρατων μέχρι τότε μικροσκοπικών δομών και στην κατασκευή μικροσκοπίων υψηλότατης ανάλυσης που προσεγγίζει πια τη νανομετρική κλίμακα.</p>
<p>&nbsp;</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://archive.efsyn.gr/?feed=rss2&#038;p=248504</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Ο Μέγας προσομοιωτής του ανθρώπινου εγκεφάλου</title>
		<link>https://archive.efsyn.gr/?p=246770&#038;utm_source=rss&#038;utm_medium=rss&#038;utm_campaign=%25ce%25bf-%25ce%25bc%25ce%25ad%25ce%25b3%25ce%25b1%25cf%2582-%25cf%2580%25cf%2581%25ce%25bf%25cf%2583%25ce%25bf%25ce%25bc%25ce%25bf%25ce%25b9%25cf%2589%25cf%2584%25ce%25ae%25cf%2582-%25cf%2584%25ce%25bf%25cf%2585-%25ce%25b1%25ce%25bd%25ce%25b8%25cf%2581%25cf%258e%25cf%2580%25ce%25b9%25ce%25bd%25ce%25bf%25cf%2585-%25ce%25b5</link>
		<comments>https://archive.efsyn.gr/?p=246770#comments</comments>
		<pubDate>Sun, 26 Oct 2014 13:00:28 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[ΕΠΙΣΤΗΜΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΣΕΛΙΔΕΣ]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://archive.efsyn.gr/?p=246770</guid>
		<description><![CDATA[Ζούμε, σκεφτόμαστε, ονειρευόμαστε, ερωτευόμαστε, κυριολεκτικά υπάρχουμε ως νοήμονα όντα χάρη στην καλή λειτουργία του εγκεφάλου μας. Εδρα κάθε ανώτερης νοητικής λειτουργίας μας -της μνήμης, της γλώσσας, της συνείδησης και των συναισθημάτων-, ο ανθρώπινος εγκέφαλος είναι ενδεχομένως το πιο πολύπλοκο και αναμφίβολα το πιο αινιγματικό αντικείμενο στο γνωστό μας Σύμπαν. Πρόκειται για μια περίπλοκη βιολογική μηχανή που συγκροτείται από περίπου 100 δισεκατομμύρια νευρικά κύτταρα (νευρώνες) που με τις τρισεκατομμύρια διασυνδέσεις τους σχηματίζουν αχανή νευρωνικά δίκτυα, πολυεπίπεδα κυκλώματα και τα λειτουργικά κέντρα του εγκεφάλου μας. Αυτά τα εγκεφαλικά κυκλώματα όχι μόνο ρυθμίζουν κάθε φυσιολογική λειτουργία του οργανισμού μας αλλά αποτελούν το υλικό υπόστρωμα για την παραγωγή της άυλης σκέψης. Η αποκάλυψη της δομής και της λειτουργίας του ανθρώπινου εγκεφάλου αποτελεί πλέον βασική προτεραιότητα της επιστήμης στη Δύση. Μάλιστα, όπως θα δούμε, ήδη ξεκίνησαν και, παρά την οικονομική κρίση, χρηματοδοτούνται αδρά δύο πολυετή ερευνητικά μεγα-προγράμματα: μόλις η Ευρωπαϊκή Ενωση ανακοίνωσε το «Πρόγραμμα Ανθρώπινος Εγκέφαλος» (Human Brain Project), οι ΗΠΑ απάντησαν με την «Πρωτοβουλία Εγκέφαλος» (BRAIN Initiative)]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p><strong>Γράφει ο Σπύρος Μανουσέλης</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<p><a href="http://archive.efsyn.gr/wp-content/uploads/2014/10/ES20141025_88.jpg" rel="lightbox[ set1 ]"><img class="wp-image-247002 alignright" src="http://archive.efsyn.gr/wp-content/uploads/2014/10/ES20141025_88.jpg" alt="" width="450" height="352" /></a>Αν κατά το δεύτερο ήμισυ του εικοστού αιώνα στην παγκόσμια επιστημονική σκηνή πρωταγωνίστησαν η μοριακή βιολογία και η γενετική μηχανική, τον εικοστό πρώτο αιώνα φαίνεται να κυριαρχούν οι νευροεπιστήμες. Διόλου αυθαίρετα λοιπόν ο αιώνας που διανύουμε έχει χαρακτηριστεί -από τους ειδικούς και τα ΜΜΕ- ως ο «αιώνας του εγκεφάλου και του νου».</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται περίτρανα τόσο από την εντυπωσιακή αύξηση -ποσοτική και ποιοτική- των ερευνητικών προγραμμάτων που στοχεύουν στην αποκάλυψη των επτασφράγιστων μυστικών της μηχανής του νου όσο και από τα ασυνήθιστα μεγάλα ποσά που επενδύονται, από δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς, σε αυτές τις έρευνες.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Αποτελεί μάλλον ειρωνεία το ότι ο πιο ανεγκέφαλος πλανητάρχης εγκαινίασε με μια επίσημη δήλωσή του την απαρχή της «δεκαετίας του εγκεφάλου». Πράγματι, στις 17 Ιουλίου 1990, ο τότε πρόεδρος των ΗΠΑ, Τζορτζ Μπους τζούνιορ, ανακοίνωσε ότι η επόμενη δεκαετία (1990-2000) θα ήταν αφιερωμένη στον εγκέφαλο. Επακόλουθο αυτής της αμερικανικής εξαγγελίας ήταν ότι δόθηκαν τεράστια ποσά στις ΗΠΑ αλλά και διεθνώς για τη βασική έρευνα του εγκεφάλου.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><strong>Διαφορετικές προσεγγίσεις του ανθρώπινου εγκεφάλου</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Στις αρχές του προηγούμενου χρόνου η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το αμερικανικό Κογκρέσο αποφάσισαν να επενδύσουν δισεκατομμύρια στην ανάπτυξη των νευροεπιστημών. Η ανανέωση του ενδιαφέροντος των ισχυρών κρατών για την ταχύτατη ανάπτυξη των επιστημών και της τεχνολογίας του ανθρώπινου εγκεφάλου θα εκδηλωθεί με δύο πολυετή και ιδιαιτέρως δαπανηρά προγράμματα έρευνας: στην Ευρώπη με το «Πρόγραμμα Ανθρώπινος Εγκέφαλος» (Human Brain Project) και στις ΗΠΑ με την «Πρωτοβουλία Εγκέφαλος» (BRAIN Initiative).</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Το δεκαετές αμερικανικό πρόγραμμα «BRAIN», που θα στοιχίσει 300 εκατομμύρια δολάρια τον χρόνο, το εξήγγειλε επίσημα ο πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα στις 2 Απριλίου 2013 ως απάντηση στην «πρόκληση» της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η οποία δύο μήνες νωρίτερα -στις 28 Ιανουαρίου 2013- είχε ανακοινώσει την πρόθεσή της να χρηματοδοτήσει με τουλάχιστον ένα δισεκατομμύριο ευρώ το δεκαετές πρόγραμμα «Human Brain Project» ή HBP.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Οπως παραδέχτηκαν οι εισηγητές του αμερικανικού προγράμματος, η σχετική απόφαση Ομπάμα ήταν επιβεβλημένη, αφενός επειδή υπήρχε ο κίνδυνος να προσελκύσει το ευρωπαϊκό πρόγραμμα τους πιο αξιόλογους νευροεπιστήμονες και αφετέρου επειδή οι ΗΠΑ οφείλουν, πάση θυσία, να διατηρήσουν τα πρωτεία στην έρευνα των νευροεπιστημών.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Αξίζει, πάντως, να σημειωθεί ότι πρόκειται για δύο ιδιαίτερα φιλόδοξα και κυρίως ανταγωνιστικά προγράμματα, αφού το καθένα από αυτά βασίζεται σε μια διαφορετική γνωστική και μεθοδολογική προσέγγιση του ανθρώπινου εγκεφάλου.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Η στρατηγική που επέλεξαν για τα επόμενα χρόνια οι Αμερικανοί ειδικοί είναι να χαρτογραφήσουν λεπτομερώς όλες τις δομές και τις λειτουργίες του εγκεφάλου μας, κάτι ανάλογο με το «πρόγραμμα χαρτογράφησης του ανθρώπινου γονιδιώματος» που ολοκληρώθηκε με μεγάλη επιτυχία σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα. Συνδυάζοντας τις «κλασικές» νευροβιολογικές μεθόδους με τις νέες τεχνικές απεικόνισης του ζωντανού εγκεφάλου, είναι πεπεισμένοι ότι στο μέλλον θα οδηγηθούν όχι μόνο στον εντοπισμό όλων των νευρωνικών κυκλωμάτων του εγκεφαλικού ιστού, αλλά και στην αποκάλυψη των μεταξύ τους διασυνδέσεων ενώ επιτελούν συγκεκριμένες νοητικές λειτουργίες.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Οι Ευρωπαίοι, αντίθετα, επέλεξαν μια πολύ πιο τολμηρή και ενδεχομένως πιο επισφαλή νευροπληροφορική προσέγγιση: με τη χρήση υπολογιστών προσδοκούν να δημιουργήσουν μια γιγάντια προσομοίωση όλων όσων συντελούνται στο εσωτερικό του εγκεφάλου μας και επιτρέπουν την ανάδυση του ανθρώπινου νου. Πώς όμως θα το πετύχουν;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Μεταφράζοντας σε υπολογιστικά προγράμματα ό,τι έχουν ανακαλύψει μέχρι σήμερα οι νευροεπιστήμες και οι γνωσιακές επιστήμες, επιθυμούν να δημιουργήσουν «Μεγαπροσομοιωτές». Πανίσχυρους υπολογιστές οι οποίοι, επειδή θα διαθέτουν την αρχιτεκτονική και τα πρότυπα λειτουργίας του ανθρώπινου εγκεφάλου, θα μπορούν να προσομοιώνουν (ψηφιακά) τις βασικές λειτουργίες του!</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Εμπνευστής και διευθυντής αυτού του μεγαλόπνοου ευρωπαϊκού προγράμματος είναι ο καθηγητής Χένρι Μάρκραμ (Henry Markram), ένας ανήσυχος Ισραηλινός νευροεπιστήμονας, που από το 2002 εργάζεται στο Πολυτεχνείο της Λωζάννης (EPFL). Εκεί ίδρυσε το Brain Mind Institute και διευθύνει το περίφημο Κέντρο Νευροεπιστημών και Τεχνολογίας.</p>
<p><strong> </strong></p>
<p><strong>Από το «Blue Brain» στο «Human Brain Project»</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Πριν από μία εικοσαετία ο Χένρι Μάρκραμ, αν και είχε πραγματοποιήσει κάποιες αξιόλογες έρευνες σχετικά με τις νευρωνικές συνάψεις, είχε καταλήξει στο οδυνηρό συμπέρασμα ότι τόσο ο ίδιος όσο και οι συνάδελφοί του σε όλο τον κόσμο δεν θα κατάφερναν με τις κλασικές αναγωγιστικές μεθόδους της νευροεπιστήμης να εξηγήσουν πώς μπορεί ένα περίπου κιλό νευρικού ιστού να γεννά τις ανθρώπινες αναπαραστάσεις, σκέψεις, συναισθήματα και συμπεριφορές.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Ετσι, το 2005, στη Λωζάννη, πήρε τη μεγάλη απόφαση να δοκιμάσει μια εντελώς διαφορετική προσέγγιση: να δημιουργήσει ένα υπολογιστικό μοντέλο ικανό να προσομοιώνει αρχικά τη μορφή, τις απολήξεις (τον νευράξονα και τους δενδρίτες) και τις επικοινωνιακές λειτουργίες ενός νευρώνα.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Κατόπιν να τον συνδέσει με άλλους νευρώνες ώστε σταδιακά το μοντέλο του να δημιουργεί ολοένα και πιο σύνθετες και ολοκληρωμένες προσομοιώσεις των διαφορετικών επιπέδων οργάνωσης του εγκεφαλικού ιστού (νευρωνικά κυκλώματα, εγκεφαλικά κέντρα και τελικά μια ολοκληρωμένη προσομοίωση ενός εγκεφάλου).</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Ηταν η πράξη γέννησης του προγράμματος «Blue Brain», το οποίο ονομάστηκε έτσι προς τιμήν του ισχυρότατου υπολογιστή της IBM «Blue Gene» που υλοποίησε αυτό το πολύπλοκο πρόγραμμα. Ο υπερ-υπολογιστής της IBM διέθετε 10 χιλιάδες επεξεργαστές, καθένας από τους οποίους μπορούσε να προσομοιώνει τη μορφή και τη δραστηριότητα ενός μόνο νευρώνα.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Τα επόμενα χρόνια ο Μάρκραμ και οι συνεργάτες του τελειοποίησαν αυτήν την ιδέα και κατάφεραν να δημιουργήσουν τρισδιάστατα υπολογιστικά μοντέλα από χιλιάδες ψηφιακούς νευρώνες που προσομοίωναν επακριβώς τη δραστηριότητα κάποιων εγκεφαλικών δομών. Ειδικότερα, ο Μίχαελ Ράιμαν (Michael W. Reimann) μαζί με τον ερευνητή Κώστα Αναστασίου κατάφεραν στη Λωζάννη να αναπαραγάγουν σε υπολογιστή το εγκεφαλικό κύκλωμα ενός θηλαστικού (ενός ποντικού).</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Το συγκεκριμένο μοντέλο του φλοιού του ποντικού αποτελείται από 12.000 νευρώνες στενά διασυνδεδεμένoυς μεταξύ τους και ήταν η πρώτη απτή και άκρως ενθαρρυντική ένδειξη ότι η ερευνητική στρατηγική τού «Blue Brain Project» βρισκόταν στον σωστό δρόμο. Και η απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να αναθέσει στον Χένρι Μάρκραμ τον σχεδιασμό και τη διεύθυνση του Προγράμματος Ανθρώπινος Εγκέφαλος (HBP) βασίστηκε σε αυτές τις επιτυχίες.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Το ευρωπαϊκό πρόγραμμα HBP είναι από τη φύση του διεπιστημονικό και η υλοποίησή του απαιτεί τη συνεργασία πολλών ειδικών (νευροεπιστημόνων, γνωσιακών ψυχολόγων, νευρολόγων, πληροφορικών και επιστημόνων υπολογιστών).</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Ισως να ακούγεται υπερβολικά εύκολο, όμως στην πράξη ο Μεγα-προσομοιωτής θα πρέπει να είναι σε θέση να αναπαράγει ψηφιακά όχι μόνο τη λειτουργία των 100 δισεκατομμυρίων νευρώνων που αποτελούν τον εγκέφαλό μας, αλλά και τις τρισεκατομμύρια συνάψεις που εξασφαλίζουν την επικοινωνία αυτών των νευρώνων! Αρκετοί διαπρεπείς ειδικοί θεωρούν αυτήν την πολυπλοκότητα ως ένα ανυπέρβλητο εμπόδιο και γι’ αυτό στοιχηματίζουν ότι το όλο εγχείρημα θα αποτύχει.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Σε αυτούς τους σκεπτικιστές ο Χένρι Μάρκραμ, που είναι ο γενικός διευθυντής του προγράμματος HBP, απαντά ότι έχουν δίκιο! Θα ήταν όντως αδύνατο να προσομοιώσει κανείς πιστά έναν ανθρώπινο εγκέφαλο, όμως το Πρόγραμμα Ανθρώπινος Εγκέφαλος δεν επιχειρεί να κάνει κάτι τέτοιο. Οπως εξηγεί ο ίδιος: «Το μυστικό της στρατηγικής μας είναι να αναπαραγάγουμε το πιο ουσιαστικό πρότυπο ή σχέδιο λειτουργίας σύμφωνα με το οποίο κατασκευάζεται ο ανθρώπινος εγκέφαλος, δηλαδή το σύνολο των κανόνων που καθοδήγησαν τη συγκρότησή του κατά την εξέλιξη και οι οποίοι ενεργοποιούνται απαρέγκλιτα κατά την ανάπτυξη κάθε ανθρώπινου κυήματος».</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><strong>Ο Μέγας προσομοιωτής: προβλήματα και προοπτικές</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<p><a href="http://archive.efsyn.gr/wp-content/uploads/2014/10/ES2012241025_89.jpg" rel="lightbox[ set1 ]"><img class="alignright wp-image-247004" src="http://archive.efsyn.gr/wp-content/uploads/2014/10/ES2012241025_89.jpg" alt="" width="470" height="316" /></a>Μέχρι πολύ πρόσφατα η «βασιλική» τεχνολογική οδός για την προοδευτική εκμηχάνιση των ανθρώπινων σωμάτων και, παράλληλα, για την «ενανθρώπιση» των μηχανών ήταν η δημιουργία επιφανειών διεπαφής (interface) μεταξύ ανθρώπου και υπολογιστικής μηχανής. Μια εντελώς διαφορετική στρατηγική στοχεύει στην κατασκευή πανίσχυρων «νευρομορφικών υπολογιστών» που επειδή προσομοιώνουν την αρχιτεκτονική των βιολογικών εγκεφάλων μπορούν να αναπαράγουν τις ανώτερες λειτουργίες τους. Πρόκειται δηλαδή για μια προσπάθεια υπέρβασης των σημερινών ενεργειακών και πληροφορικών εμποδίων των σημερινών υπολογιστικών μηχανών! Αυτήν τη νέα και ρηξικέλευθη νευροπληροφορική προσέγγιση προτείνει το πρόγραμμα HBP.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Πού βρίσκεται όμως σήμερα, έναν χρόνο μετά το ξεκίνημά του, αυτό το φιλόδοξο και ιδιαίτερα δαπανηρό πρόγραμμα; Ολα τα επιμέρους προγράμματα για την υλοποίησή του εξελίσσονται σύμφωνα με τις αρχικές προβλέψεις, μάλιστα σε ορισμένους τομείς φαίνεται πως υλοποιούνται νωρίτερα από ό,τι προέβλεπαν οι σχεδιαστές τους. Αυτό τουλάχιστον διαπίστωσαν οι 400 και πλέον ειδικοί που συναντήθηκαν πρόσφατα στη Χαϊδελβέργη για τον πρώτο ετήσιο απολογισμό των εργασιών.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Παρ’ όλα αυτά, δεν λείπουν οι αντιρρήσεις και οι επώνυμες διαμαρτυρίες. Πάνω από 700 Ευρωπαίοι ερευνητές υποστηρίζουν ότι το όλο εγχείρημα πάσχει από «γιγαντισμό»: απορροφά υπερβολικά μεγάλα κονδύλια από άλλους ερευνητικούς τομείς, μολονότι έχει ασαφείς στόχους και αβέβαια πρακτικά αποτελέσματα.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Βρισκόμαστε σε μια κρίσιμη καμπή του βιοτεχνολογικού μας πολιτισμού. Στα καυτά και δυσεπίλυτα ερωτήματα που προκύπτουν από την εκρηκτική ανάπτυξη της νευροπληροφορικής και της σύγχρονης βιοκυβερνητικής δεν μπορούν (ούτε και θα έπρεπε!) να απαντήσουν οι ειδικοί επιστήμονες ή, ακόμη χειρότερα, οι πολιτικοί.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Μόνο οι ίδιοι οι πολίτες πρέπει να αποφασίζουν, αφού βέβαια ενημερωθούν επαρκώς για το ποια από όλες τις δυνατές εφαρμογές της νευροτεχνολογίας θα πρέπει να θεωρείται απλώς τεχνολογικά εφικτή και ποια κοινωνικά ευκταία.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><strong>Tα μεγαλύτερα διεθνή ερευνητικά προγράμματα για τον εγκέφαλο</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<p><a href="http://archive.efsyn.gr/wp-content/uploads/2014/10/ES20141025_89.jpg" rel="lightbox[ set1 ]"><img class="alignleft wp-image-247005" src="http://archive.efsyn.gr/wp-content/uploads/2014/10/ES20141025_89.jpg" alt="" width="400" height="164" /></a>1. SyNAPSE: Το ερευνητικό πρόγραμμα της DARPA, του τμήματος προηγμένων μελετών του υπουργείου Αμυνας των ΗΠΑ. Στοχεύει στη δημιουργία νευροσυναπτικών ηλεκτρονικών μικροκυκλωμάτων (βιοτσιπάκια) που αποτελούνται από 10 δισεκατομμύρια ηλεκτρονικούς «νευρώνες» συνδεδεμένους μεταξύ τους με 100 χιλιάδες δισεκατομμύρια «συνάψεις». Για περισσότερες πληροφορίες, βλ. http://research.ibm.com/cognitive-computing/neurosynaptic-chips.shtml</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>2. BigBrain: πρόκειται για μια επιστημονική συνεργασία μεταξύ Γερμανίας και Καναδά. Εχουν καταφέρει να δημιουργήσουν ένα τρισδιάστατο μοντέλο του εγκεφάλου μιας γυναίκας ηλικίας 65 ετών. Η πολύ υψηλή ανάλυση αυτού του μοντέλου καθιστά ορατούς τους μεμονωμένους νευρώνες. Για περισσότερες πληροφορίες, βλ. http:// bigbrain.loris.ca</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>3. Human Connectome Project: ξεκίνησε το 2010 από το Εθνικό Ιδρυμα Υγείας των ΗΠΑ σε συνεργασία με πλειάδα πανεπιστημίων. Αναλύοντας τα δεδομένα από 1.200 υγιή άτομα (μεταξύ των οποίων και δίδυμα αδέλφια) προσπαθούν να δημιουργήσουν μια τράπεζα δεδομένων που θα περιλαμβάνει λεπτομερείς εικόνες του εγκεφάλου, του γονιδιότυπου και δεδομένα συμπεριφοράς αυτών των ατόμων. Για περισσότερες πληροφορίες, βλ. http://humanconnectome.org</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>4. Human Brain Project: Περισσότερες πληροφορίες για το ευρωπαϊκό πρόγραμμα στο http://humanbrainproject.eu</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>5. EyeWire: το πρόγραμμα δημιουργήθηκε από το Τεχνολογικό Ινστιτούτο της Μασαχουσέτης (ΜΙΤ) και επιτρέπει σε κάθε χρήστη να επιτελεί ο ίδιος ένα μέρος της χαρτογράφησης των εγκεφαλικών οδών που ακολουθούν οι νευρώνες. Για περισσότερες πληροφορίες, βλ. http://eyewire.org</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>6. BRAIN Initiative: Περισσότερες πληροφορίες για το αμερικανικό πρόγραμμα (Brain Research through Advancing Innovative Neurotechnologies) στο http://www.braininitiative.nih.gov</p>
<p>&nbsp;</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://archive.efsyn.gr/?feed=rss2&#038;p=246770</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Φθινοπωρινές βιβλιοπροτάσεις</title>
		<link>https://archive.efsyn.gr/?p=244672&#038;utm_source=rss&#038;utm_medium=rss&#038;utm_campaign=%25cf%2586%25ce%25b8%25ce%25b9%25ce%25bd%25ce%25bf%25cf%2580%25cf%2589%25cf%2581%25ce%25b9%25ce%25bd%25ce%25ad%25cf%2582-%25ce%25b2%25ce%25b9%25ce%25b2%25ce%25bb%25ce%25b9%25ce%25bf%25cf%2580%25cf%2581%25ce%25bf%25cf%2584%25ce%25ac%25cf%2583%25ce%25b5%25ce%25b9%25cf%2582</link>
		<comments>https://archive.efsyn.gr/?p=244672#comments</comments>
		<pubDate>Sun, 19 Oct 2014 12:00:40 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[ΕΠΙΣΤΗΜΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΣΕΛΙΔΕΣ]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://archive.efsyn.gr/?p=244672</guid>
		<description><![CDATA[Πέντε νέοι ενδιαφέροντες τίτλοι επιστημονικών βιβλίων, ως «αντίδοτο» στη φθινοπωρινή μελαγχολία και τη μνημονιακή κατήφεια]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p><strong>Γράφει ο Σπύρος Μανουσέλης</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><strong><a href="http://archive.efsyn.gr/wp-content/uploads/2014/10/ES20141018_64.jpg" rel="lightbox[ set1 ]"><img class="alignleft wp-image-244853" src="http://archive.efsyn.gr/wp-content/uploads/2014/10/ES20141018_64.jpg" alt="" width="800" height="470" /></a></strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<p><strong>Walter Lewin Warren Goldstein </strong></p>
<p><strong>Για την αγάπη της Φυσικής </strong></p>
<p><strong>μτφρ. Β. Πέτουσης, Α. Δημητρόπουλος </strong></p>
<p><strong>επιμ. Α. Δημητρόπουλος, Α. Μάμαλης, </strong></p>
<p><strong>εκδ. «Κάτοπτρο», σελ. 452</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Κατά κανόνα, κανείς δεν περιμένει -ούτε και απαιτεί!- από ένα υψηλού επιπέδου βιβλίο Φυσικής να είναι διασκεδαστικό. Κι όμως αυτό ακριβώς πέτυχαν οι συγγραφείς αυτού του πραγματικά απολαυστικού επιστημονικού αναγνώσματος.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Η αψεγάδιαστη επιστημονική ακρίβεια και το μεγάλο ενδιαφέρον των θεμάτων που πραγματεύονται δεν αναδεικνύονται με τη συνήθη πανεπιστημιακή σοβαροφάνεια, αλλά με τους πλέον ευρηματικούς και ενίοτε ξεκαρδιστικούς τρόπους.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Ο λόγος για το απολαυστικό βιβλίο Φυσικής που συνέγραψε ο διάσημος αστροφυσικός Γουόλτερ Λούιν (Walter Lewin) με τη βοήθεια του επιτυχημένου ιστορικού και συγγραφέα Γουόρεν Γκόλντσταϊν (Warren Goldstein). Στο βιβλίο αυτό ο Λούιν αποθησαύρισε τα καλύτερα παραδείγματα και τα πιο γοητευτικά επιστημονικά επιχειρήματα, που τον έκαναν παγκοσμίως γνωστό ως μεγάλο εκλαϊκευτή των πιο δυσνόητων (για το ευρύ κοινό) εννοιών και θεωριών της σύγχρονης Φυσικής.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Πράγματι, οι πανεπιστημιακές παραδόσεις του στο ΜΙΤ, ένα από τα τρία καλύτερα πανεπιστήμια φυσικών επιστημών των ΗΠΑ, τον έκαναν τόσο δημοφιλή ως πανεπιστημιακό δάσκαλο ώστε οι ετήσιες διαλέξεις του στη Φυσική να βιντεοσκοπούνται και να προβάλλονται στο Διαδίκτυο.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Με την ομολογουμένως εκκεντρική διδακτική τέχνη του, ο Γουόλτερ Λούιν μας οδηγεί στην ανακάλυψη των πιο αινιγματικών πτυχών του φυσικού κόσμου που μας περιβάλλει. Καταφεύγοντας σε απλά πειράματα και αλησμόνητες πρακτικές αποδείξεις, μας επιτρέπει να γευτούμε κάτι από τη μαγεία και την αρμονία των φυσικών αρχών που κυβερνούν το γνωστό μας Σύμπαν. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, μας διδάσκει πώς η επιστήμη μπορεί να διευρύνει τους διανοητικούς μας ορίζοντες.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Το «Για την αγάπη της Φυσικής» είναι λοιπόν κυριολεκτικά αυτό που εξαγγέλλει: «ένα ταξίδι στα θαύματα του κόσμου μας», αλλά και ένα δείγμα υψηλότατης επιστημονικής «εκλαΐκευσης», αφού, χάρη στα απτά και διασκεδαστικά παραδείγματα που χρησιμοποιεί, καταφέρνει να καταστήσει κατανοητές στους μη ειδικούς αναγνώστες μερικές από τις πιο δύσκολες επιστημονικές έννοιες. Το γεγονός μάλιστα ότι παρουσιάζεται άριστα μεταφρασμένο και επιμελημένο στη γλώσσα μας το καθιστά διπλά δελεαστικό ως ανάγνωσμα.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><strong>Donna Haraway </strong></p>
<p><strong>Ανθρωποειδή, Κυβόργια και Γυναίκες </strong></p>
<p><strong>Η επανεπινόηση της φύσης </strong></p>
<p><strong>μτφρ. Πελαγία Μαρκέτου, </strong></p>
<p><strong>εκδ. «Αλεξάνδρεια», σελ. 371</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Στις αρχές του εικοστού πρώτου αιώνα, η επιστήμη των Υπολογιστών, η Ρομποτική, η Βιοτεχνολογία και η Νευροβιολογία συνεργάζονται στενά για τη δημιουργία χιμαιρικών κυβερνοργανισμών, των περιώνυμων «Cyborgs», που στην παρούσα μετάφραση του κλασικού βιβλίου της Ντόνα Χάραγουεϊ αποδίδεται εύστοχα ως «κυβόργια».</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Οπως εξηγεί η συγγραφέας, πρωτότυπη φιλόσοφος-βιολόγος και επιφανής φεμινίστρια, τα «κυβόργια» δεν πρέπει να θεωρούνται πλέον ευφάνταστα επινοήματα κάποιων «αλλοπαρμένων» συγγραφέων επιστημονικής φαντασίας, διότι αποτελούν ήδη τα χιμαιρικά βιοκυβερνητικά πλάσματα που προκύπτουν από τη μόνιμη σύντηξη ενός έμβιου οργανισμού με μία ή περισσότερες μηχανές (π.χ. με έναν υπολογιστή).</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Οι πρωταγωνιστές, λοιπόν, αυτού του ιδιαίτερα διεγερτικού βιβλίου είναι τα ανθρωποειδή, τα κυβόργια και οι γυναίκες, οριακά πλάσματα, που η κυρίαρχη ανδροκρατική σκέψη θεωρεί κυριολεκτικά ως τέρατα. Με τα κείμενα αυτού του βιβλίου, η Χάραγουεϊ απευθύνει μια συστηματική και εξονυχιστική διερώτηση στις πολύπλευρες και αδιαφανείς βιοπολιτικές, βιοτεχνολογικές και φεμινιστικές θεωρήσεις και πρακτικές που αναπτύσσονται σήμερα για τη χειραγώγηση αυτών των κάθε άλλο παρά αθώων τεράτων.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Κατ’ αυτόν τον τρόπο αναδεικνύεται σαφώς γιατί η ιδέα της «φύσης» και του «φυσιολογικού» είναι μια ιστορική-κοινωνική κατασκευή: μια επινόηση με επιστημονικοφανή επένδυση μάλλον παρά μια ουσιαστική επιστημονική ανακάλυψη. Οι έρευνες που συγκεντρώνονται στον τόμο κινούνται με εντυπωσιακή άνεση από τις παλαιοανθρωπολογικές μελέτες έως την ανοσοβιολογία και από τη φεμινιστική θεωρία έως τη βιοπληροφορική τεχνολογία, αναδεικνύοντας όχι μόνο τις έμφυλες ρίζες της δυτικής τεχνοεπιστήμης, αλλά κυρίως τις βιοπολιτικές σκοπιμότητες της νέας ριζικής εκμηχάνισης της ανθρώπινης ζωής.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Οπως γράφει η Ντ. Χάραγουεϊ: «Οι μηχανές στον ύστερο 20ό αιώνα έκαναν ολότελα αμφίβολη τη διαφορά ανάμεσα στο φυσικό και το τεχνητό, στον νου και το σώμα, στην αυτοανάπτυξη και τον έξωθεν σχεδιασμό, καθώς και σε πάμπολλες άλλες διακρίσεις που ίσχυαν άλλοτε για τους οργανισμούς και τις μηχανές. Οι μηχανές έχουν ενοχλητική ζωντάνια και εμείς τρομακτική αδράνεια»!</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Πράγματι, σήμερα, η διεθνής κοινότητα-αγορά, κατάλληλα προϊδεασμένη από τον κινηματογράφο και τη λογοτεχνία του φανταστικού, σχεδιάζει και αναμένει με ανυπομονησία τη μαζική μετουσίωση των ανθρώπων σε υβριδικές βιο-κυβερνητικές μηχανές.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><strong>Λευτέρης Ζούρος </strong></p>
<p><strong>Σε αναζήτηση σκοπού σε έναν κόσμο χωρίς σκοπό </strong></p>
<p><strong>Σκέψεις για μια ρεαλιστική ηθική </strong></p>
<p><strong>εκδ. «Παν. Εκδ. Κρήτης», σελ. 206</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Θέτοντας σε παρένθεση ή και αμφισβητώντας ρητά τα όσα, επί χιλιετίες, έχουν υποστηρίξει φιλόσοφοι και θεολόγοι σχετικά με τη σκοπιμότητα και την ηθική υπόσταση της ανθρώπινης ζωής, η σύγχρονη επιστήμη είναι άραγε σε θέση να μας διαφωτίσει σχετικά με τη γένεση και τη λειτουργία της ηθικής; Αυτό είναι το βαθύτερο ερώτημα που επιθυμεί να προσεγγίσει -με αυστηρά επιστημονικά και ορθολογικά επιχειρήματα- ο Λευτέρης Ζούρος, επιφανής εξελικτικός γενετιστής και ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Κρήτης.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Αν στο προηγούμενο ιδιαιτέρως διαφωτιστικό βιβλίο του «Ας συμφιλιωθούμε με τον Δαρβίνο» (κυκλοφορεί επίσης από τις ΠΕΚ) ο συγγραφέας μας προσέφερε μια ολοκληρωμένη παρουσίαση της εξελικτικής θεωρίας, στο παρόν βιβλίο, που μόλις κυκλοφόρησε, αποφάσισε να διερευνήσει τις ηθικές συνέπειες που έχει για την ανθρώπινη κατάσταση η πλήρης αποδοχή της σύγχρονης εξελικτικής θεωρίας καθώς και των επιστημονικών εξηγήσεων της ανθρώπινης ζωής και του ανθρώπινου νου, που αυτή συνεπάγεται.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>«Ο σκοπός είναι τροφή, σαν το ψωμί. Το να λέμε ότι το ψωμί είναι για το σώμα και ο σκοπός για την ψυχή είναι λάθος. Γιατί δεν υπάρχει σώμα χωρίς ψυχή και ψυχή χωρίς σώμα· πρόκειται για “ένα και το αυτό”. Η διαφορά είναι ότι για το ψωμί γνωρίζουμε τις φυσικές και βιολογικές ιδιότητές του· γνωρίζουμε το “πώς” λειτουργεί ως τροφή. Μας πήρε κάποιες χιλιάδες χρόνια να φτάσουμε ώς εκεί. Για τον σκοπό δεν έχουμε φτάσει ακόμα στο σημείο αυτό, αλλά είναι ζήτημα χρόνου», διατείνεται ο συγγραφέας.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Σε αυτό το προγραμματικά προκλητικό βιβλίο του επιχειρεί να «λύσει» το δυσεπίλυτο αίνιγμα της ύπαρξης ηθικής και σκοπιμοτήτων μέσα σε ένα φυσικό σύμπαν χωρίς&#8230; σκοπό, βασιζόμενος ωστόσο αποκλειστικά στα εξ ορισμού πρόσκαιρα και «επιλαθεύσιμα» -σύμφωνα με τον Πόπερ και άλλους επιστημολόγους- μέσα της επιστήμης.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><strong>Santiago Ramon y Cajal </strong></p>
<p><strong>Σκέψεις παιδαγωγικής </strong></p>
<p><strong>μτφρ, επιμ., εισαγ. Λ. Τριάρχου, Α. Κουτσοκλένης </strong></p>
<p><strong>εκδ. «Εκκρεμές Τραυλός», σελ. 167</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Ο μεγάλος Ισπανός ανατόμος Σαντιάγο Ραμόν ι Καχάλ (Santiago Ramón y Cajal) θεωρείται σήμερα ο αναμφισβήτητος «πατέρας των Νευροεπιστημών», των σύγχρονων δηλαδή επιστημών του εγκεφάλου. Γεννήθηκε στην Αραγονία το 1852 και πέθανε στη Μαδρίτη το 1934.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Εργάστηκε ως καθηγητής στα Πανεπιστήμια της Βαλένθια, της Βαρκελώνης και της Μαδρίτης και το 1906 τιμήθηκε, από κοινού με τον Ιταλό ανατόμο Καμίλο Γκόλτζι, με το Βραβείο Νομπέλ Ιατρικής για τις πρωτοποριακές έρευνές του πάνω στη κυτταρική δομή του νευρικού συστήματος.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Οι μαθητές του τον περιγράφουν ως εμπνευσμένο και ιδιοφυή «ιππότη της επιστήμης» ο οποίος, παρά τα φτωχά μέσα της εποχής (ένα απλό μικροσκόπιο!), κατάφερε να ιχνογραφήσει και να κατανοήσει επακριβώς τη βαθύτερη δομή και τη συνδεσμολογία των νευρικών κυττάρων (νευρώνων) του εγκεφαλικού ιστού.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Επίσης, πρώτος αυτός υποστήριξε ότι το νευρικό κύτταρο αποτελεί τη δομική και λειτουργική μονάδα του εγκεφάλου μας, επιβάλλοντας έτσι το θεμελιώδες «νευρωνικό δόγμα» περί της δομικής ασυνέχειας του νευρικού ιστού. Δόγμα που ουδείς μέχρι σήμερα έχει αμφισβητήσει, ενώ υπήρξε και το θεμέλιο για τη μετέπειτα εκρηκτική ανάπτυξη της Νευροβιολογίας.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Ιδού πώς περιγράφουν οι Ελληνες επιμελητές της αυτή την πολύ ενδιαφέρουσα και ιδιαίτερα επίκαιρη συλλογή κειμένων του μεγάλου Ισπανού δασκάλου: «Ο μικρός αυτός τόμος συγκεντρώνει ένα νέο, διεθνώς πρωτόγνωρο, απάνθισμα κειμένων του Δον Σαντιάγο για την εκπαίδευση και την παιδαγωγική και εισάγει τον «μέγα Ισπανό σοφό» -όπως τον βάφτισαν οι συμπατριώτες του- στην ελληνική βιβλιογραφία. Στα κριτικά δοκίμια, ανυπέρβλητα μνημεία, συναντούμε εμβριθείς, έως αντισυμβατικές, ιδέες· νοήματα αειθαλή κι επίκαιρα, σε βαθμό που, αν αφαιρούσαμε τις ημερομηνίες, θα ήταν δύσκολο να μαντέψουμε ότι γράφτηκαν πριν εκατό χρόνια».</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>«Ο γεωργός απλά ρίχνει τον σπόρο· το γόνιμο έδαφος κάνει το φυτό να ανθίσει». Με αυτή την ποιητική εικόνα περιγράφει γλαφυρά ο Καχάλ τη λειτουργία της παιδείας. Αν μάλιστα αναλογιστούμε ότι κάθε μορφή «εκπαίδευσης» συνεπάγεται τη διαρκή, σχεδόν καθημερινή τροποποίηση της δομής και της λειτουργίας του εγκεφάλου μας, τότε το «Σκέψεις Παιδαγωγικής» του Ραμόν ι Καχάλ αποκτά ξεχωριστή βαρύτητα για τις παιδαγωγικές πρακτικές που υιοθετούμαι και εφαρμόζονται πλέον μαζικά.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Χρειάστηκε όμως σχεδόν ένας αιώνας (!) για να αναγνωρίσουν και να εφαρμόσουν οι σύγχρονες υποτίθεται «κοινωνίες της επιστήμης» τις πρωτοποριακές ιδέες που διατύπωσε ο μεγάλος ερευνητής της δομής και της λειτουργίας του ανθρώπινου εγκεφάλου!</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Πάντως, τις δύο τελευταίες δεκαετίες έχουν πληθύνει εντυπωσιακά οι σχετικές νευρο-παιδαγωγικές έρευνες και η Νευροπαιδαγωγική έχει αναδειχθεί σε πρωτοπόρο τομέα μελέτης των εγκεφαλικών προϋποθέσεων και δυνατοτήτων της εκπαίδευσης.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Το μικρό, αλλά γοητευτικό και εξαιρετικά πλούσιο σε αυτοβιογραφικές, επιστημονικές και ανθρωπιστικές ιδέες είναι ένα απολαυστικό ανάγνωσμα υπέροχα μεταφρασμένο και επιμελημένο στα ελληνικά.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><strong>Peter J. Bowler Iwan R. Morus </strong></p>
<p><strong>Η ιστορία της νεότερης επιστήμης </strong></p>
<p><strong>Μια επισκόπηση </strong></p>
<p><strong>μτφρ. Βαρβάρα Σπυροπούλου, </strong></p>
<p><strong>επιμ. Θ. Αραμπατζής και Φ. Παπανελοπούλου </strong></p>
<p><strong>εκδ. «Παν. Εκδ. Κρήτης», σελ. 520</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Η «Ιστορία της Επιστήμης» είναι η ιστορική ανασυγκρότηση των θεωρητικών και πρακτικών συστημάτων καθώς και των ανθρώπινων και κοινωνικών παραγόντων που, κατά το παρελθόν, διαμόρφωσαν αυτά τα συστήματα σκέψης και πράξης στο πλαίσιο μιας επιστημονικής παράδοσης.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Με άλλα λόγια, κάθε επιμέρους ιστορία της επιστήμης οφείλει να μελετά όχι μόνο τους πρωταγωνιστές, τις ιδέες ή τις πρακτικές, αλλά και τους κοινωνικούς παράγοντες που συνέβαλαν στη διαμόρφωση και στην επικράτηση (ή την απόρριψη) ορισμένων επιστημονικών κατακτήσεων του παρελθόντος (όπως π.χ. κοινωνικές ομάδες, ιστορικές αναγκαιότητες, οικονομικά συμφέροντα κ.ά.).</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Μόλις πριν από μισό αιώνα, το κυρίαρχο και ευρύτατα αποδεκτό ιστοριογραφικό πρότυπο για την περιγραφή και την κατανόηση της εξέλιξης της επιστημονικής γνώσης συνολικά και των επιμέρους επιστημών ήταν γραμμικό και σωρευτικό.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Σύμφωνα με αυτό το ιστοριογραφικό μοντέλο, η κάθε επιστήμη αναπτύσσεται, υποτίθεται, ανεξάρτητα από τις «εξωτερικές» ιστορικές και πολιτισμικές συνθήκες, με έναν ουσιαστικά «αυτιστικό» τρόπο. Εκτοτε τα πράγματα άλλαξαν, και η αντίληψη αυτή περί κοινωνικά «άσπιλης» και «ουδέτερης» επιστήμης αποδείχτηκε ένα μύθευμα!</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Διόλου περίεργο, λοιπόν, που ο Πίτερ Τζ. Μπόουλερ (Peter J. Bowler) και ο Ιγουαν Ράις Μόρους (Iwan Rhys Morus), δύο διαπρεπείς και διεθνώς αναγνωρισμένοι ιστορικοί της νεότερης επιστήμης, επέλεξαν μεθοδολογικά να «περιοριστούν» στη μελέτη τόσο των εσωτερικών όσο και των εξωτερικών παραγόντων που διαμόρφωσαν την πορεία ανάπτυξης των επιμέρους επιστημών από τη γένεσή τους κατά τον 17ο αιώνα μέχρι σήμερα.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Πράγματι, οι συγγραφείς αυτού του πολύ σημαντικού βιβλίου πέτυχαν κάτι πραγματικά αξιοθαύμαστο: να προσφέρουν μια πλήρη και επαρκώς τεκμηριωμένη ιστορικά ανασυγκρότηση της ανάπτυξης των σημαντικότερων φυσικών επιστημών: των ιδεών, των πρωταγωνιστών, του κοινωνικού, αλλά και του ιστορικού πλαισίου εντός του οποίου αναπτύχθηκαν αυτές οι πρωτοποριακές ιδέες. Χωρίς, ωστόσο, όπως πολύ συχνά συμβαίνει, να παραλείψουν να αναδείξουν και τις πολυποίκιλες επιδράσεις αυτών των επιστημονικών ιδεών-πρακτικών στις ανθρώπινες κοινωνίες και στη νεότερη σκέψη εν γένει.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Μέσα στις καλογραμμένες σελίδες αυτής της ιστορίας της νεότερης επιστήμης ανασυγκροτούνται βήμα προς βήμα όλες οι μείζονες εξελίξεις που έλαβαν χώρα στο πεδίο της επιστημονικής σκέψης, από τις επαναστατικές ιδέες του 17ου αιώνα μέχρι τα ζητήματα που εγείρονται στις μέρες μας από τη θεωρία της εξέλιξης, τη γενετική, την πυρηνική φυσική, τη σύγχρονη κοσμολογία και τις πολεμικές εφαρμογές της επιστημονικής γνώσης.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Ενα άλλο μεγάλο πλεονέκτημα της συγκεκριμένης Ιστορίας είναι ότι δεν επικεντρώνεται αποκλειστικά στις εξελίξεις των γνωστών επιστημών -π.χ. της Φυσικής ή της Χημείας- αλλά εστιάζει εξίσου (αν όχι περισσότερο!) στις μέχρι πρόσφατα παραμελημένες από την παραδοσιακή ιστοριογραφία επιστήμες: στην εξελικτική και μοριακή Βιολογία, στη Γενετική, στη Γεωλογία, στη Νευροψυχολογία κ.α. Επιστημονικοί κλάδοι που πλέον έχουν αναδειχτεί σε πρωταγωνιστές της σύγχρονης επιστημονικής περιπέτειας!</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Πάντως, οι συγγραφείς δεν περιορίστηκαν στην εξιστόρηση των πιο αποφασιστικών εξελίξεων στην επιστημονική σκέψη τους τρεις τελευταίους αιώνες, αλλά έκριναν απαραίτητο να προσθέσουν ειδικά κεφάλαια για τον κοινωνικό ρόλο και την επικοινωνία αυτής της γνώσης (επιστημονική εκλαΐκευση).</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Τέλος, η άψογη μετάφραση της Β. Σπυροπούλου και η άριστη επιμέλεια της ελληνικής έκδοσης από τον Θ. Αραμπατζή και τη Φ. Παπανελοπούλου συμβάλλουν αποφασιστικά στην ανάδειξη των εγγενών και αξιομνημόνευτων αρετών αυτής της πραγματικά σύγχρονης ιστορίας της επιστήμης.</p>
<p>&nbsp;</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://archive.efsyn.gr/?feed=rss2&#038;p=244672</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Η μηχανή της μνήμης και της λήθης</title>
		<link>https://archive.efsyn.gr/?p=242672&#038;utm_source=rss&#038;utm_medium=rss&#038;utm_campaign=%25ce%25b7-%25ce%25bc%25ce%25b7%25cf%2587%25ce%25b1%25ce%25bd%25ce%25ae-%25cf%2584%25ce%25b7%25cf%2582-%25ce%25bc%25ce%25bd%25ce%25ae%25ce%25bc%25ce%25b7%25cf%2582-%25ce%25ba%25ce%25b1%25ce%25b9-%25cf%2584%25ce%25b7%25cf%2582-%25ce%25bb%25ce%25ae%25ce%25b8%25ce%25b7%25cf%2582</link>
		<comments>https://archive.efsyn.gr/?p=242672#comments</comments>
		<pubDate>Sun, 12 Oct 2014 12:00:14 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[ΕΠΙΣΤΗΜΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΣΕΛΙΔΕΣ]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://archive.efsyn.gr/?p=242672</guid>
		<description><![CDATA[Περιγράφουμε συνήθως ως «μνήμη» την ικανότητα του νου μας να καταγράφει, να αποθηκεύει και να ανασύρει παρελθούσες εμπειρίες μας από τον κόσμο και τους ανθρώπους (συμπεριλαμβανομένου του εαυτού μας). Το γεγονός ότι αγνοούμε το «πού ακριβώς» ή το «πώς» πραγματοποιείται αυτή η μνημονική αποτύπωση και το «ποιος» τελικά ανακαλεί αυτές τις ανα-μνήσεις, δεν φαίνεται να μας προβληματίζει ιδιαίτερα.
Πάντως, η επικρατέστερη σήμερα και μάλλον καθησυχαστική εικόνα για τη μνήμη ως εύτακτο και αμετάβλητο στον χρόνο «αρχείο» -κάτι σαν τον σκληρό δίσκο των υπολογιστών- είναι όχι μόνο απλοϊκή αλλά και άκρως παραπλανητική αφού προσκρούει σε ό,τι έχουν ανακαλύψει σχετικά με τη μνήμη οι επιστήμες του εγκεφάλου και του νου.
Η σύγχρονη επιστήμη όχι μόνο γνωρίζει αρκετά για τη φυσιολογική λειτουργία και τις ασθένειες της ανθρώπινης μνήμης, αλλά κατάφερε ακόμη και να προικίσει τις μηχανές με...«μνήμη». Και όπως θα δούμε, οι νέες τεχνολογίες της υπολογιστικής μνήμης και μάθησης μολονότι διευρύνουν τις μνημονικές μας δυνατότητες ταυτόχρονα τις υποβαθμίζουν]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p><strong>Γράφει ο Σπύρος Μανουσέλης</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<p><a href="http://archive.efsyn.gr/wp-content/uploads/2014/10/get4366File1.jpg" rel="lightbox[ set1 ]"><img class="alignleft wp-image-242880" src="http://archive.efsyn.gr/wp-content/uploads/2014/10/get4366File1.jpg" alt="" width="400" height="400" /></a>Σε κάθε ιστορική εποχή, για να περιγράψουν τις, εν πολλοίς, ακατανόητες μνημονικές τους ικανότητες οι άνθρωποι χρησιμοποιούσαν παρομοιώσεις και μεταφορές τις οποίες εμπνέονταν από την τεχνολογία αιχμής της εποχής. Για παράδειγμα, οι αρχαίοι Eλληνες πίστευαν ότι οι μνήμες «αποτυπώνονται» μέσα μας όπως τα ίχνη μιας γραφίδας πάνω σε μια πλάκα από κερί. Τον Μεσαίωνα η κυρίαρχη τεχνολογική μεταφορά για τη μνήμη ήταν η περγαμηνή, ενώ μετά την επινόηση της τυπογραφίας έβλεπαν τη μνήμη σαν ένα τυπωμένο βιβλίο.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Στη νεωτερική εποχή της τεχνοεπιστημονικής αυθεντίας η μνήμη μετατρέπεται σε «μηχανή» και οι τεχνολογικές μεταφορές για την περιγραφή της γίνονται διαδοχικά η φωτογραφική μηχανή, η κινηματογραφική μηχανή και πιο πρόσφατα ο σκληρός δίσκος των ηλεκτρονικών υπολογιστών.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Μάλιστα, αυτή η τελευταία εξομοίωση της ανθρώπινης μνήμης με τον σκληρό δίσκο των υπολογιστών φαίνεται πια τόσο προφανής και έχει διεισδύσει στη σκέψη της εποχής μας σε τέτοιο βαθμό ώστε θεωρείται πλέον όχι μόνο δόκιμο αλλά σχεδόν επιβεβλημένο για τις βιοϊατρικές επιστήμες να «μεταφράζουν» τις κατακτήσεις τους στην ορολογία της Πληροφορικής.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><strong>Από τη βραχύχρονη στη μακρόχρονη μνήμη</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Δεν θα πρέπει λοιπόν να μας ξενίζει το γεγονός ότι οι περισσότεροι ειδικοί σήμερα μιλάνε -με περισσή ίσως ευκολία- για «κωδίκευση», «εγγραφή» και «ανάκτηση» πληροφοριών όταν περιγράφουν τις, κατά τα άλλα, βιολογικές διεργασίες της μνήμης. Oταν δηλαδή αντιμετωπίζουν μια αυτόνομη και αυτοποιητική ζωική λειτουργία ως ετερόνομη και ετεροποιητική υπολογιστική διεργασία.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Πάντως, η βιωματική εικόνα που οι περισσότεροι από εμάς έχουν αναφορικά με τη λειτουργία της μνήμης δεν θυμίζει επ’ ουδενί τις παθητικές καταγραφές μιας φωτογραφικής ή κινηματογραφικής μηχανής, ή ενός προσωπικού ημερολογίου. Ακόμη λιγότερο δε, τις ψηφιακές εγγραφές πληροφοριών στον σκληρό δίσκο (hard disk) ενός υπολογιστή.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Αντίθετα, είμαστε βέβαιοι ότι πρόκειται για μία, ταυτοχρόνως, βιολογική και νοητική ικανότητα αποτύπωσης των σχέσεών μας με τον κόσμο: ένα εύπλαστο και εύθραυστο δίκτυο «δια-συνδέσεων» μεταξύ προσώπων και αντικειμένων. Κάτι που εξάλλου επιβεβαιώνεται και από πλήθος ιατρικών παρατηρήσεων: ασθενείς οι οποίοι, εξαιτίας μιας νευρολογικής ασθένειας ή ενός σοβαρού ατυχήματος, έχουν απολέσει μεγάλο μέρος των μνημονικών τους ικανοτήτων χάνουν επίσης και κάθε δυνατότητα «σχέσης» και νοητικής «επαφής» με τον κόσμο που τους περιβάλλει.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Oπως είδαμε στα δύο προηγούμενα άρθρα μας, τα πολυποίκιλα μνημονικά φαινόμενα υπήρξαν κατά το παρελθόν αντικείμενο έρευνας πολλών φιλοσόφων και γιατρών. Μόνο, ωστόσο, κατά τα τέλη του 19ου αιώνα ξεκίνησε η συστηματική πειραματική διερεύνηση της ανθρώπινης μνήμης.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Πρωτοπόρος στη διερεύνηση των ψυχολογικών μηχανισμών της μνήμης, και κυρίως της λήθης, θεωρείται ο Χέρμαν Eμπινγκχαουζ (Hermann Ebbinghaus 1850-1909). Eκτοτε, έχει συσσωρευτεί ένας τεράστιος όγκος πειραματικών και θεωρητικών δεδομένων που αφορούν τόσο τις ψυχολογικές όσο και τις νευροβιολογικές πτυχές αυτής της σύνθετης εγκεφαλικής-νοητικής λειτουργίας.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Οι περισσότεροι άνθρωποι εξακολουθούν να πιστεύουν πως η μνήμη «τους» είναι ένα ενιαίο φαινόμενο, αν και από όλες τις σχετικές έρευνες προκύπτει ότι στην πραγματικότητα η μνήμη μας συγκροτείται από δύο ξεχωριστά μνημονικά συστήματα: το πρωτογενές σύστημα της «βραχύχρονης μνήμης» και το δευτερογενές σύστημα της «μακρόχρονης μνήμης». Το κάθε μνημονικό σύστημα επιτελεί διαφορετικές μνημονικές διεργασίες που λαμβάνουν χώρα σε διαφορετικές δομές του εγκεφάλου μας.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Σε τι διαφέρει άραγε αυτή η σύγχρονη επιστημονική διάκριση μεταξύ πρωτογενούς-δευτερογενούς μνήμης από τη μεταφυσική διάκριση μεταξύ μνήμης-αναμνήσεως την οποία πρώτος εισηγήθηκε ο Πλάτων πριν από δύο χιλιετίες στον διάλογό του «Φίληβος»;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Η καλύτερη απάντηση σε αυτήν την εύλογη απορία είναι αυτή που έδωσε ο διεθνούς φήμης ερευνητής της μνήμης και των δυσλειτουργιών της Ανδρέας Κ. Παπανικολάου σε ένα πολύ ενδιαφέρον κείμενό του. Στο πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου «Οι Αμνησίες», που κυκλοφορεί από τις Παν. Εκδ. Κρήτης, υποστηρίζει χωρίς περιστροφές: «Βέβαια, τα δύο αυτά συστήματα [της πρωτογενούς και της δευτερογενούς μνήμης] είχαν ήδη αναγνωριστεί και ονομαστεί σαφώς λιτότερα, αν όχι προσφυέστερα, από τον Πλάτωνα μνήμη και ανάμνησις, αντιστοίχως.»!</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Παρ’ όλα αυτά, σύμφωνα με τη σύγχρονη επιστημονική περιγραφή των μνημονικών φαινομένων, η «βραχύχρονη μνήμη» (πρωτογενές σύστημα) ισοδυναμεί με την πρόσκαιρη ενδυνάμωση ενός νευρωνικού κυκλώματος και διαρκεί μερικά λεπτά ή λίγες ώρες, ενώ για τη «μακρόχρονη μνήμη» (δευτερογενές σύστημα) απαιτείται η σταθερή ενδυνάμωση, συνήθως μέσω της επανάληψης των ίδιων ερεθισμάτων, των συνάψεων του νευρωνικού κυκλώματος της βραχύχρονης μνήμης.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Πάντως οι επιμέρους διεργασίες του καθενός από αυτά τα δύο μνημονικά συστήματα εμπλέκουν πάντα ευρύτερες εγκεφαλικές δομές, αν όχι το σύνολο του εγκεφάλου, γεγονός που καθιστά εξαιρετικά δύσκολη κάθε προσπάθεια αυστηρού εντοπισμού των μνημονικών διεργασιών και του τόπου αποθήκευσης κάθε μεμονωμένου μνημονικού αποτυπώματος.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Σήμερα, ωστόσο, γνωρίζουμε με βεβαιότητα ότι το πέρασμα από την πρόσκαιρη βραχύχρονη μνήμη στη μονιμότερη μακρόχρονη μνήμη προϋποθέτει μια σειρά από διεργασίες νευρωνικής ενεργοποίησης, τις οποίες η Νευροεπιστήμη περιγράφει ως «μακρόχρονη διευκόλυνση» (Long-term facilitation) και ως «μακρόχρονη ενδυνάμωση» (LTP: Long-term potentiation).</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Αυτές ακριβώς οι διεργασίες οδηγούν στην αύξηση της συνδετικότητας, δηλαδή της συναπτικής ισχύος, μεταξύ των επιμέρους νευρώνων που συναποτελούν ένα εγκεφαλικό κύκλωμα το οποίο, εφόσον διατηρηθεί για λίγο ενεργοποιημένο, λειτουργεί ως βραχύχρονο μνημονικό αποτύπωμα. Μόνο μετά από αυτήν την ενεργοποίηση το συγκεκριμένο νευρωνικό κύκλωμα ενδέχεται να αποτελέσει το αντικείμενο της μνημονικής κωδίκευσης, της παγίωσης και της τελικής αποθήκευσης σε ορισμένες εγκεφαλικές δομές ως μακρόχρονη μνήμη.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><strong>Αναζητώντας τα «ίχνη» του Πλάτωνα στον εγκέφαλο και όχι στο υπερπέραν</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Εύλογα λοιπόν, κατά τον εικοστό αιώνα, η επιστημονική διερεύνηση του εγκεφαλικού-νευρολογικού υποστρώματος της μνήμης επικεντρώθηκε κυρίως στη μελέτη των νευρωνικών συνάψεων και στο περίπλοκο δίκτυο επικοινωνίας μεταξύ των νευρικών κυττάρων. Ενα «ταπεινό» ίσως νευρωνικό δίκτυο που, ωστόσο, δεν έχει τίποτε να ζηλέψει από το πλατωνικό «ψυχικόν εκμαγείον» όπου αποτυπώνονται -άλλοτε πρόσκαιρα και άλλοτε πιο μόνιμα- όλες οι αναμνήσεις μας.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Και, όπως αποδείχτηκε, η ικανότητα του νευρικού συστήματος να σχηματίζει νέες μνημονικές εγγραφές αλλά και να διατηρεί τις παλιές εξαρτάται από τη λεγόμενη «συναπτική πλαστικότητα»: τη δυνατότητα δηλαδή του εγκεφάλου μας να δημιουργεί νέες συνάψεις μεταξύ των νευρώνων του ή να εξαλείφει παλαιότερες.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Χάρη σε αυτήν την εντυπωσιακή πλαστικότητα το νευρικό μας σύστημα είναι σε θέση να τροποποιεί τόσο τη δομή όσο και τη λειτουργία του ανάλογα με τα ερεθίσματα που δέχεται. Και σε αυτήν στηρίζονται οι ιδιαίτερα αναπτυγμένες ανθρώπινες ικανότητες για μάθηση και μνήμη.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Πράγματι, σύμφωνα με τους ειδικούς (νευροεπιστήμονες, γνωσιακούς ψυχολόγους) δύο είναι οι βασικές προϋποθέσεις για την ανάδυση της ανθρώπινης μνήμης: η σχετική σταθερότητα των πολύπλοκων νευρωνικών δομών και η μεγάλη συναπτική πλαστικότητα. Η σταθερότητα είναι απαραίτητη προκειμένου να διατηρούνται και να ανακαλούνται πιο εύκολα οι καταγεγραμμένες πληροφορίες, ενώ η πλαστικότητα επιτρέπει στον ανθρώπινο εγκέφαλο να μαθαίνει διαρκώς νέα πράγματα και, κατ’ αυτόν τον τρόπο, να προσαρμόζεται -ενεργητικά και όχι παθητικά όπως οι υπολογιστές!- στο ιδιαιτέρως ασταθές ανθρώπινο περιβάλλον.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Η ικανότητά μας να συγκρατούμε στη μνήμη μας έναν αριθμό τηλεφώνου, να οδηγούμε ένα αυτοκίνητο, να χορεύουμε ταγκό ή να διηγούμαστε ένα επεισόδιο από τις καλοκαιρινές μας διακοπές είναι μερικά πολύ οικεία παραδείγματα άσκησης των μνημονικών ικανοτήτων μας. Ωστόσο, όπως προκύπτει από όλες τις σχετικές έρευνες, κάθε μια από αυτές τις δεξιότητες απαιτεί έναν διαφορετικό τύπο μνήμης!</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Το να θυμόμαστε για λίγο τον αριθμό τηλεφώνου που μόλις μας είπανε είναι ένα τυπικό παράδειγμα «βραχύχρονης» μνήμης που διαρκεί μερικά λεπτά. Η μετατροπή αυτής της πρόσκαιρης μνήμης σε πιο μόνιμη «μακρόχρονη» μνήμη (ημέρες, εβδομάδες ή και χρόνια) είναι ένα επόμενο στάδιο και εμπλέκει διαφορετικές εγκεφαλικές δομές.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Το πέρασμα από την πρόσκαιρη βραχύχρονη μνήμη στη μονιμότερη μακρόχρονη μνήμη συνοδεύεται από μια σειρά από νευρωνικές και βιοχημικές διεργασίες που λαμβάνουν χώρα σε συγκεκριμένες εγκεφαλικές δομές. Για παράδειγμα, εγκεφαλικές δομές στο βάθος του κροταφικού λοβού, όπως ο ιππόκαμπος, η αμυγδαλή (καθώς και δύο πυρήνες του θαλάμου και τα μαστία), δεν συμμετέχουν ενεργά τόσο στη διαμόρφωση του αρχικού-βραχύχρονου μνημονικού αποτυπώματος όσο στην παγίωση και την αποθήκευση της βραχύχρονης σε μακρόχρονη μνήμη.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><strong>Ο επιλήσμων εγκέφαλος: η σημασία της λήθης στη δημιουργία της μνήμης</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Στο διήγημά του «Φούνες, ο μνήμων» ο μεγάλος Αργεντινός συγγραφέας Χόρχε Λουίς Μπόρχες περιγράφει την τραγωδία ενός ατόμου που δεν ξεχνά ποτέ τίποτα αναδεικνύοντας, κατ’ αυτόν τον τρόπο, την αποφασιστική σημασία των διεργασιών της λήθης για μια υγιή και ισορροπημένη ανθρώπινη ζωή.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Πράγματι, από διάφορες πειραματικές και κλινικές παρατηρήσεις προκύπτει ότι η ικανότητα να σβήνονται επιλεκτικά από τη μνήμη μας κάποιες πληροφορίες ή επουσιώδεις λεπτομέρειες αποτελεί την αναγκαία και ικανή συνθήκη για την καλή και αποτελεσματική λειτουργία της πολύπλοκης βιολογικής μηχανής της μνήμης.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Αντίθετα με ό,τι συνήθως πιστεύουμε, η μνήμη μας δεν είναι μια τεράστια αποθήκη με αμέτρητα και καλά ταξινομημένα «συρταράκια», στα οποία καταχωρίζονται αυτομάτως και ανασύρονται μηχανικά ό,τι γνωρίζουμε ή βιώνουμε καθημερινά.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Πρόκειται, όπως είπαμε, για ένα πολύπλοκο και εκτενές δίκτυο νευρωνικών κυκλωμάτων, που ενώ ενδέχεται να εξειδικεύονται στην επεξεργασία ορισμένου τύπου πληροφοριών, μπορούν να επικοινωνούν και έτσι να επηρεάζουν σημαντικά το ένα το άλλο: κάθε νέο ερέθισμα, αφού υποστεί κάποια επεξεργασία, εντάσσεται επιλεκτικά και διαμορφώνεται από το προϋπάρχον μνημονικό πλαίσιο.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Μόνο χάρη στη δημιουργική παρέμβαση της λησμοσύνης μπορούμε, σε όλη σχεδόν τη διάρκεια της ζωής μας, να συγκρατούμε ό,τι είναι σημαντικό από έναν χείμαρρο από ασήμαντες λεπτομέρειες, αλλά και να αφομοιώνουμε νέες εμπειρίες και γνώσεις.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Επί δεκαετίες η ψυχοβιολογία της μνήμης (καθώς και η ψυχανάλυση!) βασίστηκε στην εντελώς αυθαίρετη αλλά καθησυχαστική αρχή της σταθερότητας ή της μη μεταβλητότητας των μνημονικών αποτυπωμάτων και άρα των αναμνήσεών μας.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Η εγκυρότητα αυτής της αρχής άρχισε να αμφισβητείται σοβαρά μετά από τις έρευνες της διάσημης νευροψυχολόγου Ελίζαμπεθ Λόφτους (Elisabeth Loftus), η οποία μελετώντας, επί σειρά ετών, τη λεγόμενη «αυτοβιογραφική μνήμη» κατέληξε στο ανησυχητικό συμπέρασμα ότι η σταθερότητα της μακρόχρονης μνήμης είναι ένας μύθος!</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Αντί της υποτιθέμενης αμεταβλητότητας των πολύ προσωπικών μας αναμνήσεων, η Λόφτους ανακάλυψε μια πολύ περίεργη και δημιουργική «αλχημεία» του ανθρώπινου νου: την ικανότητά του να αναμιγνύει και να αναδιευθετεί διαρκώς τόσο τα βασικά «ιστορικά πλαίσια» όσο και τα δομικά-νευρωνικά στοιχεία των περισσότερων αναμνήσεών μας.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Μετέπειτα έρευνες των Κάριν Νέιντερ (Karin Nader), Τζόουζεφ Λεντού (Joseph LeDoux) και Σούζαν Σάρα (Susanne Sara) έδειξαν ότι υπάρχει και μία διεργασία «ανα-παγίωσης» που επιφέρει σημαντικές αναδομήσεις στις αναμνήσεις των εμπειριών μας. Και άλλες όμως πιο πρόσφατες έρευνες επιβεβαιώνουν τόσο την εγγενή πλαστικότητα κάθε μνημονικής διαδικασίας όσο και τον δυναμικό χαρακτήρα των δήθεν «παγιωμένων εφ’ όρου ζωής» αναμνήσεών μας.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Πιο πρόσφατα μάλιστα κατάφεραν να δείξουν πειραματικά ότι κάθε πράξη μνημονικής ανάκλησης οδηγεί σε επιμέρους τροποποίηση των αντίστοιχων νευρωνικών μικροκυκλωμάτων που αποτελούν το εγκεφαλικό υπόστρωμα αυτών των μακροχρόνιων αναμνήσεων!</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>«Η κλασική ιδέα ήταν ότι οι αναμνήσεις μας θα έπρεπε να είναι κάτι ανάλογο με την πιστή φωτογραφική αποτύπωση του αρχικού συμβάντος. Σήμερα, αντίθετα, γνωρίζουμε ότι πρόκειται μόνο για την τελευταία εκδοχή της αρχικής ανάμνησης, διότι κάθε φορά που την ανακαλούμε στη μνήμη μας η ανάμνηση αυτή τροποποιείται κατά τι», υποστηρίζει η Ντανιέλα Σίλερ (Daniela Schiller), επιφανής ερευνήτρια ανάλογων μνημονικών διεργασιών.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Επί πολλές δεκαετίες οι ειδικοί πίστευαν, ή μάλλον ήλπιζαν, ότι οι μακροχρόνιες και πιο ανθεκτικές αναμνήσεις μας παραμένουν αμετάβλητες και ανεξίτηλες στην πάροδο του χρόνου, απρόσβλητες στις «επιθέσεις» της λήθης. Ομως, τα τελευταία χρόνια έχουν συσσωρευτεί τόσα πολλά πειραματικά και ιατρικά δεδομένα για το αντίθετο, ώστε τελικά αναγκάστηκαν να παραδεχτούν πως κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><strong>Από την τέχνη της μνήμης στην τεχνολογική αμνησία</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<p><a href="http://archive.efsyn.gr/wp-content/uploads/2014/10/getF2333ile.jpg" rel="lightbox[ set1 ]"><img class="alignleft wp-image-242882" src="http://archive.efsyn.gr/wp-content/uploads/2014/10/getF2333ile.jpg" alt="getF2333ile" width="350" height="344" /></a>Στο προηγούμενο άρθρο μας για τις «μνημοτεχνικές» (βλ. «Εφ. Συν.» 4/10/14) διαπιστώσαμε ότι μέχρι πολύ πρόσφατα η συστηματική καλλιέργεια και η επίπονη εξάσκηση της μνήμης αποτελούσε για τους ανθρώπους ζωτική αναγκαιότητα (ατομική και κοινωνική).</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Στις μέρες μας, αντίθετα, το να αποθηκεύει κανείς στη μνήμη του πληροφορίες και γνώσεις όχι μόνο δεν θεωρείται απαραίτητο, αλλά είναι και περιττό αφού μπορεί να έχει κάθε στιγμή πρόσβαση στις πιο ετερογενείς πληροφορίες. Αρκεί να ανοίξει το κινητό ή τον υπολογιστή του και να μπει στο Διαδίκτυο.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Παρά τις ασύλληπτες, μέχρι χθες, τεχνολογικές διευκολύνσεις, όλο και μεγαλύτερος αριθμός σχετικά νέων ανθρώπων στις ανεπτυγμένες κοινωνίες διαμαρτύρεται σήμερα ότι έχει ανεξήγητα κενά μνήμης και ότι, εκτός από τα σοβαρά αμνησιακά προβλήματα, αντιμετωπίζει επίσης μεγάλη δυσκολία συγκέντρωσης της προσοχής και αφομοίωσης νέων πληροφοριών. Οι σημερινοί τριαντάχρονοι φαίνεται να έχουν μικρότερες μνημονικές ικανότητες από τους γονείς τους. Υποφέρουν από&#8230; «τεχνολογική αμνησία»! Γιατί συμβαίνει αυτό;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Σύμφωνα με τη γνώμη αρκετών τολμηρών ειδικών, τα αίτια θα πρέπει να αναζητηθούν στη συστηματική χρήση των ψηφιακών συσκευών οι οποίες δημιουργήθηκαν για να διευρύνουν τις μνημονικές μας ικανότητες και για να απαλλάξουν το μυαλό μας από τα «περιττά» μνημονικά βάρη. Και το κάνουν τόσο καλά, ώστε κάποιες ζωτικές λειτουργίες του μυαλού των χρηστών -όπως η μνήμη και η αφομοίωση νέων πληροφοριών- έχουν αρχίσει να ατροφούν.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Το νέο φαινόμενο της «τεχνολογικής αμνησίας», δηλαδή της κατάπτωσης ή και του εκφυλισμού της ανθρώπινης μνήμης λόγω της χρήσης «έξυπνων» τεχνημάτων, διαπιστώθηκε και επιβεβαιώθηκε χάρη στις συστηματικές έρευνες του Ιαν Ρόμπερτσον (Ian Roberston), καθηγητή Νευροεπιστημών στο Trinity College του Δουβλίνου. Ανάλογες έρευνες έχουν πραγματοποιηθεί στις πιο αναπτυγμένες χώρες. Και δυστυχώς όλες καταγράφουν μια δραματική πτώση των μνημονικών ικανοτήτων στις νεότερες γενιές.</p>
<p>&nbsp;</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://archive.efsyn.gr/?feed=rss2&#038;p=242672</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Η λησμονημένη τέχνη της μνήμης</title>
		<link>https://archive.efsyn.gr/?p=240534&#038;utm_source=rss&#038;utm_medium=rss&#038;utm_campaign=%25ce%25b7-%25ce%25bb%25ce%25b7%25cf%2583%25ce%25bc%25ce%25bf%25ce%25bd%25ce%25b7%25ce%25bc%25ce%25ad%25ce%25bd%25ce%25b7-%25cf%2584%25ce%25ad%25cf%2587%25ce%25bd%25ce%25b7-%25cf%2584%25ce%25b7%25cf%2582-%25ce%25bc%25ce%25bd%25ce%25ae%25ce%25bc%25ce%25b7%25cf%2582</link>
		<comments>https://archive.efsyn.gr/?p=240534#comments</comments>
		<pubDate>Sun, 05 Oct 2014 12:00:51 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[ΕΠΙΣΤΗΜΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΣΕΛΙΔΕΣ]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://archive.efsyn.gr/?p=240534</guid>
		<description><![CDATA[Στο προηγούμενο άρθρο μας («Εφ.Συν.», 27-09-14) επικεντρώσαμε το ενδιαφέρον μας στην «αρχαιολογία» κάποιων πανάρχαιων -αλλά ιδιαίτερα επίμονων- ιδεών σχετικά με τη λειτουργία της ανθρώπινης μνήμης. Σήμερα θα παρουσιάσουμε διεξοδικά μερικές «μαγικές» τεχνικές που επινοήθηκαν, κατά καιρούς, για τη βελτίωση και τη μεγιστοποίηση των μνημονικών μας ικανοτήτων.
Αυτές οι «μνημοτεχνικές» δημιουργήθηκαν και εξελίχθηκαν αφενός για να καλύψουν τη ζωτική ανάγκη μας να θυμόμαστε έναν τεράστιο αριθμό πληροφοριών και αφετέρου για να μας βοηθήσουν να μεγιστοποιήσουμε τις φυσικές (αλλά πεπερασμένες) μνημονικές μας ικανότητες.
Μολονότι οι περισσότεροι από εμάς βιώνουν τις μνημονικές τους ανεπάρκειες ως πρόβλημα και τη σταδιακή απώλεια κάποιων αναμνήσεων ως τραγωδία, στην πραγματικότητα, όπως θα δούμε στο επόμενο άρθρο, η ικανότητα για λήθη αποτελεί όχι μόνο αναπόφευκτο στοιχείο, αλλά και βασική προϋπόθεση της καλής μνημονικής λειτουργίας, και άρα των μαθησιακών ικανοτήτων μας]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p><strong>Γράφει ο Σπύρος Μανουσέλης</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<p><a href="http://archive.efsyn.gr/wp-content/uploads/2014/10/ES20141004_64.jpg" rel="lightbox[ set1 ]"><img class="alignleft wp-image-240601" src="http://archive.efsyn.gr/wp-content/uploads/2014/10/ES20141004_64.jpg" alt="" width="409" height="450" /></a>Η ικανότητα να μαθαίνει κανείς από μνήμης και να αναπαράγει πιστά ό,τι διδάχτηκε στην καθημερινή του ζωή -από την οικογένεια, το σχολείο ή την εργασία- ήταν και δυστυχώς παραμένει η βασική προτεραιότητα και το πιο ασφαλές κριτήριο αξιολόγησης μιας «καλής παιδείας».</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Ακόμη και σήμερα, παρά τις κοσμοϊστορικές αλλαγές στις παιδαγωγικές μας αντιλήψεις, η κυρίαρχη εκπαιδευτική πολιτική βασίζεται σε μεγάλο βαθμό και ενίοτε αποκλειστικά στην «αποστήθιση»: όχι δηλαδή στην ουσιαστική κατανόηση αλλά στην παθητική καταγραφή και αναπαραγωγή πολλών «γνώσεων».</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Το περίεργο είναι ότι, στις μέρες μας, το να αποθηκεύει κανείς στη μνήμη του πολλές πληροφορίες και γνώσεις δεν θεωρείται πλέον απαραίτητο. Εξάλλου ούτε καν χρειάζεται, αφού κατάλογοι, λεξικά, εγκυκλοπαίδειες με τις πιο ετερογενείς πληροφορίες είναι στη διάθεσή του κάθε στιγμή. Αρκεί να ανοίξει το κινητό του και να μπει στο Διαδίκτυο, τον «φωτεινό παντογνώστη» του εικοστού πρώτου αιώνα.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Δεν ήταν ωστόσο πάντοτε έτσι. Μόλις πριν από μερικές δεκαετίες, η συστηματική καλλιέργεια και η επίπονη εξάσκηση της μνήμης αποτελούσε μια ζωτικής σημασίας αναγκαιότητα (ατομική και κοινωνική), για την ικανοποίηση της οποίας επινοήθηκαν, κατά καιρούς, διάφορες «μνημοτεχνικές», λιγότερο ή περισσότερο αποτελεσματικές.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><strong>Μνημοτεχνική: η διαχείριση της εκκοσμικευμένης μνήμης</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Στις πιο «πρωτόγονες» κοινωνίες χωρίς γραφή, η ατομική και η συλλογική μνήμη συγκροτούνταν γύρω από τους θεμελιωτικούς μύθους της ομάδας ή της κοινότητας -μύθοι καταγωγής, δικαιολόγησης- οι οποίοι βασίζονταν στην προφορική παράδοση, και άρα στη μνήμη. Ετσι εξηγείται από τους ιστορικούς και τους ανθρωπολόγους ο πρωταγωνιστικός κοινωνικός ρόλος που είχαν στις κοινωνίες χωρίς γραφή οι «άνθρωποι-μνήμες».</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Ανθρωποι με εξαιρετικές μνημονικές ικανότητες οι οποίοι είχαν ως αποστολή να συγκρατούν και να μεταδίδουν τους νόμους, την ιστορία, αλλά και τη θεϊκή γενεαλογία της εξουσίας (π.χ. των «αριστοκρατών» και των βασιλιάδων). Ο κοινωνικός θεσμός του «μνήμονα» αντλεί τη νομιμοποίησή του κατευθείαν από τους θεούς: π.χ. στην Ελλάδα της αρχαϊκής εποχής από τη θεά της μνήμης, τη Μνημοσύνη.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Η μνήμη λοιπόν θεωρείται θεϊκή δωρεά, χάρισμα για τους μυημένους «μνήμονες», συνήθως ποιητές και αοιδούς του ξεχασμένου παρελθόντος. Διόλου περίεργο λοιπόν που οι ποιητές και οι αοιδοί της εποχής πίστευαν ότι έπρεπε να διακατέχονται από τη θεά της μνήμης για να δημιουργήσουν το έργο τους – και σε αυτήν το αφιερώνουν εξαρχής.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Η επινόηση της γραφής σε συνδυασμό με την αποϊεροποίηση και την εκκοσμίκευση της μνήμης από την επιστήμη-φιλοσοφία της εποχής θα δημιουργήσουν προοδευτικά νέες, πιο «φυσικές» εξηγήσεις για τις ανθρώπινες μνημονικές ικανότητες. Και παράλληλα, νέες απομαγευμένες τεχνικές διαχείρισης της ατομικής και της συλλογικής μνήμης: «μνημοτεχνικές» για την ατομική μνήμη και «Ιστορία» για τη συλλογική μνήμη.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Παρά την επικράτηση της γραφής, η σημασία της μνήμης στη ζωή των ανθρώπων δεν υποβαθμίζεται καθόλου. Αν και δεν θεωρείται πλέον «ιερή», εξακολουθεί να παίζει πρωτεύοντα ρόλο στη σύσταση της ανθρώπινης ταυτότητας. Η θεά Μνημοσύνη και οι κόρες της οι Μούσες μπορεί να κατοικούν στον Ολυμπο, η μνήμη όμως έχει πια κατέβει οριστικά και αμετάκλητα στη Γη: είναι κάτι που οι άνθρωποι οφείλουν όχι μόνο να το κατανοούν ορθολογικά αλλά και να το διαχειρίζονται κατά βούληση με συγκεκριμένες&#8230; μνημοτεχνικές!</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Σύμφωνα με τον θρύλο, ο λυρικός ποιητής Σιμωνίδης ο Κείος (556-468, περίπου) ήταν ο πρώτος που επινόησε ή διαμόρφωσε τους πρώτους κανόνες μνημοτεχνικής. Πρόκειται για «τεχνικές» που μας επιτρέπουν να αποθηκεύουμε στη μνήμη μας για πολύ μεγάλα χρονικά διαστήματα κάθε είδους πληροφορία και να την ανακαλούμε με ευκολία.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Κάτι που κάθε άνθρωπος μπορεί να το πετύχει αν μάθει, μετά από σκληρή εξάσκηση, να δημιουργεί με το μυαλό του σύνθετες νοητικές εικόνες και τόπους, π.χ. ένα μεγάλο σπίτι με όλα τα δωμάτια και τους διαδρόμους του αυστηρά διατεταγμένα.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Μέσα σε αυτό το σπίτι τοποθετεί νοερά κάποιες λέξεις ή αντικείμενα «κλειδιά», που του επιτρέπουν κατόπιν, όποτε το θελήσει ή το χρειαστεί, να ανακαλέσει στη μνήμη του το σύνολο των μνημονικών πληροφοριών με τη σειρά ακριβώς που τις τοποθέτησε νοερά μέσα στο σπίτι. Πώς; Πολύ απλά διανύοντας ένα ένα τα δωμάτια και «παίρνοντας» ένα ένα τα αντικείμενα που είχε τοποθετήσει στα δωμάτια του φανταστικού σπιτιού που δημιούργησε με τον νου του.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Αυτή η «τεχνητή μνήμη» συγκροτείται λοιπόν από «τόπους» και «εικόνες» των οποίων η ακριβής σειρά και οι θέσεις γεννούν τις αναμνήσεις. Οσο για τα πράγματα που αποθηκεύονται σε αυτούς τους νοητικούς τόπους, μπορεί να είναι πρόσωπα, φράσεις ή συμβάντα που θέλουμε να θυμηθούμε.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Πρόκειται συνεπώς για μια «τέχνη» που αφορά περισσότερο την απομνημόνευση παρά την ίδια τη μνήμη, γι’ αυτό ακριβώς και περιορίζεται σε τεχνικές αποτύπωσης απλών «τόπων» και διεγερτικών «εικόνων» στον νου.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Ως επιμύθιο, αξίζει να διηγηθούμε μια διασκεδαστική ιστορία που αναφέρει ο Κικέρωνας, ένας από τους πιο διάσημους Ρωμαίους ρήτορες και συγγραφείς ο οποίος έπαιξε αποφασιστικό ρόλο στη διάδοση των μνημοτεχνικών στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Σύμφωνα λοιπόν με τον Κικέρωνα, όταν ο ποιητής Σιμωνίδης πρότεινε στον εξόριστο Αθηναίο πολιτικό και στρατηγό Θεμιστοκλή να του διδάξει την τέχνη τού «να θυμάται τα πάντα», ο μεγάλος πολιτικός άνδρας του απάντησε ότι θα προτιμούσε να διδαχτεί την τέχνη τού να λησμονά, ώστε να απαλλαγεί από την οδύνη τού να θυμάται αυτό που δεν θέλει και να μην μπορεί να ξεχάσει αυτό που θέλει.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><strong>Η επαναμάγευση της μεσαιωνικής μνήμης</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<p><a href="http://archive.efsyn.gr/wp-content/uploads/2014/10/ES20141004_65.jpg" rel="lightbox[ set1 ]"><img class="alignright wp-image-240602" src="http://archive.efsyn.gr/wp-content/uploads/2014/10/ES20141004_65.jpg" alt="" width="335" height="400" /></a>Παρά την ευρύτατη διάδοση της «τέχνης της μνήμης» (ars memoriae) στον ελληνορωμαϊκό πολιτισμό, το αίτημα για μια συμπληρωματική και απολύτως απαραίτητη «τέχνη της λήθης» (ars oblivionis) παρέμενε ανικανοποίητο, δημιουργώντας, όπως θα δούμε, απίστευτες καταχρήσεις και διαστρεβλώσεις στη διαχείριση της μνήμης.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Από τα όσα είπαμε θα πρέπει να έγινε φανερό ότι όλες οι μνημοτεχνικές βασίζονται στην ιδέα της μνήμης ως «αποτυπώματος» ή «εγγραφής» κάπου στον νου. Μια ιδέα που, όπως είδαμε στο προηγούμενο άρθρο, τη θεωρητικοποίησε πρώτος ο Πλάτων με το μοντέλο της μνήμης ως «κήρινου εκμαγείου».</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Ωστόσο, η ανάπτυξη αυτών των τεχνικών απομνημόνευσης τους επόμενους αιώνες οφείλεται κυρίως στις απόψεις που διατύπωσε ο Αριστοτέλης στα έργα του «Περί μνήμης και αναμνήσεως» και «Περί ψυχής».</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Στο πρώτο αναδεικνύει επαρκώς τον ρόλο των εικόνων και την ανάγκη χρονικής διαδοχής τους για τη δημιουργία συνειρμικών αναμνήσεων (μνημοτεχνική), ενώ στο δεύτερο υποστηρίζει ρητά ότι «είναι αδύνατο να σκεφτεί κανείς χωρίς εικόνες». Αυτή είναι η κληρονομιά του Αριστοτέλη στη ρωμαϊκή αλλά και τη μεσαιωνική εκδοχή για την «τέχνη της μνήμης».</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Πράγματι, η διάδοση και η επικράτηση του χριστιανισμού ως θρησκείας θα οδηγήσει αναπόφευκτα στον εκχριστιανισμό, δηλαδή στην «επανιεροποίηση» των μνημοτεχνικών της αρχαιότητας.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Τον 13ο αιώνα, δύο Πατέρες της Εκκλησίας και μεγάλοι θεωρητικοί, ο Μέγας Αλβέρτος και ο Θωμάς Ακινάτης, θα επιχειρήσουν, βασιζόμενοι σε μια χριστιανική ανάγνωση του έργου του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, να επαναπροσδιορίσουν την «πραγματική» σημασία της μνήμης. Το αποτέλεσμα αυτών των προσπαθειών θα είναι μια οξυδερκής αλλά βαθύτατα παραπλανητική εικόνα της λειτουργίας της μνήμης και μια αμιγώς προπαγανδιστική χρήση των πανάρχαιων μνημοτεχνικών.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Γιατί άραγε ο χριστιανισμός όφειλε να «επαναμαγεύσει» τη φύση της ανθρώπινης μνήμης; Επειδή, όπως εξηγεί στο βιβλίο του «Ιστορία και Μνήμη» ο μεγάλος ιστορικός και μεσαιωνολόγος Ζακ Λε Γκοφ, ο ιουδαιοχριστιανισμός επέφερε μια ριζικά διαφορετική σχέση μεταξύ μνήμης και θρησκείας. Θρησκείες της ανάμνησης και οι δύο, ήταν υποχρεωμένες να επιβάλουν ως καθήκον την ανάμνηση π.χ. του λόγου και των πράξεων του Θεού και κατόπιν του Υιού Του.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Γράφει χαρακτηριστικά ο Ζακ Λε Γκοφ: «Η χριστιανική διδασκαλία είναι μνήμη, η χριστιανική λατρεία είναι μνημόνευση». Οι αρχαίοι «μνήμονες» θα μετατραπούν στον χριστιανισμό σε «μάρτυρες» που θα ζουν για πάντα στα «Βιβλία Μνήμης».</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Και όσοι αντιστέκονται και δεν μαρτυρούν τον λόγο του Θεού; Αυτοί οι δυστυχείς «αφορίζονται»: καταδικάζονται δηλαδή σε αιώνια λήθη και διαγράφονται από τα Βιβλία Μνήμης. Πολύ συχνά, μάλιστα, εκείνη τη σκοτεινή εποχή η «χριστιανικότατη» διαγραφή συνοδεύεται και από πραγματικό θάνατο στην πυρά!</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><strong>Οταν η «μαγεία» της μνήμης γεννά επιστήμη</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Κατά τον 15ο-16ο αιώνα τα πιο διαφορετικά πρόσωπα –δικηγόροι, γιατροί, πολιτικοί, πανεπιστημιακοί δάσκαλοι και κληρικοί– υιοθετούν μια ερμητική πλέον ιδέα της τέχνης της μνήμης. Κυρίως όμως αρχίζει να ασκείται ευρέως και σχεδόν ελεύθερα η πρακτική της μνημοτεχνικής.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Σε αυτό το νέο και εξαιρετικά ταραγμένο ιστορικό-κοινωνικό τοπίο της Ευρώπης που εγκαταλείπει σταδιακά τον Μεσαίωνα θα προκύψει μια πιο επιστημονικοφανής εκδοχή της μνημοτεχνικής. Με αντιπροσώπους όπως ο Ραμόν Λουλ (Ramon Llull) και αργότερα ο Τζορντάνο Μπρούνο (Giordano Bruno) θα προκύψει μια νέα κοσμική ερμηνεία της τέχνης της μνήμης, τα μυστικά και οι αλήθειες της οποίας συσχετίζονται με τους επτά πλανήτες. Κοντολογίς, επιχειρείται να θεμελιωθεί η τέχνη της μνήμης κοσμολογικά καταφεύγοντας στη δομή του ηλιακού συστήματος.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Μια άλλη πολύ σημαντική εξέλιξη είναι ο συνδυασμός της παλιάς αποκρυφιστικής ερμηνείας της μνημοτεχνικής με την αναγεννησιακή εκδοχή της νέας συνδυαστικής λογικής στα μαθηματικά.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Βέβαια, η τέχνη της μνήμης και η συνδυαστική λογική έχουν στη δυτική σκέψη διαφορετικές απαρχές. Η πρώτη, οι τεχνικές αναπαράστασης και απομνημόνευσης της πληροφορίας, ανάγεται στην ελληνική αρχαιότητα, ενώ η δεύτερη, η συνδυαστική λογική, ήταν το προϊόν της επανανακάλυψης και αναθεώρησης της αρχαιοελληνικής μαθηματικής λογικής κατά τον ύστερο Μεσαίωνα.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Παρ’ όλα αυτά, στη μεταβατική εποχή της Αναγέννησης, αυτές οι δύο φαινομενικά τόσο διαφορετικές πνευματικές παραδόσεις θα καταλήξουν, κατά τα τέλη του 16ου αιώνα, να συναντηθούν και να διαπλακούν δημιουργικά. Και από τη συνάντησή τους θα γεννηθεί μια εντελώς νέα φιλοσοφική-επιστημονική παράδοση που φτάνει μέχρι τον Λάιμπνιτς και τους εγκυκλοπαιδιστές.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Μια πνευματική παράδοση που, αργότερα, θα γεννήσει τη «συνδυαστική τέχνη» (ars combinatoria) και μέσω αυτής μια επιστημονική αναγέννηση της πανάρχαιας πυθαγόρειας-πλατωνικής αλλά και της καβαλιστικής αναζήτησης της «τέλειας γλώσσας» της δημιουργίας των Πάντων.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Πράγματι, για τους περισσότερους πρωταγωνιστές της μεγάλης επιστημονικής επανάστασης κατά τον 17ο αιώνα, το βαθύτερο κίνητρο των ερευνών τους ήταν η αποκάλυψη της τέλειας γλώσσας του Σύμπαντος, δηλαδή της γλώσσας του&#8230; Θεού. Ισως έτσι εξηγείται γιατί πίσω από τις επαναστατικές έρευνές τους βρίσκουμε πάντα την πανάρχαιη βεβαιότητα (βεβαιότητα επιστημονική και αποκρυφιστική ταυτοχρόνως!) ότι η γλώσσα του Σύμπαντος είναι τα μαθηματικά!</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Στο επόμενο άρθρο θα παρουσιάσουμε το γιατί και το πώς αυτές οι φαινομενικά θεωρητικές αναζητήσεις οδήγησαν, στη νεότερη εποχή, στις εντυπωσιακές επιστημονικές ανακαλύψεις σχετικά με τη μνήμη και τον εγκέφαλο, καθώς και στη «μετακόμιση» της μνήμης από τους βιολογικούς εγκεφάλους στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;.</p>
<p><strong>Frances A. Yates </strong></p>
<p><strong>Η τέχνη της μνήμης </strong></p>
<p><strong>μτφρ. Αρης Μπερλής, </strong></p>
<p><strong>εκδ. «ΜΙΕΤ», σελ. 578</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<p><a href="http://archive.efsyn.gr/wp-content/uploads/2014/10/ge444tFile.jpg" rel="lightbox[ set1 ]"><img class="alignleft wp-image-240603" src="http://archive.efsyn.gr/wp-content/uploads/2014/10/ge444tFile.jpg" alt="" width="133" height="200" /></a>Το πολύ σημαντικό αυτό βιβλίο αποτελεί την καλύτερη ιστορική μελέτη για την εξέλιξη κάποιων από καιρό λησμονημένων, αλλά βαθύτατα ριζωμένων στον δυτικό πολιτισμό, πρακτικών της μνημοτεχνικής. Ταυτόχρονα όμως είναι μια σε βάθος «αρχαιολογική» διερεύνηση των πιο ερμητικών ιδεών που επινοήθηκαν από ορισμένους στοχαστές στη Δύση σχετικά με τη μνήμη και τη «γλώσσα» του νου.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Σε αυτό το πλαίσιο είναι παραδειγματικές οι αναλύσεις της Φράνσις Α. Γέιτς για τις αιρετικές ιδέες του Ραμόν Λουλ και του Τζορντάνο Μπρούνο σχετικά με την παγκόσμια συνδυαστική λογική που διέπει και κυβερνά τα πάντα στο Σύμπαν.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Ξεκινώντας από την αρχαιότητα και φτάνοντας μέχρι την Αναγέννηση, η συγγραφέας καταφέρνει να ανασυγκροτήσει βήμα προς βήμα τις απίστευτες (σήμερα) τεχνικές ή τα τεχνάσματα απομνημόνευσης που επινόησαν οι άνθρωποι για να τακτοποιούν, να αποθηκεύουν, και κυρίως να ανακαλούν, την κατάλληλη στιγμή, τις γνώσεις που βρίσκονται αποθηκευμένες στη μνήμη τους.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Οπως επισημαίνει η παγκόσμιας φήμης Βρετανή ιστορικός που μελέτησε σε βάθος τις πιο απόκρυφες ιδέες της ερμητικής παράδοσης στη Δύση, «το θέμα αυτού του βιβλίου δεν είναι οικείο στους περισσότερους αναγνώστες. Λίγοι γνωρίζουν ότι οι Ελληνες, που εφηύραν πολλές τέχνες, εφηύραν και μια τέχνη της μνήμης… Η τέχνη αυτή έχει αντικείμενο την απομνημόνευση και χρησιμοποιεί μια τεχνική αποτύπωσης “θέσεων” και “εικόνων” στη μνήμη».</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Μολονότι κυκλοφόρησε το 1966, το βιβλίο παραμένει σήμερα εξίσου επίκαιρο, αν όχι περισσότερο δεδομένης της εντυπωσιακής εξάπλωσης των νέων υπολογιστικών&#8230; μνημοτεχνικών. Ενα γοητευτικό ανάγνωσμα αλλά και ένα πολύτιμο εργαλείο μελέτης, θαυμάσια μεταφρασμένο από τον Αρη Μπερλή.</p>
<p>&nbsp;</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://archive.efsyn.gr/?feed=rss2&#038;p=240534</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Σκλάβοι του σεξ: όταν η ηδονή γίνεται κατανάλωση</title>
		<link>https://archive.efsyn.gr/?p=220519&#038;utm_source=rss&#038;utm_medium=rss&#038;utm_campaign=%25cf%2583%25ce%25ba%25ce%25bb%25ce%25ac%25ce%25b2%25ce%25bf%25ce%25b9-%25cf%2584%25ce%25bf%25cf%2585-%25cf%2583%25ce%25b5%25ce%25be-%25cf%258c%25cf%2584%25ce%25b1%25ce%25bd-%25ce%25b7-%25ce%25b7%25ce%25b4%25ce%25bf%25ce%25bd%25ce%25ae-%25ce%25b3%25ce%25af%25ce%25bd%25ce%25b5%25cf%2584%25ce%25b1%25ce%25b9-%25ce%25ba%25ce%25b1</link>
		<comments>https://archive.efsyn.gr/?p=220519#comments</comments>
		<pubDate>Sun, 27 Jul 2014 12:00:21 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[ΕΠΙΣΤΗΜΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΣΕΛΙΔΕΣ]]></category>
		<category><![CDATA[DSM]]></category>
		<category><![CDATA[Internet Sexual Addiction]]></category>
		<category><![CDATA[αρχαική δομή εγκεφάλου]]></category>
		<category><![CDATA[βιολογικές ανάγκες]]></category>
		<category><![CDATA[εθισμός]]></category>
		<category><![CDATA[ερωτικές εμπειρίες]]></category>
		<category><![CDATA[ερωτική λογοτεχνία]]></category>
		<category><![CDATA[παράγοντες]]></category>
		<category><![CDATA[προκαταλήψεις]]></category>
		<category><![CDATA[Σεξ]]></category>
		<category><![CDATA[σεξομανία]]></category>
		<category><![CDATA[στατιστικά δεδομένα]]></category>
		<category><![CDATA[σύνδρομο]]></category>
		<category><![CDATA[συνουσία]]></category>
		<category><![CDATA[σχιζοειδής διάκριση]]></category>
		<category><![CDATA[τραυματικές εμπειρίες]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://archive.efsyn.gr/?p=220519</guid>
		<description><![CDATA[Πώς επιλέγουμε τον αριθμό των ερωτικών μας συντρόφων και πόσο συνειδητή ή ελεύθερη μπορεί να θεωρείται αυτή η «επιλογή» μας μεταξύ μονογαμίας ή πολυγαμίας; Μπορούμε άραγε να διακρίνουμε σαφώς τις νευροβιολογικές από τις κοινωνικές-πολιτισμικές παραμέτρους που εμπλέκονται στις ποικίλες εκδηλώσεις της σύγχρονης σεξομανίας;
Οπως είδαμε στο προηγούμενο άρθρο («Εφ.Συν.», 19-07-14), κάποιες πρώτες κοινά αποδεκτές απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα θα μπορούσε ίσως να μας τις προσφέρει η νευροχημεία, ένας σχετικά νέος αλλά ταχύτατα αναπτυσσόμενος τομέας έρευνας των Νευροεπιστημών, ο οποίος εστιάζει στη βιοχημεία του εγκεφάλου επιδιώκοντας να απομονώσει και να καθορίσει -ποσοτικά και λειτουργικά- τον ρόλο που παίζουν κάποια μόρια (κυρίως ορμόνες, νευροδιαβιβαστές) στις φυσιολογικές λειτουργίες ή τις δυσλειτουργίες του λεγόμενου «ερωτικού εγκεφάλου».
Σήμερα θα παρουσιάσουμε ορισμένες παθολογικές εκδηλώσεις της εξάρτησης από το σεξ, επειδή αυτές οι «ανωμαλίες» μάς αποκαλύπτουν τόσο τα όρια όσο και τις δυνατότητες των κυρίαρχων μέχρι σήμερα επιστημονικών και κοινωνιολογικών «εξηγήσεων» της ερωτικής μας ζωής]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p><strong><a href="http://archive.efsyn.gr/wp-content/uploads/2014/07/MANOUSELIS.jpg" rel="lightbox[ set1 ]"><img class="alignleft wp-image-220646" src="http://archive.efsyn.gr/wp-content/uploads/2014/07/MANOUSELIS.jpg" alt="" width="74" height="100" /></a>Γράφει ο Σπύρος Μανουσέλης</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Οι σύγχρονες επιστημονικές προσεγγίσεις και κυρίως οι κυρίαρχες κοινωνικές «εξηγήσεις» της ερωτικής συμπεριφοράς των ανθρώπων παραπαίουν και ισορροπούν επικίνδυνα μεταξύ δύο εκ διαμέτρου αντίθετων πόλων: από τη μία μεριά υπάρχουν οι υλικότατες βιοψυχολογικές μας ανάγκες για σεξ που, σε τελευταία ανάλυση, ρυθμίζονται από τον εγκέφαλό μας, και από την άλλη τα ρομαντικά ιδεολογήματα περί «αιθέριων» ερωτικών παθών, τα οποία υποτίθεται πως ουδεμία σχέση έχουν με τη βιολογία μας.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Αν, ωστόσο, αποδεχτούμε αυτήν τη σχιζοειδή διάκριση, τότε οφείλουμε να εξηγήσουμε από τι ακριβώς εξαρτάται η ερωτική συμπεριφορά μας και με ποια κριτήρια αποφασίζουμε αν είναι ή όχι «φυσιολογική». Αραγε ο ανθρώπινος ερωτισμός διαμορφώνεται κάθε ιστορική εποχή αποκλειστικά από εξωγενείς κοινωνικούς-πολιτισμικούς παράγοντες ή είναι, αντίθετα, σε μεγάλο βαθμό βιολογικά προκαθορισμένος;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Ετσι μανιχαϊστικά διατυπωμένα τα παραπάνω ερωτήματα φαίνεται να επιδέχονται δύο μόνο, αμοιβαία αποκλειόμενες, απαντήσεις: στη σεξουαλική μας ζωή μπορούμε να είμαστε είτε «κοινωνικές μαριονέτες» είτε «βιοχημικές μαριονέτες»! Πάντως, εξετάζοντας ορισμένες παθολογικές εκδηλώσεις της ερωτικής συμπεριφοράς, θα διαπιστώσουμε ότι η πραγματικότητα σπανίως ταυτίζεται ή, έστω, «χωράει» στις ιδεοληπτικές προκαταλήψεις μας.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><strong>Σεξομανείς λόγω&#8230; εθισμού</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<p><a href="http://archive.efsyn.gr/wp-content/uploads/2014/07/ep.jpg" rel="lightbox[ set1 ]"><img class="alignleft wp-image-220647" src="http://archive.efsyn.gr/wp-content/uploads/2014/07/ep.jpg" alt="ep" width="400" height="326" /></a>Σε μια εποχή απροκάλυπτης και συστηματικής προβολής της ερωτικής ελευθερίας, τουλάχιστον στη Δύση, οι ειδικοί ανακάλυψαν μια «νέα» σεξουαλική πάθηση, τον εθισμό ή την εξάρτηση από το σεξ (sexual addiction).</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Εθισμό στο σεξ παρουσιάζουν άτομα και των δύο φύλων, τα οποία, ενώ κάνουν σεξ με το αντικείμενο του πόθου τους, δεν μπορούν να ικανοποιηθούν ερωτικά και συνεπώς αποζητούν διαρκώς νέες και ενδεχομένως πιο ακραίες ερωτικές εμπειρίες. Η ερωτική ζωή αυτών των ανδρών και των γυναικών περιστρέφεται βασανιστικά γύρω από την ατελέσφορη αναζήτηση σεξουαλικής ικανοποίησης. Αναζήτηση μάταιη και δυστυχώς βλαπτική για τους ίδιους αλλά και για όσους σχετίζονται ερωτικά μαζί τους.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Ισως γι’ αυτό οι ειδικοί περιγράφουν συνήθως την ψυχαναγκαστική σεξουαλική παρόρμηση ως ερωτομανία, υπερσεξουαλικότητα, δονζουανισμό, νυμφομανία, ενώ εξίσου απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς επιφυλάσσουν για τα θύματα αυτής της ερωτικής διαταραχής: σεξομανείς, εξαρτημένοι από το σεξ, ακόμη και ναρκομανείς του έρωτα. Οσο για τους ετερογενείς παράγοντες που εμπλέκονται στην εμφάνιση αυτής της ερωτικής διαταραχής, οι ειδικοί άλλοτε την αποδίδουν σε βιολογικές προδιαθέσεις, σε ορμονικές-εγκεφαλικές δυσλειτουργίες, και άλλοτε σε παιδικά τραύματα ή ακόμη και στην απαξίωση των καθιερωμένων κοινωνικών προτύπων.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Πάντως, το επίσημο και έγκυρο Διαγνωστικό και Στατιστικό Εγχειρίδιο Ψυχικών Διαταραχών (DSM) περιλαμβάνει μια σειρά από ιδιαίτερα αμφιλεγόμενες «διαταραχές», όπως ο εθισμός στο σεξ, ο φθόνος του πέους, η υστερία και ο ναρκισσισμός. Ομως, ο «εθισμός στο σεξ» εξακολουθεί να μην αναγνωρίζεται από πολλούς διεθνούς κύρους ειδικούς ως πάθηση ή, έστω, ως σύνδρομο.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Σε κάθε περίπτωση, για να αποφασίσουν για την παρουσία ή όχι σεξουαλικής εξάρτησης, οι ειδικοί γιατροί και ψυχολόγοι καταφεύγουν και σε άλλα κριτήρια. Εκτός από την τυφλή εμμονή με το σεξ, θα πρέπει ένα άτομο να εμφανίζει, επιπρόσθετα, μια αλλοτριωμένη και εντελώς διαστρεβλωτική αντίληψη για τις συνέπειες των ίδιων του των πράξεων: ό,τι δεν συμβάλλει ή δεν ενισχύει την άμεση ικανοποίηση των σεξουαλικών του/της ορέξεων το θεωρεί αυτομάτως απορριπτέο και εχθρικό.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Ωστόσο, μολονότι οι ειδικοί δεν διαθέτουν έναν κοινά αποδεκτό ορισμό -άρα, ούτε διάγνωση ούτε θεραπεία!- για τον «μη φυσιολογικό» εθισμό στο σεξ, θεωρούν βέβαιο ότι πρόκειται για μια συμπεριφορά που σχετίζεται στενά με άλλες μορφές εξάρτησης, π.χ. τον εθισμό από εξαρτησιογόνες ουσίες. Οπως ακριβώς συμβαίνει με κάθε τοξικομανή, ο/η ερωτομανής εμφανίζει όλα τα τυπικά συμπτώματα της ψυχοσωματικής εξάρτησης, δηλαδή εθισμό και σύνδρομο στέρησης από το σεξ.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Ειδικότερα, η σεξουαλική «στέρηση» εκδηλώνεται με την υπερβολική νευρικότητα, την κακοδιαθεσία και ενίοτε με την εξαιρετικά βίαιη συμπεριφορά του ανικανοποίητου σεξομανούς. Επιπλέον, αρκετές ειδικές μελέτες επιβεβαιώνουν ότι τόσο στην εξάρτηση από το σεξ όσο και στην εξάρτηση από ορισμένα «σκληρά» ναρκωτικά εμπλέκονται οι ίδιες εγκεφαλικές δομές.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Στην πραγματικότητα όμως, υπάρχουν και κάποιες αξιοσημείωτες διαφορές ανάμεσα στην ψυχοσωματική εξάρτηση από το σεξ και στην εξάρτηση από τις ναρκωτικές ουσίες. Για παράδειγμα, είναι βέβαιο ότι για να υπάρξει εθισμός και εξάρτηση π.χ. από την ηρωίνη ή την κοκαΐνη, απαιτείται αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα συστηματικής λήψης αυτών των ουσιών από τον χρήστη. Προφανώς αν ίσχυε το ίδιο για το σεξ, τότε θα έπρεπε όλοι ανεξαιρέτως να είμαστε «σεξουαλικά εξαρτημένοι» και ύστερα από αρκετές συνουσιακές εμπειρίες να επιδεικνύουμε «ανώμαλη» ερωτική συμπεριφορά!</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Ετσι όμως επανέρχεται το ερώτημα μήπως τελικά, και παρά τις ρομαντικές ή ιδεοληπτικές αυταπάτες μας, σε ό,τι αφορά την ερωτική μας συμπεριφορά δεν είμαστε τίποτε περισσότερο από άβουλες «βιοχημικές μαριονέτες»;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Από τα όσα είπαμε, ελπίζουμε να έγινε φανερό ότι οι νευρολογικές και οι βιοχημικές εξηγήσεις, μολονότι αναγκαίες και εξαιρετικά χρήσιμες, δεν επαρκούν από μόνες τους για την κατανόηση της πολύπλοκης και πολύμορφης ερωτικής συμπεριφοράς των ανθρώπων. Αναμφίβολα, ο εγκέφαλός μας είναι η πραγματική «ερωτική μηχανή», η λειτουργία της οποίας -καλή ή κακή- είναι βέβαιο ότι εξαρτάται από τη χημεία του· ωστόσο, ούτε εξαντλείται ούτε και προδιαγράφεται από αυτήν.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><strong>Η υποβάθμιση του σεξ σε καταναλωτικό προϊόν</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Από τις πιο έγκυρες διεθνώς έρευνες σχετικά με το ψυχολογικό και κοινωνικό προφίλ των σεξομανών προκύπτει ότι τα άτομα αυτά συνήθως έχουν βιώσει διάφορες τραυματικές εμπειρίες κατά την παιδική τους ηλικία, τις οποίες αργότερα επιχείρησαν να «διαχειριστούν» μέσω κάποιας μορφής ψυχαναγκαστικής σεξουαλικής εξάρτησης.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Μάλιστα, οι κοινωνικοί ψυχολόγοι επιμένουν ότι η εμφάνιση και η έξαρση αυτών των φαινομένων εξαρτάται αποκλειστικά από κοινωνικούς και ιστορικούς παράγοντες. Υποστηρίζουν, για παράδειγμα, ότι οφείλονται πρωτίστως στο ταχύτατο πέρασμα από τη σεξοφοβική κουλτούρα, που επικρατούσε στον δυτικό κόσμο μέχρι τη δεκαετία του 1960, στη σεξοφιλική «ελευθεριακή» κουλτούρα της εποχής μας.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Στις μέρες μας όποιος δεν έχει τουλάχιστον επτά «ολοκληρωμένες» και «ικανοποιητικές» σεξουαλικές συνευρέσεις την εβδομάδα θεωρείται σχεδόν «μη φυσιολογικός» και ασφαλώς σεξουαλικά καταπιεσμένος. Πάντως, το γεγονός ότι η κοινωνικά επιβεβλημένη «οργιαστική» δραστηριότητα δημιουργεί νέες διαταραχές, π.χ. μεγάλο άγχος ή και πανικό για τη σχεδόν αθλητική υπέρβαση των σεξουαλικών μας επιδόσεων, δεν φαίνεται να απασχολεί σοβαρά τους όψιμους οπαδούς της «ελεύθερης έκφρασης» του ερωτισμού μας.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Οσον αφορά την παλιομοδίτικη έννοια του «μη φυσιολογικού» στις ερωτικές μας πρακτικές, αυτή εκ των πραγμάτων στερείται νοήματος σε μια εποχή όπου οι ερωτικές μας επιθυμίες χειραγωγούνται από τα ΜΜΕ και διαμεσολαβούνται από το διαδίκτυο. Πράγματι, οι σύγχρονοι «σκλάβοι του σεξ» είδαν την είσοδο του διαδικτύου στην ερωτική τους ζωή ως μεγάλη ανατροπή: μια τεχνολογική αναβάθμιση που απελευθερώνει την «προκάτ» ερωτική φαντασία τους και ικανοποιεί τις πιο ακραίες ερωτικές φαντασιώσεις τους!</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Δεν είναι λοιπόν καθόλου περίεργο ότι γίνεται πολύς λόγος για το πρωτόγνωρο φαινόμενο της «Διαδικτυακής Σεξουαλικής Εξάρτησης» (Internet Sexual Addiction): η ανώνυμη, και άρα απενοχοποιητική πρόσβαση στο «κυβερνοσέξ» αποτελεί για όλο και περισσότερα άτομα μια μορφή φυγής από τη συνήθως κοινότοπη ή ανύπαρκτη ερωτική τους πραγματικότητα.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Ολο και περισσότερα άτομα -κάθε ηλικίας και φύλου- χωρίς πραγματική ερωτική ζωή στρέφονται σήμερα στο διαδίκτυο επιζητώντας να αναπληρώσουν «εικονικά» τις ανεκπλήρωτες σεξουαλικές τους ορέξεις. Με τον καιρό ο εθισμός στο εικονικό σεξ παραλύει τις όποιες δυνατότητες είχαν αυτά τα άτομα για πραγματικές ερωτικές επαφές και ασφαλώς είναι απολύτως καταστροφικός όταν πρόκειται για άτομα νεαρής ηλικίας!</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Είναι λοιπόν σαφές ότι, παρά την πλήρη «απελευθέρωση» των ερωτικών μας ηθών, το σεξ παραμένει ένα θέμα ταμπού, αν και με το ακριβώς αντίθετο νόημα απ’ ό,τι κατά το παρελθόν: ενώ πριν από το 1960 κανείς δεν μιλούσε δημόσια για αυτό, σήμερα φλυαρούμε ατελείωτα και φαινομενικά χωρίς κανένα κόστος!</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Στις μέρες μας όχι απλώς επιτρέπεται αλλά σχεδόν επιβάλλεται να μιλάμε ατελείωτα για το σεξ: πώς, με ποιους ή με πόσους πρέπει να το κάνουμε ώστε να «αναβαθμίσουμε» τις ερωτικές μας εμπειρίες, πότε πρέπει να αρχίζει η ερωτική ζωή των εφήβων και γιατί οφείλουν να παρατείνουν τις σεξουαλικές τους εμπειρίες οι υπερήλικες κ.ο.κ.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Ομως, όλη αυτή η λογοδιάρροια περί σεξ μας εμποδίζει -και υπόρρητα μας απαγορεύει- να σκεφτούμε ή να αμφισβητήσουμε το πραγματικό νόημα των κυρίαρχων ερωτικών προτύπων-επιταγών της εποχής μας.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><strong>Πώς εξηγείται η θερινή «ερωτοπληξία»;</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<p><a href="http://archive.efsyn.gr/wp-content/uploads/2014/07/MAN-5.jpg" rel="lightbox[ set1 ]"><img class="size-medium wp-image-220576 alignright" src="http://archive.efsyn.gr/wp-content/uploads/2014/07/MAN-5-329x230.jpg" alt="" width="329" height="230" /></a>Αραγε γιατί οι περισσότεροι άνθρωποι συνδέουν τον ερχομό της άνοιξης με το ξύπνημα των αισθήσεων, με μια ακατανίκητη επιθυμία για ζωή και για έρωτα; Το ότι η άνοδος της θερμοκρασίας και η σταδιακή αύξηση της διάρκειας της ημέρας κατά τους εαρινούς και θερινούς μήνες επηρεάζουν ολόκληρη τη φύση είναι σε όλους γνωστό εμπειρικά. Λιγότερο κατανοητό είναι το πώς αυτή η περιοδική εποχική αλλαγή επιδρά στις σεξουαλικές και ψυχολογικές διαθέσεις των ανθρώπων.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Υπάρχει, άραγε, για τους ανθρώπους μια ιδανική εποχή για τις ερωτικές τους συνευρέσεις, όπως συμβαίνει με τα περισσότερα θηλαστικά;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Οπως ανακάλυψαν σχετικά πρόσφατα, κατά την πορεία της εξέλιξης των ανώτερων θηλαστικών διαμορφώθηκαν σταδιακά δύο εξειδικευμένα εγκεφαλικά κυκλώματα που από κοινού ρυθμίζουν την ερωτική συμπεριφορά των ζώων.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Οι χρονοβιολογικοί ρυθμοί του σεξ</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Το πρώτο νευρωνικό κύκλωμα είναι σε θέση να αναγνωρίζει και να προετοιμάζει τον οργανισμό για την έλευση θερμότερων εποχών.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Το δεύτερο νευρωνικό κύκλωμα επιτρέπει στον οργανισμό να εκτιμά το ενεργειακό κόστος αλλά και τα ενεργειακά αποθέματα που απαιτούνται για τη συνουσία και την αναπαραγωγή.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Αυτά τα δύο νευρωνικά κυκλώματα εντοπίστηκαν σε μια αρχαϊκή δομή του εγκεφάλου, τον υποθάλαμο. Πρόκειται για μια εγκεφαλική δομή αποφασιστικής σημασίας για την ομοιοστατική ισορροπία του οργανισμού: δέχεται όλες τις εξωγενείς πληροφορίες από το περιβάλλον και τις αντιπαραβάλλει με τις εσωτερικές παραμέτρους του οργανισμού, ρυθμίζοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τις ενδοκρινικές και τις σπλαχνικές αντιδράσεις του.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Ο υποθάλαμος επομένως ελέγχει την επιβίωση και εγγυάται την ισορροπημένη ανάπτυξη του οργανισμού, καθορίζοντας το πότε ή πόσο πρέπει να τρέφεται, αλλά και πότε ή πόσο συχνά πρέπει να συνουσιάζεται.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Οπως από καιρό είχε διαισθανθεί και περιγράψει η ερωτική λογοτεχνία, διατροφή και σεξ είναι δύο στενότατα συνυφασμένες βιολογικές λειτουργίες!</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Η «διαπλοκή» τροφής-σεξ επιβεβαιώθηκε επιστημονικά από τις μελέτες των καθηγητών R. Foster και Τ. Roenneberg. Πριν από τέσσερα χρόνια, οι δύο ερευνητές των χρονοβιολογικών εγκεφαλικών μηχανισμών έδειξαν ότι η δραστηριότητα αυτών των δύο κυκλωμάτων του υποθαλάμου επηρεάζει αποφασιστικά την ενεργοποίηση ή την απενεργοποίηση των εγκεφαλικών δομών που σχετίζονται με το σεξ και τη γονιμότητα. Με άλλα λόγια, τα συγκεκριμένα εγκεφαλικά κυκλώματα καθορίζουν τους αναπαραγωγικούς ρυθμούς των διαφόρων θηλαστικών (ετήσιοι, εποχικοί ή διαρκείς).</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Αρχίζουμε λοιπόν να κατανοούμε το γιατί και κυρίως το πώς η διάρκεια της ημέρας (φωτοπερίοδος) καθορίζει την ερωτική συμπεριφορά των ανώτερων θηλαστικών. Πράγματι, τα περισσότερα θηλαστικά διαθέτουν ειδικά εγκεφαλικά κυκλώματα για να αναγνωρίζουν την αύξηση της διάρκειας της ημέρας το καλοκαίρι, γεγονός που, με τη σειρά του, δημιουργεί τις αναγκαίες προϋποθέσεις για μια επιτυχή και γόνιμη συνουσία.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Το εύλογο ερώτημα είναι αν οι ίδιοι ή έστω κάποιοι ανάλογοι εγκεφαλικοί μηχανισμοί ρυθμίζουν και την ανθρώπινη ερωτική συμπεριφορά. Μάλιστα, σε δυσχερέστερες κοινωνικές συνθήκες, η αυξημένη ερωτική δραστηριότητα των προγόνων μας το καλοκαίρι (π.χ. τον Ιούλιο ή τον Αύγουστο) αποτελούσε την εγγύηση ότι τα κυήματα που θα γεννιούνταν ύστερα από εννιά μήνες θα έρχονταν στον κόσμο την άνοιξη, γεγονός που εξασφάλιζε τη μεγαλύτερη βιωσιμότητά τους</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Πάντως, σύμφωνα με τα επίσημα δημογραφικά και στατιστικά δεδομένα, η ερωτική δραστηριότητα των ανθρώπων αυξάνει σημαντικά κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού. Για παράδειγμα, διάφορες μελέτες στις ΗΠΑ και στην Ευρώπη επιβεβαιώνουν ότι οι πωλήσεις προφυλακτικών αυξάνονται κατακόρυφα κατά τους θερινούς μήνες. Το γεγονός όμως αυτό θα μπορούσε κάλλιστα να εξηγηθεί όχι με βιολογικούς αλλά με κοινωνιολογικούς όρους (διακοπές, περισσότερος ελεύθερος χρόνος κ.ο.κ.).</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Επομένως, η αυξημένη συνουσιακή δραστηριότητά μας το καλοκαίρι μπορεί ενδεχομένως να εξηγηθεί και βιολογικά, εφόσον βέβαια τη θεωρήσουμε ως ένα κατάλοιπο του εξελικτικού μας παρελθόντος.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><strong>Οι «Μηχανές του Νου» χρειάζονται επειγόντως διακοπές. Η στήλη Επιστήμης της «Εφ.Συν» θα επιστρέψει ανανεωμένη στις 23 Αυγούστου.</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://archive.efsyn.gr/?feed=rss2&#038;p=220519</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
	</channel>
</rss>
