<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?>
<rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>Εφημερίδα των Συντακτών &#187; ΠΕΡΙ ΔΙΑΒΑΙΝΟΝΤΑΣ</title>
	<atom:link href="https://archive.efsyn.gr/?cat=26539&#038;feed=rss2" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://archive.efsyn.gr</link>
	<description>online έκδοση</description>
	<lastBuildDate>Wed, 12 Nov 2014 13:50:29 +0000</lastBuildDate>
	<language>el</language>
		<sy:updatePeriod>hourly</sy:updatePeriod>
		<sy:updateFrequency>1</sy:updateFrequency>
	<generator>https://wordpress.org/?v=3.9.25</generator>
	<item>
		<title>Η κτηνωδία που λέγεται ναζισμός</title>
		<link>https://archive.efsyn.gr/?p=248473&#038;utm_source=rss&#038;utm_medium=rss&#038;utm_campaign=%25ce%25b7-%25ce%25ba%25cf%2584%25ce%25b7%25ce%25bd%25cf%2589%25ce%25b4%25ce%25af%25ce%25b1-%25cf%2580%25ce%25bf%25cf%2585-%25ce%25bb%25ce%25ad%25ce%25b3%25ce%25b5%25cf%2584%25ce%25b1%25ce%25b9-%25ce%25bd%25ce%25b1%25ce%25b6%25ce%25b9%25cf%2583%25ce%25bc%25cf%258c%25cf%2582</link>
		<comments>https://archive.efsyn.gr/?p=248473#comments</comments>
		<pubDate>Sun, 02 Nov 2014 12:55:02 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[ART]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΕΡΙ ΔΙΑΒΑΙΝΟΝΤΑΣ]]></category>
		<category><![CDATA[ΣΕΛΙΔΕΣ]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://archive.efsyn.gr/?p=248473</guid>
		<description><![CDATA[Ενα νέο βιβλίο-μαρτυρία για το στρατόπεδο Νταχάου]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p><em><strong>Ενα νέο βιβλίο-μαρτυρία για το στρατόπεδο Νταχάου</strong></em></p>
<p>&nbsp;</p>
<p><strong>Του Δημήτρη Γκιώνη</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<div id="attachment_248683" style="width: 410px" class="wp-caption alignright"><a href="http://archive.efsyn.gr/wp-content/uploads/2014/11/getF5655ile.jpg" rel="lightbox[ set1 ]"><img class="wp-image-248683" src="http://archive.efsyn.gr/wp-content/uploads/2014/11/getF5655ile.jpg" alt="Ο ιδρυτής των στρατοπέδων συγκέντρωσης. Χάινριχ Χίμλερ" width="400" height="266" /></a><p class="wp-caption-text">Ο ιδρυτής των στρατοπέδων συγκέντρωσης. Χάινριχ Χίμλερ</p></div>
<p>Είναι δυνατό, λες, 70 χρόνια μετά τη συντριβή του ναζισμού, να υπάρχει στην Ελλάδα, που τράβηξε τα πάνδεινα από τον αγκυλωτό, ένα μόρφωμα που κατάφερε να μπει στη Βουλή και μάλιστα μ’ έναν όχι και τόσο ευκαταφρόνητο αριθμό ψηφοφόρων; Φαίνεται πως είναι. Και η πιθανή εξήγηση (που δεν αφορά τόσο αυτούς που ψηφίζουν από περιστασιακή αγανάκτηση): υπήρχαν, υπάρχουν, στον βασικό πυρήνα τους αυτά τα νούμερα· απλώς δεν ήταν τόσο έντονα ορατά, καθώς βολεύονταν σε κάποιο «συγγενές» κόμμα. Διαφορετικά δεν θα στεκόταν εφτά χρόνια η χούντα, η μετά τη λήξη του εμφυλίου άγρια Δεξιά, ο δωσιλογισμός, η 4η Αυγούστου – και πάει (προς τα πίσω) λέγοντας (περισσότερα, πιο τεκμηριωμένα, στον Ιό του περασμένου Σαββάτου).</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><strong>Ανθρωποι-αριθμοί</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Εβδομήντα λοιπόν χρόνια από τότε, και στα χέρια μου έφτασε ένα επίκαιρο πόνημα: «Νταχάου – Προφορικές και επιστολικές μαρτυρίες». Συγγραφέας: Ελπιδοφόρος Ιντζέμπελης (εκδ. Μένανδρος 2014). Και είπα να σταθώ καθώς σκοπός, όπως αναφέρει στην εισαγωγή ο συγγραφέας, «εκτός από τη δημοσίευση των νέων στοιχείων και τη βοήθεια που αυτά θα προσφέρουν στους ερευνητές και στους αναγνώστες, είναι οι νέοι άνθρωποι να γνωρίσουν τις θηριωδίες που μπορεί να γεννήσει η ανθρώπινη διαστροφή, τη φρίκη του πολέμου και την αβίωτη καθημερινότητα των στρατοπέδων συγκέντρωσης».</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Πρόκειται για ένα από τα πιο γνωστά στρατόπεδα συγκέντρωσης των ναζί, «το πρώτο από αυτά που δημιουργήθηκε στην πόλη Νταχάου το 1933» (τόπος μνήμης σήμερα), γράφει προλογίζοντας η ιστορικός Τασούλα Βερβενιώτη. «Αποτέλεσε πρότυπο και για τα υπόλοιπα στρατόπεδα που φτιάχτηκαν στη συνέχεια, μάλιστα στη σχολή στελεχών του εκπαιδεύτηκαν πολλοί διοικητές ναζιστικών στρατοπέδων». Στη διάρκεια της… λειτουργίας του, «από το 1933 έως το 1945, που μπήκαν τα συμμαχικά στρατεύματα, “φιλοξένησε” πάνω από 200.000 ανθρώπους. Περίφημη έχει μείνει η επιγραφή πάνω στην κεντρική πύλη: “Arbeit macht frei” (Η εργασία απελευθερώνει). Μεταξύ των κρατουμένων υπήρξαν και Ελληνες, με σημαντικότερη προσωπικότητα τον γενικό γραμματέα του ΚΚΕ Νίκο Ζαχαριάδη».</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>«Οι μαρτυρίες που συνέλεξα προτίμησα να είναι από κρατουμένους στο Νταχάου», γράφει ο Ιντζέμπελης. «Η διαμονή μου πέντε χρόνια στο Μόναχο και οι συχνές επισκέψεις μου στο Νταχάου με βοήθησαν να ενημερωθώ καλύτερα». Κι ας ολοκληρώσω την παρούσα αναφορά μου σε μερικές από αυτές τις μαρτυρίες, που συνοδεύονται από πλούσιο φωτογραφικό υλικό:</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><strong>Αδίστακτοι εγκληματίες</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<p><a href="http://archive.efsyn.gr/wp-content/uploads/2014/11/get87999File.jpg" rel="lightbox[ set1 ]"><img class="alignleft wp-image-248684" src="http://archive.efsyn.gr/wp-content/uploads/2014/11/get87999File.jpg" alt="" width="197" height="300" /></a>*«Στο Νταχάου το όνομά μας ήταν ο αριθμός μας. Το Νταχάου είχε πύργους με τέσσερα ταχυβόλα σε κάθε πύργο, συρματοπλέγματα με ρεύμα για να αποτρέπουν το ενδεχόμενο φυγής […] Σε αυτό το κολαστήριο δουλεύαμε ασταμάτητα. Δεν κοιμόμαστε καθόλου. Πολλές φορές αναγκαζόμαστε να πάμε στην τουαλέτα για να μπορέσουμε να κοιμηθούμε πέντε λεπτά όρθιοι […] Κανείς δεν μπορεί να ξεχάσει την οσμή του θανάτου που γέμισε τα σπλάχνα μας στο Νταχάου».</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>*«Οι ναζί τα στρατόπεδα τα χρησιμοποίησαν πρώτα για εξουδετέρωση των πολιτικών τους αντιπάλων. Μετά, και αφού όλη η βιομηχανία τους μετατράπηκε σε πολεμική βιομηχανία και με τη ραγδαία αύξηση των πολιτικών κρατουμένων και τη συστηματική μεταφορά ομήρων απ’ όλες τις χώρες, έγιναν τα στρατόπεδα επιχείρηση πωλήσεως εργατικής δύναμης στους βιομήχανους. Οι ναζί θησαύριζαν. Αδίστακτοι εγκληματίες επιστήμονες χρησιμοποιούν κρατουμένους για πειραματόζωα στις έρευνές τους […] Επίσης στο Νταχάου και το Μπούχενβαλντ υπήρχαν εργαστήρια κατασκευής δερμάτινων ειδών από ανθρώπινο δέρμα!»</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>*«Πέθαιναν κατά χιλιάδες οι κρατούμενοι, από εξάντληση, σκορβούτο και πολλές αρρώστιες. Δεν τους ενδιέφερε όμως γιατί με ένα “μπλόκο” στην Κοκκινιά, στο Παρίσι, στο Κίεβο, στην Πράγα κ.λπ. αντικαθιστούσαν αμέσως την ανθρώπινη δύναμη για εργασία. Τους γερόντους, ανάπηρους και άλλους ανίκανους για εργασία τούς πέρναγαν από τους θαλάμους αερίων “και διά μέσου καμινάδας του κρεματορίου αφήνονταν ελεύθεροι”. Λεγόταν ότι στο Αουσβιτς στα κεφάλια των μικρών παιδιών έκανε σκοποβολή η χιτλερική νεολαία».</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>«Κατά την έρευνά μου για το Νταχάου, αλλά και για τα άλλα στρατόπεδα συγκέντρωσης, διαπίστωσα πως στην ελληνική βιβλιογραφία υπάρχουν ελάχιστα σχετικά έργα», σημειώνει στον επίλογο ο συγγραφέας. «Η ισχνή βιβλιογραφία πρέπει να αποτελέσει εφαλτήριο ώστε να δουν το φως της δημοσιότητας νέες μελέτες, που θα προσκομίζουν νέα στοιχεία για τους Ελληνες που θυσιάστηκαν εκεί».</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;..</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><strong>Στο πλαίσιο</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<p>«Μετράνε τις πληγές τους», η δημοσιογραφική φράση-κλισέ, έπειτα από κάποια φυσική καταστροφή, όπως αυτή που βιώσαμε την περασμένη εβδομάδα – λες και μας έλειπε. Και ξανά μανά τι φταίει, ενώ ξέρουμε: Η απουσία υποδομών, τα φραγμένα ή ανύπαρκτα φρεάτια, τα μπαζωμένα ρέματα, η άναρχη δόμηση, τα αφανισμένα ποτάμια (οι αρχαίοι, μολονότι λιγότεροι, είχαν Κηφισό, Ιλισό, Ηριδανό, από τα οποία τι έχει απομείνει; Ενα ρυάκι στο Μοναστηράκι). Και ο μισός πληθυσμός της χώρας σ’ αυτή την πόλη-χαβούζα, που έκαναν άκριτα πρωτεύουσα…</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Πενήντα χρόνια στη δημοσιογραφία, συν κομμάτι ιστορικός συγγραφέας, ο Γιώργος Λεονταρίτης, έχοντας δουλέψει και σε αρκετά έντυπα της Αριστεράς, καταγράφει τις εκτιμήσεις του στο νέο του βιβλίο «Η δημοσιογραφία και η λογοτεχνία της Αριστεράς – Αναζητώντας τη χαμένη Αριστερά» (εκδ. «Αγρα»). «Τα αριστερά έντυπα των παλαιών χρόνων που εμείς ζήσαμε δεν έχουν σχέση με τα σημερινά. Αλλες συνθήκες τότε, άλλοι άνθρωποι και άλλη ποιότητα», γράφει. Αξιοδιάβαστο.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Toν δημοσιογράφο και πρωτοπόρο Ελληνα συγγραφέα αστυνομικών μυθιστορημάτων Γιάννη Μαρή τιμά το Μορφωτικό Ιδρυμα της Ενωσης Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών την ερχόμενη Τετάρτη 5 Νοεμβρίου, ώρα 19.30, στην αίθουσα εκδηλώσεων, Ακαδημίας 20. Ομιλητές: Βασίλης Βασιλικός, Γιώργος Λεονταρίτης, Νίκος Μπακουνάκης, Ριχάρδος Σωμερίτης. Κείμενα του Μαρή θα διαβάσει ο ενσαρκωτής στη μικρή οθόνη του αστυνόμου Μπέκα, του ήρωα των μυθιστορημάτων του συγγραφέα, ο ηθοποιός Ιεροκλής Μιχαηλίδης. Την εκδήλωση θα χαιρετίσει ο γιος του Μαρή, Α. Τσιριμώκος. Συντονιστής ο Κώστας Κ. Κάλφογλου.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>ΚΑΙ… Ναι στις μαθητικές (όχι τις στρατιωτικές) παρελάσεις – για τα παιδιά, για τους γονείς (και όχι τους λεγόμενους επίσημους).</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><em><strong>dghionis@otenet.gr</strong></em></p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&nbsp;</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://archive.efsyn.gr/?feed=rss2&#038;p=248473</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>«Ενας είναι ο εχτρός»…</title>
		<link>https://archive.efsyn.gr/?p=246728&#038;utm_source=rss&#038;utm_medium=rss&#038;utm_campaign=%25ce%25b5%25ce%25bd%25ce%25b1%25cf%2582-%25ce%25b5%25ce%25af%25ce%25bd%25ce%25b1%25ce%25b9-%25ce%25bf-%25ce%25b5%25cf%2587%25cf%2584%25cf%2581%25cf%258c%25cf%2582</link>
		<comments>https://archive.efsyn.gr/?p=246728#comments</comments>
		<pubDate>Sun, 26 Oct 2014 12:55:57 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[ART]]></category>
		<category><![CDATA[ΘΕΜΑΤΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΕΡΙ ΔΙΑΒΑΙΝΟΝΤΑΣ]]></category>
		<category><![CDATA[ΣΕΛΙΔΕΣ]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://archive.efsyn.gr/?p=246728</guid>
		<description><![CDATA[Μια αντιφασιστική μαρτυρία του Βασίλη Ρώτα]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p><em><strong>Μια αντιφασιστική μαρτυρία του Βασίλη Ρώτα</strong></em></p>
<p>&nbsp;</p>
<p><strong>Του Δημήτρη Γκιώνη</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<div id="attachment_247015" style="width: 335px" class="wp-caption alignright"><a href="http://archive.efsyn.gr/wp-content/uploads/2014/10/ge5487tFile.jpg" rel="lightbox[ set1 ]"><img class="wp-image-247015" src="http://archive.efsyn.gr/wp-content/uploads/2014/10/ge5487tFile.jpg" alt="" width="325" height="400" /></a><p class="wp-caption-text">Ο Βασίλης Ρώτας στα χρόνια της Αντίστασης (φωτογραφία Σπύρου Μελετζή)</p></div>
<p>Εθνική επέτειος και πάλι εν όψει – 74 χρόνια από τότε, με τον φασισμό που ρήμαξε το σύμπαν, να ξανασηκώνει κεφάλι. Πράγμα που σημαίνει ότι η φετινή επέτειος αποκτά ξεχωριστή σημασία.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Στην αναζήτηση για ένα κείμενο των ημερών, στάθηκα σε μια μαρτυρία του Βασίλη Ρώτα (1889-1977): «28 του Οχτώβρη», πρωτοδημοσιευμένη στις 26 Οκτωβρίου 1945 στο περιοδικό «Ελληνικά Γράμματα», περιλαμβάνεται στο βιβλίο «Ο αγώνας στα ελληνικά βουνά (Ο Β. Ρώτας στη δεκαετία 1940-1950)», Αθήνα 1982.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Ο χώρος δεν μου επιτρέπει να την φιλοξενήσω στο σύνολό της – διατηρεί ωστόσο ακέραιη την ουσία και τη γλαφυρότητα της γραφής του ποιητή, θεατράνθρωπου, μεταφραστή και αγωνιστή Βασίλη Ρώτα (οι υπότιτλοι δικοί μου):</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><strong>Η σειρήνα</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<p>«Κατά τη συνήθειά μου να σηκώνομαι νωρίς, είχα βγει χαράματα στην αβλή. Ηρεμα άνοιγα τα μάτια της η ημέρα και κανένα απαίσιο σημάδι δεν προμήναγε τη θύελλα που ερχότανε. Τα μάγουλα της αβγούλας ροδίνιζαν ανάμεσα στα σκορπισμένα σύννεφα που βόσκανε τον ουρανό. Τα κοκόρια λαλούσανε κλαγγόφωνα, το μούγκρισμα του πρώτου τραμ είχε δονήσει τον αέρα της γειτονιάς, κι’ η τονάτη παιδική φωνή πρόσφερε “ζεστά κουλούρια” στον έρημο δρόμο, όταν έξαφνα ένας ήχος, φοβερός και αναπάντεχος συντάραξε την ήρεμη ροή της ζωής. Ούρλιαξε η σειρήνα […]</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Κλείσαμε πόρτες και παράθυρα να εμποδίσουμε έξω τη σατανική συναυλία που μας τριβέλιζε το μυαλό, κι’ ανοίξαμε το στόμα του διαλαλητή. Αυτό σφυρίζει κλέφτικα κι η εγγαστρίμυθη φωνή του λέει: “Προσοχή, προσοχή…” σύσταση ολότελα περιττή για εκείνη ίσα-ίσα τη στιγμή, που όλη μας η ύπαρξη είχε γίνει χίλια τεντωμένα αφτιά.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Ετσι ακούσαμε τη γνωστή μελοδραματική ιστορία για το μεγάλο “Οχι”, που αν και ήτανε τόσο μεγάλο, ωστόσο ξεστομίστηκε με ευκολία. Ετσι μάθαμε, κείνο που με φόβο και τρόμο περιμέναμε από καιρό, πως μπαίναμε κι’ εμείς η Ελλάδα στον πόλεμο […]</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Τον ξέραμε τον πόλεμο. Οχι από τις εφημερίδες. Τον είχαμε γνωρίσει καλά ζώντας τον από το Δώδεκα και δώθε, όλα αυτά τα δίσεχτα χρόνια, όλους τους οργισμένους μήνες, σε Μακεδονικούς κάμπους και Ηπειρώτικα βουνά, σε Θρακιώτικα ακρογιάλια και σε μεγαλοπολιτείες της Ευρώπης, σε λαγκαδιές νεκροσπαρμένες, σε ποτάμια αιματοβαμμένα, σε χωριά να τα τρώνε οι πυρκαγιές, σε πολιτείες να τις χαλάνε οι μπόμπες, σε έφοδες με τη λόγχη, σε τράφους μάχης, σε κάστρα αντίστασης, σε στρατόπεδα αιχμαλωσίας, σε γιορτάδες νίκης […]</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Ολα τα γνωρίζαμε κι’ απ΄όσα γνωρίζαμε η φαντασία μας έπλαθε τα όσα φοβερότερα έμελλε να γίνουν.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><strong>«Απάνω του!»</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Κι’ όμως. Τη θανατίλα του Αρη του χαλαστή, την εσκέπασε η ζωηρή ελπίδα του αγώνα για λευτεριά. Το σύνθημα όλης της ζωής μας ήταν αισιόδοξο σάλπισμα: Απάνω του! Ενας είναι ο εχτρός. Απάνω του. Και πάλι και πάλι και πάντα: Απάνω του. Εμπρός στον αγώνα!</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Με τον αγωνιστικό ρυθμό συνταιριασμένο το βήμα βγήκαμε στην πόλη. Ολη η Αθήνα έδειχνε συνεπαρμένη απ’ το ίδιο σύνθημα. Ο λαός δεν εδίστασε ούτε στιγμή να πάρει την απόφασή του και να φωνάξει παρών. Τα σπίτια σήκωσαν σημαίες. Οι κεντρικοί δρόμοι κι’ οι πλατείες πλημμύρισαν από κόσμο ζωηρόν, που τρέχανε, ο καθένας να παρουσιαστεί στη θέση του, και παρατώντας δουλειές και συνήθειες, φίλους και δικούς, ν’ αρματωθεί και να ξεκινήσει, έκαστος εφ’ ω ετάχθη.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Μην έχοντας, εγώ απόμαχος πια, θέση στις γραμμές των αρμάτων, αλλά και μη μπορώντας να μείνω έξω από τον αγώνα, αποφάσισα κι’ έβαλα μπρος να οργανώσω ένα από τα δυο: Είτε έναν θίασο για το μέτωπο, είτε μια εφημερίδα για τα μετόπισθεν. Εδωσα κιόλα πρόσκληση να παρουσιαστούνε, όσοι θεατρίνοι δεν είχανε στρατιωτικήν υποχρέωση, στο θέατρο Κυβέλης, να συγκροτήσουμε θίασο για τον πόλεμο […]</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Το βράδυ αργά γυρίζοντας στο σπίτι μου συνάντησα έναν που κουβάλαγε ένα τσουβάλι καφέ στο σπίτι του. Ηταν ο πρώτος μαυραγορίτης. Δε με θυμάται πια. Είναι μέγας και πολύς. Πολλούς έκανε μεγάλους και τρανούς και τούτος ο πόλεμος. Κι’ ο φασισμός, φασισμός. Αλλά τι, εμείς ένα έχουμε σύνθημα: και τώρα όπως και τότε και πάντα: Απάνω του!»</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><strong>Στο πλαίσιο</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Ετενές αφιέρωμα στον πρόωρα χαμένο συνθέτη Δημήτρη Λάγιο, στον νέο «Μετρονόμο» (τεύχος 53, Ιούλιος – Σεπτέμβριος 2014), το τριμηνιαίο ανθεκτικό ποιοτικό περιοδικό, που εκδίδει η «Αστική Μη Κερδοσκοπική Εταιρεία Ελληνικής Μουσικής», όπως αυτοπροσδιορίζεται. Εκδότης – διευθυντής ο Θανάσης Συλιβός και συντάκτες, εκτιμώ, ανάλογες με τις ανάγκες του κάθε τεύχους.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>«Ο Δημήτρης Λάγιος στα τριανταεννιά του χρόνια πρόλαβε να αφήσει το δικό του μουσικό αποτύπωμα στο ελληνικό τραγούδι», διαβάζω στο editorial. «Μελετώντας την εργογραφία του δεν μπορείς να μην παρατηρήσεις το γεγονός ότι στο διάστημα της σύντομης μουσικής του διαδρομής – μέσα σε μια δεκαετία – δημιούργησε ένα πλούσιο, σε μέγεθος και καλλιτεχνική αξία έργο (δισκογραφημένο και ανέκδοτο)».</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Ο βίος και το έργο του Λάγιου διαγράφονται διεξοδικά (συνοδευόμενα από φωτογραφίες με την ωραία, την ευγενική μορφή του) από πολλές υπογραφές, συμπεριλαμβανομένων της συζύγου του Πέγκυς και της κόρης του Υακίνθης, που διακονεί τις μουσικές επιλογές του πατέρα της. Γράφει: «Ο Δημήτρης Λάγιος διάλεξε με τη μουσική του να τονίσει τον λόγο των ποιητών. Τον καθόριζε όμως η εσωστρέφεια, η μοναχικότητά του και μια επιθυμία που την ομολογούσε με τη φράση του Λόρδου Βύρωνα: “Θέλω να πολεμήσω, τουλάχιστον με λόγια, και αν ευτυχίσω και με έργα”».</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Και κάτι καίριο από τον Σταύρο Γ. Καρτσωνάκη, ο οποίος αναφερόμενος στα ανέκδοτα έργα του Λάγιου, ειδικότερα σε ποίηση Ελύτη και Καρυωτάκη, καταλήγει: «Είναι αδιανόητο να κατακλυζόμαστε από ανούσια και περιττή μουσική και τέτοιοι θησαυροί να παραμένουν στο σκοτάδι». Αμποτε.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>ΚΑΙ… «φάγανε» τον Βασίλη Χριστόπουλο, να «φάνε» και την Αννα Καφέτση.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><em><strong>dghionis@otenet.gr</strong></em></p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&nbsp;</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://archive.efsyn.gr/?feed=rss2&#038;p=246728</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Καζαντζάκης, ο (και) φιλόζωος</title>
		<link>https://archive.efsyn.gr/?p=244643&#038;utm_source=rss&#038;utm_medium=rss&#038;utm_campaign=%25ce%25ba%25ce%25b1%25ce%25b6%25ce%25b1%25ce%25bd%25cf%2584%25ce%25b6%25ce%25ac%25ce%25ba%25ce%25b7%25cf%2582-%25ce%25bf-%25ce%25ba%25ce%25b1%25ce%25b9-%25cf%2586%25ce%25b9%25ce%25bb%25cf%258c%25ce%25b6%25cf%2589%25ce%25bf%25cf%2582</link>
		<comments>https://archive.efsyn.gr/?p=244643#comments</comments>
		<pubDate>Sun, 19 Oct 2014 11:49:02 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[ART]]></category>
		<category><![CDATA[ΘΕΜΑΤΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΕΡΙ ΔΙΑΒΑΙΝΟΝΤΑΣ]]></category>
		<category><![CDATA[ΣΕΛΙΔΕΣ]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://archive.efsyn.gr/?p=244643</guid>
		<description><![CDATA[Οταν συγκατοικούσε με μια γάτα]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p><em><strong>Οταν συγκατοικούσε με μια γάτα</strong></em></p>
<p>&nbsp;</p>
<p><strong>Του Δημήτρη Γκιώνη</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<p><a href="http://archive.efsyn.gr/wp-content/uploads/2014/10/getFi4565le.jpg" rel="lightbox[ set1 ]"><img class="size-full wp-image-244916 alignright" src="http://archive.efsyn.gr/wp-content/uploads/2014/10/getFi4565le.jpg" alt="ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ" width="357" height="500" /></a>Μια από τις διαμονές του Νίκου Καζαντζάκη, όταν βρισκόταν στην Ελλάδα, ήταν και η Αίγινα. Αρχικά σε σπίτι φίλων, αργότερα σε δικό του –κοντά μια δεκαπενταετία, από το 1931 και μετά, αλλά κι εκεί με διακοπές, λόγω των ταξιδιών του, ώσπου να καταλήξει στη γαλλική Αντίμπ, ώς τον θάνατό του, 26 Οκτωβρίου 1957 –ήγουν πριν από 57 χρόνια, στα 74 του.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Εκεί λοιπόν στην Αίγινα, ήταν περίοδοι που ζούσε μόνος, γράφοντας πάντα –κάποτε με συντροφιά μια γάτα, για την οποία κάνει λόγο σε επιστολές προς τη σύζυγό του Ελένη, που με τη σειρά της περιλαμβάνει στο γνωστό βιβλίο της «Νίκος Καζαντζάκης ο Ασυμβίβαστος», βιογραφία του συγγραφέα. Οπου εκεί αποκαλύπτεται μια, άγνωστη εν πολλοίς, αγάπη του Καζαντζάκη για τα ζώα και, στην προκειμένη περίπτωση, για μια γάτα. Και σκέφτηκα, με την ευκαιρία μιας ακόμη επετείου του, να τις μεταφέρω κι εδώ, μαζί με τη φωτογραφία συγγραφέα και γάτας.</p>
<p><strong> </strong></p>
<p><strong>Σμιθίτσα</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Υπάρχουν τρεις επιστολές στις οποίες αναφέρεται στη γάτα, που άκουγε στο όνομα Σμιθίτσα («Σμιθεύς, λατρευτικό επώνυμο του Απόλλωνα, ως εξολοθρευτή των ποντικών», εξηγεί η Ελένη Καζαντζάκη). Στην πρώτη με ημερομηνία 17 Φλεβάρη 1943, γράφει:</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>«… Εγώ εδώ τα βολεύω, οι φίλοι με καλούν τραπέζι, φοβούμενοι μην πάθω ασιτία… Η Σμιθίτσα μεγαλώνει, τρώει, τη γύμνασα σχεδόν τέλεια. Εμαθε το βράδυ, όταν πέσω να κοιμηθώ, ν’ αποσύρεται στα ιδιαίτερά της… Μόλις όμως αρχίζει να ξημερώνει, τρέχει και μου χτυπάει, δηλαδή μου τσαγκρουνάει την πόρτα. Αν είναι πολύ πρωί, της φωνάζω “Ακόμα!”. Στη αρχή δεν ήξερε τι θα πει “Ακόμα” και επέμενε, μα τώρα αρχίζει να καταλαβαίνει. Φωνάζω “Ακόμα!” πολύ δυνατά κι αποσύρεται. Μετά μισή ώρα ξανάρχεται και ανοίγω. Πρώτα χαιρετάει τα πόδια μου, ύστερα μ’ ένα νεανικότατο πήδημα σαλτέρνει στο κρεβάτι και καθίζει απάνω στο στήθος μου και ρονρονίζει στο αυτί μου. Γράφω, διαβάζω στο κρεβάτι, βρίσκει μια θέση, κυρίως στον ώμο ή στα γόνατα, και περιμένει να τελειώσω τη μυστηριώδη αυτή άσκοπη εργασία –έτσι νομίζει και έτσι είναι– που κάνω. Σηκώνουμαι τότε και τρέχει πίσω μου και η ουρά της γίνεται κυπαρίσσι…»</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Πριν από την επόμενη επιστολή, μια παρέμβαση της Ελένης:</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>«Ο Νίκος δούλευε δίπλα στη σόμπα με τη γατούλα στον ώμο του. Της άρεσε πολύ της Σμιθίτσας να παρακολουθεί τα γρατσουνίσματα της πένας του τροφοδότη της πάνω στο άσπρο χαρτί. Ξάφνου, εκείνο το απόβραδο, η Σμιθίτσα έπεσε ξερή στο πάτωμα. Ανήσυχος ο Νίκος τινάχτηκε απάνω, πήρε τη γάτα στην αγκαλιά του, άνοιξε την πόρτα… Την άλλη μέρα το πρωί ξύπνησε κοκαλιασμένος πάνω στα πλακάκια, στο διάδρομο, και με φοβερό πονοκέφαλο. Η Σμιθίτσα έβαλε πολλές μέρες να συνέλθει από τη δηλητηρίαση, που της προκάλεσε το ανθρακικό οξύ της σόμπας».</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><strong>Αφομοίωση</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Ακολουθεί η δεύτερη επιστολή, 25.3.1943:</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>«[…] αν δεν ερχόταν ξημερώματα η Σμιθίτσα να με ξυπνήσει, δε θα ξυπνούσα. Ερχεται ρονρονίζοντας και παίρνει το τελευταίο της γλυκοΰπνι στο κρεβάτι μου. Πάλι καλά. Αληθινά Σας λέω, κατάντησε να’ χει ανθρώπινη έκφραση και ξύπνησε μέσα μου ό,τι γατίσιο έχω κι άρχισα να μιμούμαι το μιαούρισμά της, θυμωμένο, τρυφερό, αναλόγως. Φαντάζομαι πως, αν ένας άνθρωπος ζήσει χρόνια στην έρημο μ’ ένα ζώο, η αφομοίωση σιγά-σιγά θα εκδηλωθεί, θα ξεπέφτει ο άνθρωπος, θ’ ανεβαίνει το ζώο κι ύστερα από κάμποσα χρόνια η διαφορά τους θα ’ναι ανεπαίσθητη. Τώρα βλέπω με τι ενδιαφέρον, σκαρφαλωμένη στον ώμο μου, η Σμιθίτσα αυτή παρακολουθεί τι γράφω – ακόμα δεν καταλαβαίνει περί τίνος πρόκειται, μα θα καταλάβει… […] Επειτα τι άθλια που μαγειρεύω! Η Σμιθίτσα με κοιτάζει, άμα της βάλω το φαΐ της, κι έπειτα σκύβει, μυρίζεται ξανά το φαΐ, με ξανακοιτάζει με παράπονο κι έκπληξη, σα να μου λέει: “Τι’ ναι αυτό, στο θεό Σου; Φαΐ είναι αυτό; Μήτε για σκυλιά!» Τι να κάμω; Πότε πολύ λάδι, πότε λίγο και δεν κατάφερα ακόμα ανθρώπινες (μήτε γατίσιες) τηγανίτες».</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Και η τρίτη, 28.3.1943:</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>«Η Σμιθίτσα όλο στην αυλή και κυνηγάει πεταλούδες. Τινάζεται ανάερα, σηκώνει τα μπροστινά πόδια και τις αρπάζει – σώζω όσες μπορώ. Μα τα μουστάκια της είναι συχνά πασπαλισμένα από τη χρυσή σκόνη, που ’χουν οι φτερούγες της πεταλούδας…»</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><strong>Στο πλαίσιο</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Πριν από τρεις μήνες (19-20 Ιουλίου) μετέφερα παραπλεύρως έγγραφο αγνώστων συντακτών, σύμφωνα με το οποίο σχεδιάζεται η συγχώνευση της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών και της Καμεράτα, χωρίς να υπάρξει αρμοδίως διάψευση ή επιβεβαίωση. Ωσπου την περασμένη εβδομάδα ο νέος υπουργός Πολιτισμού Κώστας Τασούλας, σε συνέντευξη στη διαδικτυακή iefimerida, επιβεβαίωσε ότι «είναι μια πρόταση που εξετάζουμε με ενδιαφέρον». Με αποτέλεσμα την αναστάτωση του νέου διευθυντή της ΚΟΑ Στέφανου Τσιαλή και του προσωπικού της ΚΟΑ, που είδαν να ανατρέπεται το εργασιακό τους –και όχι μόνο– καθεστώς.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Χρειάστηκε να σπεύσουν Τσιαλής, Νέλλη Οικονομίδου και Κώστας Αυγερινός, πρόεδρος και αντιπρόεδρος αντίστοιχα του συλλόγου των μουσικών της ΚΟΑ, στην αρμόδια για τον σύγχρονο πολιτισμό υφυπουργό Αντζελα Γκερέκου, η οποία λίγες ημέρες πριν, απαντώντας σε σχετική ερώτηση, διέψευδε ότι υπάρχει θέμα συγχώνευσης των δυο ορχηστρών, για να λάβουν τη διαβεβαίωση, όπως διάβασα εδώ σ’ εμάς, ότι όντως δεν υπάρχει τέτοιο θέμα. Και το ερώτημα: Ποιοι είναι αυτοί (και τι σκοπούς εξυπηρετούν) που σχεδιάζουν (και προφανώς επιβάλλουν, όπως έγινε με την απομάκρυνση του Βασίλη Χριστόπουλου) ερήμην των αρμοδίων υπουργών, που ωστόσο υιοθετούν και κοινολογούν αβασάνιστα τις επιλογές τους;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Δέκα χρόνια λειτουργίας συμπλήρωσε αισίως το Μουσείο Μπενάκη, στην Πειραιώς 138, υπό τη διεύθυνση της Ειρήνης Γερουλάνου –από τα πρώτα που ζωντάνεψαν πολιτιστικά την περιοχή. Και το γιόρτασε αρκούντως την περασμένη Παρασκευή παρουσία πολυάριθμων φίλων. Κι επειδή η κρίση έχει πλήξει και το εν λόγω μουσείο, αντί γενεθλίων δώρων, απηύθυνε έκκληση για την οικονομική του ενίσχυση, ώστε να αντέξει και την επόμενη δεκαετία. Πληροφορίες στο τηλ. 210-3622970.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>ΚΑΙ… Πολιτική: πέρα βρέχει.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><em><strong>dghionis@otenet.gr</strong></em></p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&nbsp;</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://archive.efsyn.gr/?feed=rss2&#038;p=244643</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Ο Πρόδρομος ρεμπέτικου</title>
		<link>https://archive.efsyn.gr/?p=242642&#038;utm_source=rss&#038;utm_medium=rss&#038;utm_campaign=%25ce%25bf-%25cf%2580%25cf%2581%25cf%258c%25ce%25b4%25cf%2581%25ce%25bf%25ce%25bc%25ce%25bf%25cf%2582-%25cf%2581%25ce%25b5%25ce%25bc%25cf%2580%25ce%25ad%25cf%2584%25ce%25b9%25ce%25ba%25ce%25bf%25cf%2585</link>
		<comments>https://archive.efsyn.gr/?p=242642#comments</comments>
		<pubDate>Sun, 12 Oct 2014 11:55:52 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[ART]]></category>
		<category><![CDATA[ΘΕΜΑΤΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΕΡΙ ΔΙΑΒΑΙΝΟΝΤΑΣ]]></category>
		<category><![CDATA[ΣΕΛΙΔΕΣ]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://archive.efsyn.gr/?p=242642</guid>
		<description><![CDATA[Φωνή – φαινόμενο ο Πρόδρομος Τσαουσάκης]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p><em><strong>Φωνή – φαινόμενο ο Πρόδρομος Τσαουσάκης</strong></em></p>
<p>&nbsp;</p>
<p><strong>Του Δημήτρη Γκιώνη</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<div id="attachment_242823" style="width: 410px" class="wp-caption alignleft"><a href="http://archive.efsyn.gr/wp-content/uploads/2014/10/getF465555ile.jpg" rel="lightbox[ set1 ]"><img class="wp-image-242823" src="http://archive.efsyn.gr/wp-content/uploads/2014/10/getF465555ile.jpg" alt="ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ ΤΣΑΟΥΣΑΚΗΣ" width="400" height="335" /></a><p class="wp-caption-text">Πρόδρομος Τσαουσάκης 1919-1979</p></div>
<p>«Ερχομαι τώρα να πω δυο λόγια για τον Πρόδρομο Τσαουσάκη, για τη βροντερή ρεμπέτικη φωνή του. Εχει τραγουδήσει πάνω από 150 τραγούδια μου. Γίνανε όλα, σχεδόν, επιτυχίες. Είναι ο μόνος άνθρωπος που δεν αξιοποίησε αυτές τις επιτυχίες και προτίμησε την ησυχία, τον απομονωτισμό. Είναι ο μεταπολεμικός γίγαντας του λαϊκού τραγουδιού. Κι αυτός ήταν αποκάλυψή μου», έλεγε ο Βασίλης Τσιτσάνης σε συνέντευξή του στη Σοφία Μιχαλίτση, Τρίτο Πρόγραμμα της ΕΡΤ, 1976. Με κάποιες υπερβολές, τουλάχιστον ως προς τον αριθμό των τραγουδιών του που έχει πει ο Τσαουσάκης: Δεν ξεπερνούν τα 50 από τα 186 που έχει ερμηνεύσει συνολικά, συμπεριλαμβανομένων και μερικών που φέρουν την υπογραφή του ως δημιουργού, σύμφωνα με τον ερευνητή του ρεμπέτικου Πάνο Σαββόπουλο, σε εκτενές αφιέρωμα στο ένθετο περιοδικό της εφημερίδας «Μακεδονία» «Πανσέληνος», Νοέμβριος 2003 (απ’ όπου και δανείζομαι τον κεντρικό τίτλο).</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><strong>Και παλαιστής</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Γεννημένος το 1919 στην Πόλη, και από το 1922, μετά την καταστροφή, στη Θεσσαλονίκη, έζησε έναν περιπετειώδη βίο και πέθανε στις 23 Οκτωβρίου 1979, στην Καλλιθέα από έμφραγμα (ήγουν πριν από 35 χρόνια, εξ ου και το παρόν μικρό αφιέρωμα). Από τους αντιπροσωπευτικότερους και δημοφιλέστερους ερμηνευτές του ρεμπέτικου και του λαϊκού. Πριν, για βιοπορισμό, υποχρεώθηκε να κάνει άλλα: παλαιστής, όντας ρωμαλέας σωματικής κατασκευής, και δουλειές του ποδαριού. Στον πόλεμο του 1940 πήγε εθελοντής και λόγω των ανδραγαθημάτων του έγινε λοχίας. Κι επειδή τους λοχίες τότε τους έλεγαν τσαούσηδες, επέλεξε ως επώνυμο το ψευδώνυμο Τσαουσάκης, αντί του Μουτάφογλου που ήταν το πραγματικό του. Επιστρέφοντας από το μέτωπο πιάστηκε από τους Γερμανούς, φυλακίστηκε και γλίτωσε από θαύμα.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>«Ο Τσαουσάκης ήταν ένα πραγματικό φαινόμενο, που σφράγισε με τη φωνή του τις δεκαετίες του ’40 και του ’50. Χαρακτηριστικό είναι ότι μόνο με 5-6 χρόνια στη δισκογραφία και στο πάλκο έγινε αντικείμενο “αντιγραφής”. Πρώτος και καλύτερος ο Καζαντζίδης», γράφει στο προαναφερόμενο αφιέρωμα ο Πάνος Σαββόπουλος. Πράγμα που παραδέχεται και ο ίδιος ο Καζαντζίδης. Λέει στον Βασίλη Βασιλικό στο βιβλίο του «Υπάρχω» (εκδ. Λιβάνη, 2000): «Οταν πρωτοβγήκα στη δουλειά όχι μόνο τραγουδούσα το ρεπερτόριο του Τσαουσάκη, αλλά προσπαθούσα να τον “κάνω” σε όλα, προσπαθούσα να του μοιάσω».</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Συνεχίζει στο ίδιο κείμενο ο Σαββόπουλος: «Αλλά και άλλοι μεγάλοι τραγουδιστές, όπως ο Πάνος Γαβαλάς, ακόμη και ο Στράτος Διονυσίου, στα πρώτα τους βήματα “πάτησαν” κάπως πάνω στον Τσαουσάκη. Αν τώρα σκεφτεί κανείς ότι όλοι αυτοί που είχαν στην αρχή για πρότυπο τον Τσαουσάκη τελικά επιβλήθηκαν, ενώ το ίδιο το “πρότυπο” είχε παραγκωνιστεί από τις μεγάλες εταιρείες, είναι εύκολο να κατανοήσει την πίκρα και την απογοήτευσή του».</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><strong>Στο «Παρασκήνιο»</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<p><a href="http://archive.efsyn.gr/wp-content/uploads/2014/10/getFile2221.jpg" rel="lightbox[ set1 ]"><img class="alignleft size-full wp-image-242824" src="http://archive.efsyn.gr/wp-content/uploads/2014/10/getFile2221.jpg" alt="" width="500" height="353" /></a>Δούλεψε σε κέντρα, κυρίως σε Θεσσαλονίκη και Αθήνα, εκτός από τον Τσιτσάνη, με Παπαϊωάννου, Μητσάκη, Καλδάρα, Μπακάλη, Μπίνη κ.ά. Λέει ο τελευταίος στον Γιώργο Σκαμπαρδώνη στο αφιέρωμα της «Πανσελήνου»: «Τον Τσαουσάκη τον γνώρισα στη Θεσσαλονίκη, λίγο πριν την Κατοχή. Ο Πρόδρομος ήταν φορτοεκφορτωτής στην αγορά του Κολόμβου. Κουβαλούσε πορτοκάλια, μανταρίνια, τέτοια πράγματα […] Τραγουδήσαμε μαζί, ταιριάζαμε στο τραγούδι. Ητανε πολύ καλός τραγουδιστής, όταν τραγουδούσε βαστούσε έναν μπαγλαμά στα χέρια του […] Από νέος ήταν πεχλιβάνης και πάλευε, εκεί στον Λαγκαδά. Ητανε πολύ δυνατός άντρας, σαν γορίλας, όλος τρίχα!»</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Μερικοί τίτλοι τραγουδιών που έχει πει: Τσιτσάνη: «Αντιλαλούνε τα βουνά», «Στρώσε μου να κοιμηθώ», «Ομορφη Θεσσαλονίκη», «Είμαστε αλάνια». Βαμβακάρη: «Ρίξε Τσιγγάνα τα χαρτιά», «Μπουζούκι γλέντι του ντουνιά». Καλδάρας: «Ο κόσμος όλος με κατακρίνει», «Μες στης χήρας την ταβέρνα». Δικό του: «Γιατί καλέ γειτόνισσα».</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Προσωπικά τον είχα γνωρίσει, ως δημοσιογράφος, σε ένα πορτρέτο για την τηλεοπτική εκπομπή «Παρασκήνιο», σκηνοθεσία Μίλλυ Γιαννακάκη, Αύγουστος 1979, δυο μήνες πριν πεθάνει. Μολονότι φαινόταν καταπονημένος, μου είχαν κάνει εντύπωση η ειλικρίνεια, η ευγένεια και η αθωότητά του. «Γυρίζαμε» σ’ ένα καφενεδάκι σε κεντρικό δρόμο στην Καλλιθέα. Εξω φασαρία, αυτοκίνητα, αλλά αυτός, χρόνια εκεί, απολάμβανε, έλεγε, τον καθαρό αέρα! Κι έπειτα, προς το τέλος της κουβέντας, του ζήτησα να εξηγήσει τους χαρακτηρισμούς ρεμπέτης, μάγκας, αλάνης, αλήτης, στους οποίους είχε προαναφερθεί – και πώς ο ίδιος θα χαρακτήριζε τον εαυτό του. Αλλά καθώς η λέξη αλήτης έπεσε τελευταία, παραλίγο να παρεξηγηθεί: «Οχι και αλήτης!».</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><strong>Στο πλαίσιο</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Σαν να έκαναν χάρη στον Βασίλη Χριστόπουλο που τον απομάκρυναν από το τιμόνι της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών. Ο εκ Γερμανίας Στέφανος Τσιαλής ασφαλώς δεν ήξερε τι τον περίμενε: ψαλιδισμένη αγρίως η κρατική επιχορήγηση (κοντά στο 1/3), με τον υπουργό να μην έχει δεχθεί ακόμη τον νέο (που πάντως δεν επέλεξε ο ίδιος). Εν τω μεταξύ, καθώς διάβασα εδώ σ’ εμάς, μισοάδεια η αίθουσα του Μεγάρου Μουσικής στην πρώτη συναυλία εν κλειστώ, υπό τη διεύθυνση του διαδόχου (που πάντως τα πήγε πολύ καλά), εκεί που άλλοτε ήταν υπερπλήρης – ειδικότερα με νέους. Δεν αντέχεται η επιτυχία σ’ αυτόν τον τόπο.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Πενήντα χρόνια στο μουσικό τοπίο συμπληρώνει και ο Διονύσης Σαββόπουλος, που παραμένει το μοναδικό άλλο στο ελληνικό τραγούδι: συνθέτης, στιχουργός, ερμηνευτής και, ενίοτε, διασκεδαστής, καθ’ ότι δεινός και στην πρόζα. Οι του ’60 εκδρομείς τού είμαστε ευγνώμονες. Κι ας λέει ενίοτε πράγματα που προκαλούν (προσωπικά πιστεύω ότι είναι πληκτικό και ύποπτο όταν όλοι σε επαινούν ή σε λοιδορούν).</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Μετά τα αγγλικά και τα γαλλικά, και στα ισπανικά ο «Γλαύκος Θρασάκης» του Βασίλη Βασιλικού, γνωστού στην Ισπανία από την έκδοση, πλην του φημισμένου «Ζ», και άλλων βιβλίων του. Το πιο προσφιλές αλλά και το πιο πολυδουλεμένο του συγγραφέα. Κι ας προσθέσω αυτό που ειπώθηκε στην παρουσίασή του στην αίθουσα εκδηλώσεων του Ινστιτούτου Θερβάντες την περασμένη Δευτέρα: Μόλις το 1/100 της ισπανικής λογοτεχνικής παραγωγής αφορά τη νεοελληνική λογοτεχνία. Ποιοι οι προτιμώμενοι συγγραφείς μας; Καβάφης, Καζαντζάκης, Βασιλικός και, τελευταία, ο Πέτρος Μάρκαρης με τα αστυνομικά του. Οπως περίπου και στην υπόλοιπη υδρόγειο.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>ΚΑΙ… Ανάδελφοι.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><em><strong>dghionis@otenet.gr</strong></em></p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&nbsp;</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://archive.efsyn.gr/?feed=rss2&#038;p=242642</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Ως συνθέτης και «πολιτικά δρων»…</title>
		<link>https://archive.efsyn.gr/?p=240506&#038;utm_source=rss&#038;utm_medium=rss&#038;utm_campaign=%25cf%2589%25cf%2582-%25cf%2583%25cf%2585%25ce%25bd%25ce%25b8%25ce%25ad%25cf%2584%25ce%25b7%25cf%2582-%25ce%25ba%25ce%25b1%25ce%25b9-%25cf%2580%25ce%25bf%25ce%25bb%25ce%25b9%25cf%2584%25ce%25b9%25ce%25ba%25ce%25ac-%25ce%25b4%25cf%2581%25cf%2589%25ce%25bd</link>
		<comments>https://archive.efsyn.gr/?p=240506#comments</comments>
		<pubDate>Sun, 05 Oct 2014 11:56:28 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[ART]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΕΡΙ ΔΙΑΒΑΙΝΟΝΤΑΣ]]></category>
		<category><![CDATA[ΣΕΛΙΔΕΣ]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://archive.efsyn.gr/?p=240506</guid>
		<description><![CDATA[Τα πενηντάχρονα του Σταύρου Ξαρχάκου]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p><em><strong>Τα πενηντάχρονα του Σταύρου Ξαρχάκου</strong></em></p>
<p>&nbsp;</p>
<p><strong>Του Δημήτρη Γκιώνη</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<p><a href="http://archive.efsyn.gr/wp-content/uploads/2014/10/get333File1.jpg" rel="lightbox[ set1 ]"><img class="alignleft wp-image-240748" src="http://archive.efsyn.gr/wp-content/uploads/2014/10/get333File1.jpg" alt="get333File" width="400" height="266" /></a>Πενήντα χρόνια από τότε -αρχές δεκαετίας του ’60- που εμφανίστηκε στη μουσική σκηνή συμπλήρωσε εφέτος ο Σταύρος Ξαρχάκος, γεγονός που συνδέεται με σειρά συναυλιών –εδώ και στο εξωτερικό–, μια ανθολογία με έργα του, με διευθυντή τον ίδιο. Τίτλος: «Μάνα μου Ελλάς», από το ομότιτλο τραγούδι, σε στίχους Νίκου Γκάτσου. Μία από τις συναυλίες και αυτή που έδωσε την Τρίτη στο Ηρώδειο.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Ο Ξαρχάκος ήταν ο τρίτος που προέκυψε στην άτυπη «παρέα» του Μάνου Χατζιδάκι και του Μίκη Θεοδωράκη (κι ας ήταν 14 χρόνια μικρότερός τους), που, μαζί με άλλους νεότερους, έδωσαν νέα πνοή στο ελληνικό τραγούδι και επιβλήθηκε καταλυτικά στα γούστα του κοινού.</p>
<p><strong> </strong></p>
<p><strong>Εκτός «γραμμής»</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Ηταν η εποχή που σχεδόν τα πάντα συνδέονταν με την πολιτική –με την κυρίαρχη νικήτρια παράταξη του Εμφυλίου να επιβάλλει, με τις εγκατεστημένες στο υπουργείο Προεδρίας «επιτροπές ελέγχου», τη δική της «γραμμή» (και) στην πνευματική και καλλιτεχνική ζωή.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Ενδιαφέρον έχει να προστεθεί ότι, κάπως αυθαίρετα, ο Χατζιδάκις είχε «χαριστεί» στη Δεξιά, ο Θεοδωράκης στην Αριστερά (το μόνο βέβαιο) και ο Ξαρχάκος στο Κέντρο (επειδή ο Γεώργιος Παπανδρέου, ο αποκαλούμενος και Γέρος της Δημοκρατίας, είχε παραστεί, τις μέρες της αποστασίας, σε μια συναυλία του). Αλλά ας μη συνεχίσω στο έτσι αφού το σημερινό σημείωμα αφορά τον νεότερο της τριάδας.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Ο Σταύρος Ξαρχάκος ξεχώρισε αμέσως για την ποιότητα και την αμεσότητα των τραγουδιών του καθώς, όπως ο Χατζιδάκις και ο Θεοδωράκης, έντυσε τις μουσικές του με στίχους σπουδαίων ποιητών και στιχουργών. Και συνέχισε στα κατοπινά χρόνια, ώς τις μέρες μας – τόσο στη δισκογραφία όσο και στο θέατρο, τον κινηματογράφο, την τηλεόραση. Κρίνω περιττό να αναφερθώ σε πασίγνωστους τίτλους.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Αλλά ο Ξαρχάκος δεν αρκέστηκε στο τραγούδι – θέλησε, πίστευε ότι μπορούσε να προσφέρει και στα κοινά. Ετσι δοκιμάστηκε ως βουλευτής, ευρωβουλευτής (με τη Ν.Δ.), δημοτικός σύμβουλος, πρόεδρος σε οργανισμούς (πρόσφατα και στο Εθνικό Θέατρο), απ’ όπου όμως αποχώρησε, καθώς αντελήφθη ότι τον ήθελαν ως «ντεκόρ» (το ίδιο έχει συμβεί και με Χατζιδάκι – Θεοδωράκη). Και καθώς δεν διστάζει να πει τα πράγματα με το όνομά τους, κατά καιρούς τα έχει «ψάλει» όπου δει.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><strong>Κακούργα πολιτική…</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Διαβάζω σε εκτεταμένη (12 σελίδες) συνέντευξή του στην Ξένια Καλδάρα, που εξελίχθη σε δικό του άρθρο με τίτλο «Κατάθεσις», στο περιοδικό «Ε» της «Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας» – 9 Φεβρουαρίου 1992: «Η φύση της πολιτικής είναι κακούργα. Πού να γυρίσει λοιπόν κανείς πίσω σ’ ένα τέτοιο περιβάλλον; Προτιμώ να είμαι ένας “πολιτικά δρων” πολίτης στο μολυσμένο περιβάλλον της Αθηναίων πολιτείας, για το μολυσμό του οποίου ευθύνονται οι πολιτικοί και συνευθύνονται οι πολίτες…»</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>«Ζητούνται Ελληνες», ο τίτλος άρθρου του στον «Ελεύθερο Τύπο» – 24 Μαρτίου 1993: «Η Ελλάδα βρίσκεται στη θέση μιας βαριάς εθνικής κρίσης, όπως περίπου ήταν πριν εκατό χρόνια, όταν κυριαρχούσε πάλι η πολιτική φθορά και η εθνική κοινωνική κρίση, που οδήγησαν στο κράτος της Μελούνας, με την τραγική ήττα του 1897.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Τώρα, όπως και τότε, η ευθύνη όλων των πολιτικών φορέων της χώρας, ως τον τελευταίο βουλευτή, είναι τεράστια […] Γιατί ο ελληνικός βίος, αντί να καθαρθεί, πλημμύρισε με σκάνδαλα επί σκανδάλων».</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Και εντελώς πρόσφατα σε συνέντευξη στον Γιώργο Σκίντζα στο «Βήμα της Κυριακής» – 28 Σεπτεμβρίου: «[…] Νόμιζα ότι θα μπορούσα να έχω ρόλους, αλλά, όπως απεδείχθη δεν ήταν εφικτό. Ως πολίτης εκτιμώ ότι η κρίση είναι βαθιά πολιτική και γι’ αυτό έγινε πολιτισμική. Επομένως η έξοδος από την κρίση προϋποθέτει την υπέρβαση των πολιτικών και των πολιτιστικών αιτίων».</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Ο Ξαρχάκος δοκιμάστηκε και από την αρνητική αντιμετώπιση ομοτέχνων και μέρους του Τύπου. Ηταν το 1980, όταν, έπειτα από διετείς σπουδές στη Σχολή Τζούλιαρντ της Ν. Υόρκης, έφερε, με την οικονομική ενίσχυση της οικογένειας Λάτση, στην Ελλάδα, για σειρά συναυλιών κλασικής μουσικής, σε επαρχία και Αθήνα (Ηρώδειο), τη Συμφωνική Ορχήστρα της Ν. Υόρκης – και τι ειρωνείες εισέπραξε… Λέει σε συνέντευξή μας στην «Ελευθεροτυπία» – 15 Φεβρουαρίου 1980: «Στις μέρες μας υπάρχει ένα άλλο είδος εμφυλίου πολέμου, πιο φοβερού, πιο επικίνδυνου, πιο διαβρωτικού: Ο πόλεμος που κάνουν οι “κλίκες” και οι “παρεούλες” των ταπεινών συμφερόντων»…</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><strong>Στο πλαίσιο</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Παρά τα τερτίπια του καιρού, με βροχές, ψύχρα και υγρασία, οι μεταφεστιβαλικές εκδηλώσεις (που αριθμητικά ξεπερνούν τις του φεστιβάλ) καλά κρατούν στο Ηρώδειο. Πρόλαβα τρεις στην αρχή της εβδομάδας που τράβηξαν τα πλήθη: Παπακωνσταντίνου με θεοδωρακικά υπό τον καλβικό τίτλο «Θέλει αρετήν και τόλμην η ελευθερία», την Κυριακή. Νταλάρας με «Μουσικό ταξίδι στη Μεσόγειο» τη Δευτέρα. Ξαρχάκος με «Μάνα μου Ελλάς» (Γκάτσος) την Τρίτη.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Η διαδρομή του Βασίλη Παπακωνσταντίνου έχει συνδεθεί ελάχιστα με το έργο του Μίκη Θεοδωράκη. Το βράδυ όμως της Κυριακής έδωσε (σε επανάληψη στον ίδιο χώρο – φιλανθρωπική η δεύτερη), με την ορχήστρα που φέρει το όνομα του συνθέτη, τον καλύτερο εαυτό του, συνδυάζοντας το θεοδωρακικό υλικό με το δικό του –φωνητικά και κινητικά– ροκάδικο στιλ, καρυκευμένο με αντιμνημονιακές ατάκες (και, ας προστεθεί, στην πρώτη συναυλία –2 Σεπτεμβρίου– με παρούσα την ηγεσία του ΚΚΕ, στη δεύτερη με στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ). Συγκινητική η συμμετοχή της Παιδικής Χορωδίας της Λαυρεωτικής, που έκλεισε το πρόγραμμα με τα άσματα «Εχε το νου σου στο παιδί» (σε στίχους Λευτέρη Παπαδόπουλου) και «Της δικαιοσύνης ήλιε νοητέ» (από το «Αξιον Εστί» του Οδυσσέα Ελύτη).</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Ο Γιώργος Νταλάρας, αέναος αναζητητής μελωδιών, εμφανίστηκε με δυο αγαπησιάρικες φωνές, με τις οποίες έχει συνεργαστεί και στο παρελθόν, αλλά ξεχωριστά με την κάθε μια: Ντούλτσε Πόντες εκ Πορτογαλίας, Νόε εξ Ισραήλ – φίρμες όχι μόνο στον τόπο τους. Τραγούδια από τα μέρη τους, αλλά και δικά μας, σε άψογα ελληνικά – με ή και χωρίς τον Νταλάρα. Συναυλία που συνέπεσε με τα γενέθλια του τραγουδιστή, με ευχές από σκηνής, αλλά και από το κοινό.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Ξαρχάκος – εκτενέστερα παραδίπλα.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>ΚΑΙ… Φιλάθλιοι.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><em><strong>dghionis@otenet.gr</strong></em></p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&nbsp;</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://archive.efsyn.gr/?feed=rss2&#038;p=240506</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Χθες, σήμερα, αύριο…</title>
		<link>https://archive.efsyn.gr/?p=238448&#038;utm_source=rss&#038;utm_medium=rss&#038;utm_campaign=%25cf%2587%25ce%25b8%25ce%25b5%25cf%2582-%25cf%2583%25ce%25ae%25ce%25bc%25ce%25b5%25cf%2581%25ce%25b1-%25ce%25b1%25cf%258d%25cf%2581%25ce%25b9%25ce%25bf</link>
		<comments>https://archive.efsyn.gr/?p=238448#comments</comments>
		<pubDate>Sun, 28 Sep 2014 11:56:11 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[ART]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΕΡΙ ΔΙΑΒΑΙΝΟΝΤΑΣ]]></category>
		<category><![CDATA[ΣΕΛΙΔΕΣ]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://archive.efsyn.gr/?p=238448</guid>
		<description><![CDATA[Μια βόλτα από πλατεία Κουμουνδούρου μεριά]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p><strong>Του Δημήτρη Γκιώνη</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<p><a href="http://archive.efsyn.gr/wp-content/uploads/2014/09/ge4355File.jpg" rel="lightbox[ set1 ]"><img class="alignleft size-full wp-image-238653" src="http://archive.efsyn.gr/wp-content/uploads/2014/09/ge4355File.jpg" alt="" width="500" height="272" /></a>Είχε πάει για δουλειά χαμηλά στην οδό Πειραιώς, και επιστρέφοντας κοντά μεσημέρι ζήτησε να τον αφήσουν στην πλατεία Ελευθερίας, γνωστότερη ως Κουμουνδούρου. Είχε τους λόγους του: Ηταν η περιοχή του – δεκαετία του ’50 και λίγο ’60 είχε περάσει τα παιδικά του χρόνια.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Καμιά σχέση με την πλατεία που ήξερε. Ερημιά, μερικοί να νταραβερίζονται, δυο κοιμούνταν στην κερκίδα του υποτυπώδους μικρού πέτρινου κυκλικού θεάτρου που έχει κατασκευαστεί, και σε μια γωνιά, γονατισμένος κάποιος, με τη μούρη στον τοίχο, να χτυπάει μια ένεση. Πάει, προ πολλού, το αγέρωχο νεοκλασικό του πρωθυπουργού Κουμουνδούρου, που στέγαζε το 9ο Γυμνάσιο Αρρένων Αθηνών – πάρκινγκ τώρα.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><strong>Προς το χειρότερο</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Διασώζεται το νεοκλασικό, που βλέπει στην Πειραιώς, Δημοτικό Βρεφοκομείο – Ορφανοτροφείο για χρόνια, Δημοτική Πινακοθήκη τώρα. Εκεί απέξω τότε και η βρεφοδόχος, όπου ανώνυμοι γεννήτορες ακουμπούσαν τα μωρά που για διάφορους λόγους δεν μπορούσαν να κρατήσουν. Τα ίδια χρόνια, απέναντι λίγο πιο κάτω, οι φυλακές Χατζηκώστα -πολυκατοικία τώρα-, με τους έγκλειστους στα κάγκελα να βλέπουν και να τους βλέπουν.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Στο πίσω μέρος του Βρεφοκομείου, που έβλεπε στην πλατεία, το «Αναψυκτήριον-Μπαρ ο Κουμουνδούρος» (κάτι σαν το πάρκο στο Πεδίον του Αρεως, αλλά επί το λαϊκότερο), με τους διασκεδαστές της εποχής, κωμικοί κυρίως και τραγουδιστές στο πάλκο, και τους έχοντες το αντίτιμο για ένα ποτό, γλυκό ή παγωτό να βολεύονται στα τραπεζάκια έξω, και τους άνευ, ολόγυρα στο όρθιο.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Στο πλάι του Βρεφοκομείου δύο υπαίθρια παλαιοβιβλιοπωλεία-ντουλάπες, με τα απαραίτητα παζάρια με τους βιβλιόφιλους. Στο κέντρο της πλατείας, μια μεγάλη στρογγυλή δημοτική πισίνα, όπου συνταγμένα τα παιδιά, υπό την εποπτεία δημοτικών υπαλλήλων, τσαλαβουτούσαν, αφού πριν τραγουδούσαν ομαδικά ειδικό για την περίσταση άσμα. Μερικοί στίχοι: «Τι καλά περνάς / στα μπάνια όταν πας / και τούτο το χαρίζει ο δήμαρχος Κοτζιάς!» (ο και επί Μεταξά υπουργός). Εκεί κοντά και οι υπόγειες δημοτικές τουαλέτες (πάνε κι αυτές, όπως και οι της πλατείας Ομονοίας, Κλαυθμώνος, Συντάγματος, εξ ου και το κίτρινο στα χαμηλά κάποιων κτιρίων). Και στα γύρω της πλατείας περίπτερα, δυο από τα οποία στέκουν ακόμα.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Συνεχίζοντας τον περίπατο προς Ευριπίδου, εδώ, σε αντίθεση με τη διπλανή εξαθλιωμένη Σοφοκλέους, αντέχουν κάποιες μυρωδιές από τα παλιά: τα καταστήματα αλλαντικών και μπαχαρικών. Πάνε τα φτηνοξενοδοχεία και τα κορίτσια του αγοραίου, που έχουν μετακινηθεί προς Μεταξουργείο, αλλά υπερτερούν τα εξ Ανατολής φτωχομάγαζα και τα ρολά.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><strong>Προς το καλύτερο</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Η Αθηνάς χωρίς μεγάλες αλλαγές. Στη θέση της, καλλωπισμένη πλέον η Βαρβάκειος, απ’ όπου όμως έχουν εκλείψει τα φαγάδικα, πλην ενός. Στην πεζοδρομημένη Αιόλου αντέχει ακόμη το λουκουματζίδικο «Ο Κρίνος», αλλά προχωρώντας αριστερότερα και μπαίνοντας στη στοά δίπλα από το Χρηματιστήριο που βγάζει στη Σταδίου, ούτε ένα μπουγατσατζίδικο ή λαϊκό ετοιματζίδικο. Ρολά και «ενοικιάζεται».</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Θα είχε περιπατώντας να πει κι άλλα, στάθηκε όμως, για λόγους κυρίως συναισθηματικούς, στην πλατεία Κουμουνδούρου, που δεν χρειάζεται και πολλά να ξαναβρεί την ανθρώπινή της αίγλη. Δεν ανήκει (εννοώ ο περιπατητής) σ’ αυτούς που συμμερίζονται καταστροφικές και μη αναστρέψιμες προοπτικές. Γιατί υπάρχει το προηγούμενο ακμαίων κάποτε και υποβαθμισμένων στη συνέχεια περιοχών, που ξαναπήραν τ’ απάνω τους: τα χάλια της η περιοχή της Πλάκας για χρόνια, συνήλθε επί Μελίνας και Τρίτση. Το ίδιο και οι κάτω από Κεραμεικό, Γκάζι, και χαμηλότερα, κατά μήκος της οδού Πειραιώς περιοχές, που αργά αλλά σταθερά ζωντανεύουν.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Ακόμη ο αρχαιολογικός περίπατος – Αρεοπαγίτου (με το νέο Μουσείο Ακρόπολης) και Αποστόλου Παύλου (Θησείο) και η σχεδιαζόμενη πεζοδρόμηση της Πανεπιστημίου, ώς κάτω, την πολύπαθη Ομόνοια, ώστε να εκλείψει η αγριευτική εικόνα της ερήμωσης και της εξαθλίωσης (ειδικότερα βράδια Σταδίου, Πανεπιστημίου, Ακαδημίας) του λεγόμενου ιστορικού κέντρου. Αφού δεν είναι δυνατό να ισοπεδωθεί η πόλη που κάθεται πάνω στα αρχαία και η πρωτεύουσα να πάει αλλού, ας συμμορφωθεί τουλάχιστον.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Νισάφι μ’ αυτή την καταστροφολογική ροπή. Ας θυμηθούμε τι έχουμε ακούσει τα τελευταία χρόνια: Νεκρή θάλασσα το Αιγαίο και γενικά η Μεσόγειος επειδή προέκυψαν κάποιοι ρύποι. Να μάθουμε να ζούμε με τους σεισμούς, επειδή είχαμε μερικά ταρακουνήματα. Θα διψάσουν οι Αθηναίοι, λόγω μιας περιόδου ξηρασίας και άλλα συφοριασμένα παρεμφερή.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Λίγη αισιοδοξία, βρε αδερφέ…</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><strong>Στο πλαίσιο</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<p>«Η Οπερα γίνεται. Η Ακαδημία;» ήταν ο τίτλος του βασικού κειμένου της σελίδας, 3-4-5 Ιανουαρίου. Οπου αναφερόμουν στις προσπάθειες της υψιφώνου Βάσως Παπαντωνίου για τη δημιουργία Ακαδημίας Λυρικής Τέχνης με το όνομα της ομοτέχνου της, Μαρίας Κάλλας. Και ποιος ο καταλληλότερος χώρος από το νεοκλασικό της οδού Πατησίων 61, όπου η ντίβα έζησε από το 1937 ώς το 1945;</p>
<p>Στην πρόταση της Παπαντωνίου και της εταιρείας, που δημιούργησε πριν από 17 χρόνια, περιλαμβανόταν και η δημιουργία κτιρίου για τη Λυρική Σκηνή, που χρόνια στεγάζεται με ενοίκιο στο Ολύμπια της οδού Ακαδημίας. Δεδομένου όμως ότι η Λυρική αποκτάει, με τη δωρεά του Ιδρύματος Νιάρχου, δική της στέγη στο Φαληρικό Δέλτα, και η προσπάθεια να ενταχθεί και η Ακαδημία στον ίδιο χώρο δεν ευοδώθηκε, απομένει ο δεύτερος στόχος.</p>
<p>Η επιμονή της Παπαντωνίου είχε τους καρπούς της. Πράγμα που καταφάνηκε στο γκαλά Οπερας, την περασμένη Κυριακή στο Ηρώδειο, το αφιερωμένο στην Κάλλας, τα έσοδα του οποίου θα διατεθούν για την αποκατάσταση του σπιτιού της ντίβας. Βασικοί συμπαραστάτες, Λυρική Σκηνή και Δήμος Αθηναίων – Aθανάσιος Θεοδωρόπουλος, Μύρων Μιχαηλίδης και Γιώργος Καμίνης, μεταξύ άλλων, στη συναυλία.</p>
<p>Ηταν όντως μια λαμπερή βραδιά, σ’ ένα κατάμεστο Ηρώδειο, με την ορχήστρα και τη χορωδία της Λυρικής Σκηνής, τους Ελληνες και ξένους καλλιτέχνες, που προσφέρθηκαν αφιλοκερδώς, υπό τη διεύθυνση του Λουκά Καρυτινού και τη Μαρία Ναυπλιώτου να προλογίζει. «Και θα λάβουνε τα όνειρα εκδίκηση», που λέει κι ο ποιητής.</p>
<p>ΚΑΙ… Δεν χρειαζόταν να έρθει εδώ η Lady Gaga. Την αντιγράφουν οι δικές μας κι από μακριά.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><em><strong>dghionis@otenet.gr</strong></em></p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&nbsp;</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://archive.efsyn.gr/?feed=rss2&#038;p=238448</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
	</channel>
</rss>
