<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?>
<rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>Εφημερίδα των Συντακτών &#187; ΤΑ ΧΕΙΡΟΠΟΙΗΤΑ</title>
	<atom:link href="https://archive.efsyn.gr/?cat=26541&#038;feed=rss2" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://archive.efsyn.gr</link>
	<description>online έκδοση</description>
	<lastBuildDate>Wed, 12 Nov 2014 13:50:29 +0000</lastBuildDate>
	<language>el</language>
		<sy:updatePeriod>hourly</sy:updatePeriod>
		<sy:updateFrequency>1</sy:updateFrequency>
	<generator>https://wordpress.org/?v=3.9.25</generator>
	<item>
		<title>&#8230;Υστερα ήρθε ο Νοέμβρης</title>
		<link>https://archive.efsyn.gr/?p=142143&#038;utm_source=rss&#038;utm_medium=rss&#038;utm_campaign=%25cf%2585%25cf%2583%25cf%2584%25ce%25b5%25cf%2581%25ce%25b1-%25ce%25ae%25cf%2581%25ce%25b8%25ce%25b5-%25ce%25bf-%25ce%25bd%25ce%25bf%25ce%25ad%25ce%25bc%25ce%25b2%25cf%2581%25ce%25b7%25cf%2582</link>
		<comments>https://archive.efsyn.gr/?p=142143#comments</comments>
		<pubDate>Sun, 03 Nov 2013 12:29:56 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[ART]]></category>
		<category><![CDATA[ΘΕΜΑΤΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΤΑ ΧΕΙΡΟΠΟΙΗΤΑ]]></category>
		<category><![CDATA[γιαννης ξανθουλης]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://archive.efsyn.gr/?p=142143</guid>
		<description><![CDATA[Του Γιάννη Ξανθούλη &#160; &#8230;Είναι Νοέμβρης, έστω κι αν κάποια μαγιό ξεχασμένα απόμειναν στις κρεμάστρες των πίσω μπαλκονιών. Για τον γράφοντα ο Νοέμβρης ήταν πάντα ο πιο καθοριστικός μήνας για αλλαγές, για αποφάσεις ή ακόμη και για αναχωρήσεις (συμπτωματικά), όταν δηλαδή ξεκίνησαν τα μεγάλα ταξίδια των δικών μου. Ομως είναι, εξακολουθεί να είναι, ο αγαπημένος [&#038;hellip]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p><strong>Του Γιάννη Ξανθούλη</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&#8230;Είναι Νοέμβρης, έστω κι αν κάποια μαγιό ξεχασμένα απόμειναν στις κρεμάστρες των πίσω μπαλκονιών. Για τον γράφοντα ο Νοέμβρης ήταν πάντα ο πιο καθοριστικός μήνας για αλλαγές, για αποφάσεις ή ακόμη και για αναχωρήσεις (συμπτωματικά), όταν δηλαδή ξεκίνησαν τα μεγάλα ταξίδια των δικών μου. Ομως είναι, εξακολουθεί να είναι, ο αγαπημένος μου μήνας. Ισως γιατί ουσιαστικά, τον Νοέμβρη ο καιρός αποφασίζει να ξαποστείλει στον ουρανό τη μεγάλη καλή κολεξιόν από σύννεφα στις αποχρώσεις που αγαπούσε κάποτε κι ο Βρετανός ζωγράφος Τέρνερ. Ετσι δεν χρειάζεται κι ούτε μπορώ πια να κάνω εικαστικού ερείσματος ταξίδια για τόσο πολυτελείς λόγους. Πέρασε αρκετός καιρός από τότε, που λάτρευα τα αεροδρόμια ένθεν και ένθεν του Ατλαντικού. Σήμερα όλα αυτά δεν έχουν καμιά σημασία&#8230; ΟΜΩΣ κάνοντας μια εκ των έσω αναδρομή βλέπω καθαρά όλα όσα μου καταστάλαξε ο Νοέμβρης σαν ειρωνική ευλογία – παρακαταθήκη. Γι΄ αυτό και μιλώ για τον Νοέμβρη σαν να μιλούσα σ΄ έναν φίλο με συγκρατημένα πάντως συναισθήματα. Μια φιλία που, τώρα που το σκέφτομαι, ανακαλύπτω πως αρχίζει από πολύ παλιά.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>● Νοέμβρης, λοιπόν, ήταν μια βρεγμένη επαρχιακή όμορφη αυλή με κίτρινα λιγοστά φύλλα συκιάς εκεί στον φράχτη. Τα σύκα της δεν ωρίμαζαν ποτέ. Πέθαιναν φαρμακωμένα απ΄ το ίδιο τους το γάλα. Ομως δεν μ΄ ένοιαζε. Μου αρκούσε να βλέπω τα απογεύματα τον κορμό της, σαν πόδι ελέφαντα, να απολαμβάνει την υγρασία.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>● Νοέμβρης ήταν η προσμονή της γιορτής των Αρχαγγέλων, στις 8 του μήνα, για να στείλουμε τέσσερις τουλάχιστον μεγάλες ανθοδέσμες με λευκά χρυσαφιά και κίτρινα λαχανόσχημα χρυσάνθεμα σε εορτάζοντες που έπαψαν από χρόνια να δέχονται ευχές&#8230;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>● Νοέμβρης ήταν τα θλιβερά δειλινά που ανάβαμε νωρίτερα το ηλεκτρικό στη μισοσκότεινη τραπεζαρία που μύριζε σπανακόπιτα από τη χθεσινή μέρα. Κι εγώ, άκεφος, μπροστά στα βιβλία των αρχαίων ημών προγόνων που μου φάνταζαν άκαμπτοι κι απαξιωτικοί σε όσους έπλητταν με το κύρος των απαρεμφάτων τους&#8230;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>● Νοέμβρης ήταν η βασανιστική αναμονή του Δεκέμβρη που στην πραγματικότητα ήθελα να καθυστερήσει τον ερχομό του για να ΄χω άλλοθι μια προσμονή στο εξαίσιο τίποτα που κάποτε θα έφτανε με επώδυνη γιορταστική αφέλεια. Δηλαδή όπως πάντα&#8230;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>● Νοέμβρης ήταν μια ζεστή, θανατηφόρα ζεστή, κατσαρόλα ρεντιστό κυδώνι, γαρνιρισμένο με θρύμματα κανέλας και φύλλα φρέσκιας αρμπαρόριζας (στη Θράκη την αρμπαρόριζα την ονομάζουν και «δενδρισάκι»). Παραδίπλα, σε άλλο σκεύος αγωνιζόταν να «δέσει» σωστά ο πελτές του κυδωνιού, διάφανος και χρωματισμένος σαν βιτρό γοτθικού παραμυθιού.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>● Νοέμβρης ήταν το χρυσό πολύτιμο φως του απογεύματος μιας καθημερινής που η μητέρα με την κυρα-Μαρίκα την χοντρή, που τη βοηθούσε, μάζευε νωπή ακόμη την μπουγάδα απ΄ τον φόβο μιας ξαφνικής βροχής. Επειτα ερχόταν με επιθανάτια έπαρση το σούρουπο μα ευτυχώς δεν αργούσε να βραδιάσει.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>● Νοέμβρης, αργότερα κι αφού είχαν μεσολαβήσει περιπετειώδεις δεκαετίες, ήταν διάφοροι επέτειοι σε μια Αθήνα διαφορετική απ΄ αυτή που περπατάμε σήμερα. Νοέμβρη άναβαν και τα φώτα στα θέατρα που έπαιζαν τα γελαστικά μου έργα που τώρα καταλαβαίνω ότι αποτελούσαν μέρος ενός ασυνείδητου σαμποτάζ στη μελαγχολική μου περσόνα αλλά και κατά της σοβαροφάνειας που σήμερα άλωσε εντελώς τα μετέωρα ήθη μας.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>● Νοέμβρης ήταν οι μέρες που αγαπούσα όταν ταξίδευα συχνά στη Νέα Υόρκη, τον καιρό που με ξετρέλαινε ν΄ ακολουθώ τα ίχνη των νεοϋορκέζικων εμμονών του Γούντι Αλεν (προτού ξεκινήσει η ευρωπάθειά του) και της ενδιαφέρουσας φθοράς της Ντόροθι Πάρκερ και άλλων μακρινών σκιών και φαντασμάτων θρεμμένων με πρωτεϊνούχα δράματα και ξεκαρδιστικές ιστορίες.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>● Νοέμβρης ήταν που με κάλεσαν στην «Εφημερίδα των Συντακτών» να μεταφέρω πάνω-κάτω με τα ίδια πολύ προσωπικά κλισέ τα «Σαββατιάτικα» της παλιάς «Ελευθεροτυπίας». Κι έτσι συμπληρώθηκε, ζωή να ΄χουμε, ένας χρόνος με τα «Χειροποίητα» και όλα όσα καλά γνωρίζουν οι αναγνώστες. Στο μεταξύ η εφημερίδα προχώρησε δυναμικά χάρη στον μόχθο και την ακούραστη συνέπεια των ανθρώπων της. Της εύχομαι τα καλύτερα και όπως λέγαμε και παλιά «Η Δημοκρατία θα νικήσει». Ποτέ δεν είναι αργά&#8230;</p>
<p>&nbsp;</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://archive.efsyn.gr/?feed=rss2&#038;p=142143</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Η ασέβεια ενός ερωτικού σαμποτάζ</title>
		<link>https://archive.efsyn.gr/?p=138632&#038;utm_source=rss&#038;utm_medium=rss&#038;utm_campaign=%25ce%25b7-%25ce%25b1%25cf%2583%25ce%25ad%25ce%25b2%25ce%25b5%25ce%25b9%25ce%25b1-%25ce%25b5%25ce%25bd%25cf%258c%25cf%2582-%25ce%25b5%25cf%2581%25cf%2589%25cf%2584%25ce%25b9%25ce%25ba%25ce%25bf%25cf%258d-%25cf%2583%25ce%25b1%25ce%25bc%25cf%2580%25ce%25bf%25cf%2584%25ce%25ac%25ce%25b6</link>
		<comments>https://archive.efsyn.gr/?p=138632#comments</comments>
		<pubDate>Sun, 27 Oct 2013 12:56:25 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[ΤΑ ΧΕΙΡΟΠΟΙΗΤΑ]]></category>
		<category><![CDATA[γιαννης ξανθουλης]]></category>
		<category><![CDATA[Η ασέβεια ενός ερωτικού σαμποτάζ]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://archive.efsyn.gr/?p=138632</guid>
		<description><![CDATA[Του Γιάννη Ξανθούλη &#160; &#8230; «Θέλω ρούμπα να χορεύω, με τον νου να ταξιδεύω&#8230; να πηγαίνω σε άλλα μέρη&#8230;» έλεγε ένα παλιό ασματίδιο και το θυμήθηκα τώρα εκτός ρούμπας κι έξω από οποιαδήποτε χορογραφία. Απλά «θέλω με τον νου να ταξιδεύω» κι όταν υπάρχει δυνατότητα το ταξίδι να αποκτά σάρκα. Μεταξύ ρούμπας λοιπόν και αμηχανίας [&#038;hellip]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p><strong>Του Γιάννη Ξανθούλη</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&#8230; «Θέλω ρούμπα να χορεύω, με τον νου να ταξιδεύω&#8230; να πηγαίνω σε άλλα μέρη&#8230;» έλεγε ένα παλιό ασματίδιο και το θυμήθηκα τώρα εκτός ρούμπας κι έξω από οποιαδήποτε χορογραφία. Απλά «θέλω με τον νου να ταξιδεύω» κι όταν υπάρχει δυνατότητα το ταξίδι να αποκτά σάρκα. Μεταξύ ρούμπας λοιπόν και αμηχανίας αποφάσισα να γράφω ένα βιβλίο χωρίς τέλος, πλην του δικού μου. Δηλαδή να επανέρχομαι με πρόσθετες, ας πούμε, προσωπικές ημερολογιακές σελίδες που θα συνοδεύουν εκείνες που προηγήθηκαν. Κάτι σαν ιαματική απόδραση. Το 2008 κυκλοφόρησε ένα βιβλίο μου (ενταγμένο σε μια ξεχωριστή σειρά των εκδόσεων «Μεταίχμιο») «Κωνσταντινούπολη των ασεβών μου φόβων». Κανονική αυτοβιογραφική περιήγηση σε μια πόλη (&#8230;την Πόλη) που εδώ και αρκετά χρόνια απολαμβάνω να την ανακαλύπτω μεθοδικά. Δηλαδή περπατώντας, μιλώντας τούρκικα και γενικά ανιχνεύοντας το φαινομενικά επουσιώδες. Το πρώτο βιβλίο, με εξώφυλλο «τελάκηδες» ενός χαμάμ (φωτογραφία του Νίκου Πηλού) είχε ήδη διαγράψει την τροχιά του όταν μου γεννήθηκε η επιθυμία να συνεχίσω να γράφω με λοξή, πάλι, παρατήρηση το ίδιο θέμα: Την Κωνσταντινούπολη και την περιρρέουσα ασέβειά της σε κάθε λογική «τουριστική» εκδοχή της. Ενα είδος ερωτικού σαμποτάζ αφού ο έρωτας για την Πόλη δεν νομίζω να τελειώσει πριν τον θάνατό μου.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Ετσι μπήκα στη νέα διαδικασία της συνέχειας κι έτσι έφυγε το τελευταίο καλοκαίρι. Στα μέσα του Νοέμβρη η «Κωνσταντινούπολη των ασεβών μου φόβων» με το πρώτο και το δεύτερο μέρος θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις «ΔΙΟΠΤΡΑ». Μάλιστα, γράφοντας μ΄ έπιασε ύστερα από απραξία δεκαετιών, ο ζωγραφικός μου οίστρος και πρόσθεσα (σαν επιπλέον ημερολόγιο εργασίας) κι ένα 16σέλιδο με ζωγραφιές σχετικές με το θέμα. Το εξώφυλλο τώρα είναι μισό φωτογραφία και μισό ζωγραφιά, εμπνευσμένο από την ταινία «Uzak» (Μακριά) του Νουρί Μπιλγκέ Τσεϊλάν (2002). Κι επειδή στα δάχτυλα έχω ακόμη μελάνια, να ένα μικρό απόσπασμα από τη νεόκοπη συνέχεια των «ασεβών μου φόβων».</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>«Εξαλλος ο τόσο διαφορετικός δόκτορας Φερχάν από αυτόν που με »ξεναγούσε» το 2008, δεν έβαζε χαλινάρι στη γλώσσα του, λες και έπρεπε να κατηχηθώ για την πολιτική της Τουρκίας όπως την αντιλαμβανόταν ο ίδιος. Οχι ότι είχε και τόσο άδικο αλλά με ενοχλούσε ο στριγκός τόνος της φωνής του.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>»Φυσικά θέλετε να με ρωτήσετε γιατί δεν βγήκα στο Ταξίμ να καταπιώ δακρυγόνα όπως οι άλλοι».</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>»Δεν θα σας ρωτήσω&#8230;»</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>»Να με ρωτήσετε. Δικαιούστε να με ρωτήσετε αλλά προτιμώ να σας απαντήσω πρώτα. Γιατί έχω την ελεεινότερη άποψη για επαναστάσεις και ξεσηκώματα εφόσον δεν πέφτει μαχαίρι. Χωρίς μαχαίρι και ζεστό αίμα τζάμπα λόγια, κύριε, που όλο ξεχνώ το όνομά σας&#8230; Ναι, ναι, μη μου σηκώνετε εμένα το φρύδι σας&#8230; γιατί εγώ είμαι Τούρκος πιο κοντά ηλικιακά στους Τούρκους που τους φοβόταν η Αναγέννηση, ο Διαφωτισμός και το κακό συναπάντημά σας&#8230;»</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>»Μα τι λέτε&#8230;» τόλμησα να πω.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>»Είμαι Τούρ-κος» αναφώνησε με μια παρωδία σι μπε μολ στις τεντωμένες φωνητικές του χορδές.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Επειτα σα να κατάλαβε πως ήμουν έτοιμος να βάλω τα γέλια&#8230; φρόντισε να ξεκαρδιστεί ο ίδιος.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>»Ελπίζω να μην τρομάξατε αλλά, ναι, είμαι Τούρκος ενώ εσείς, το ξέρω από μακρινά ρωμέικα σόγια μου, γίνεστε »τούρκοι» κατ' ευφημισμό. Λοιπόν, πάει τέλειωσε. Να καταλάβετε πως αυτή τη στιγμή ζείτε σε έναν αναδρομικό μεσαίωνα κολλημένο στην Ευρώπη, δηλαδή αν εσείς η Ελλάς είστε όντως Ευρώπη. Για τους βούλγαρους αρνούμαι να συζητήσω&#8230; Θα σας προσφέρω τσάι και βυσσινάδα&#8230; Επιτρέψτε μου».</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Εκανε μια ιπποτική υπόκλιση κι εξαφανίστηκε σε ένα θεοσκότεινο διάδρομο περισσότερο σκοτεινό από το σαλόνι που το φώτιζαν φώτα στο χρώμα του χαλκού. Ο δόκτορ Φερχάν ξέχασε για την επόμενη μιάμιση ώρα τον υστερικό εαυτό του κι άρχισε να μου εξηγεί πόσο εκούσιος και συνειδητός είναι ο εγκλεισμός του στο σπίτι του Μπεσίκτας.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Ο Ερντογάν πηγαινοερχόταν βέβαια στην κουβέντα ανάμεσα στα άλλα παράδοξα που τον απασχολούσαν και μου τα εκμυστηρευόταν περίπου ως κρατικά επτασφράγιστα μυστικά.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>»Μμμ&#8230; κατάλαβα. Συνεχίζετε να εφευρίσκετε αφορμές. Αλλαξαν τρομακτικά τα πράγματα στην Πόλη από το 2008. Το μόνο βέβαιο είναι πως και τότε και τώρα είμαστε κανονικό αστυνομικό κράτος με κάθε είδους υπέρβαση&#8230; Ομως να που γίναμε ο πιο δημοφιλής τουριστικός προορισμός. Είμαστε φτηνοί και καλοί όπως το&#8230; masturbasyon δηλαδή το Οτούζ μπιρ».</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Ξαναγέλασε κι έτρεξε να μου φέρει και δεύτερο τσάι. Στο δεύτερο τσάι ήμασταν πιο χαλαρωμένοι, αν και δεν έχανε ευκαιρία να ελεεινολογήσει την κυβέρνηση που με άλλοθι τους παραδείσους των »ντιντάρ» του Ισλάμ και ποιος ξέρει τι »πάρε-δώσε» (αλισβερίς) με θεάρεστες εργολαβίες είχε καλοδεχτεί τα πλοκάμια ενός πολύπλοκου θρησκευτικού σταρ&#8230;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Του ονομαστού Φατουλάχ Γκιουλέν! Κάτι είχα ακούσει για τον ηλικιωμένο αρχηγό της θρησκευτικής σέχτας των Νουρ (Νουρ θα πει&#8230; φως) που διαθέτει τεράστια περιουσία -χωμένος σε Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, Εκπαίδευση και Εταιρίες- μεγάλο δίκτυο στελεχών που βρίσκονται εν δυνάμει στην Τουρκία και σε άλλες χώρες ενώ η αφεντιά του ζει στην Πενσιλβάνια των ΗΠΑ. Από κει συντονίζει τη δράση του και στην ουσία κανείς με ακρίβεια δεν μπορεί να πει τι επιδιώκει.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>»Σκεφτείτε, πως κάνει ερμηνείες στις σούρες του Κορανίου μέσω Αμερικής&#8230; Δεν είναι τρελό; Ενας γεροαμερικανός Τούρκος να επηρεάζει τη ζωή μας και την πολιτική; Και μόνο που το σκέφτομαι».</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Είχε πια σκοτεινιάσει εντελώς. Ο οικοδεσπότης άναψε κάποιες λάμπες με βάσεις μεγάλα ασημένια παλιά κηροπήγια. Το σαλόνι έδειξε πιο άδειο από πριν.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>»&#8230;Δεν κρατώ πολλά πράγματα. Σχεδόν πέταξα τα πάντα από το ένδοξο παρελθόν της οικογένειάς μου. Τελευταία ξαπόστειλα ένα πιάνο με ουρά και καμιά τριανταριά ποντικούς εντός του με ακόμη μεγαλύτερες ουρές. Πέντε φορές ήρθαν για να απολυμάνουν. Τώρα απόμεινε αυτό το χαλί μπροστά μας&#8230; Δεν είναι όμορφο;».</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Ηταν όμορφο και τεράστιο που κυριαρχούσαν το γκρι-παστέλ, το πράσινο του αμύγδαλου και το σκοτωμένο ροδί&#8230;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>»Σκοτωμένα χρώματα&#8230;» με πρόλαβε ο Φερχάν. »Και πώς να μην είναι σκοτωμένα αφού πάνω του ακριβώς στο μέσον του σκότωσαν δύο αδέρφια αξιωματικούς»».</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Και τα λοιπά&#8230; και τα λοιπά. Υγεία να έχουμε.</p>
<p>&nbsp;</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://archive.efsyn.gr/?feed=rss2&#038;p=138632</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>H θεωρία των&#8230; Ακρων, Ιλιον, Κρυστάλ</title>
		<link>https://archive.efsyn.gr/?p=135387&#038;utm_source=rss&#038;utm_medium=rss&#038;utm_campaign=h-%25ce%25b8%25ce%25b5%25cf%2589%25cf%2581%25ce%25af%25ce%25b1-%25cf%2584%25cf%2589%25ce%25bd-%25ce%25b1%25ce%25ba%25cf%2581%25cf%2589%25ce%25bd-%25ce%25b9%25ce%25bb%25ce%25b9%25ce%25bf%25ce%25bd-%25ce%25ba%25cf%2581%25cf%2585%25cf%2583%25cf%2584%25ce%25ac%25ce%25bb</link>
		<comments>https://archive.efsyn.gr/?p=135387#comments</comments>
		<pubDate>Sun, 20 Oct 2013 11:30:53 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[ART]]></category>
		<category><![CDATA[ΘΕΜΑΤΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΤΑ ΧΕΙΡΟΠΟΙΗΤΑ]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://archive.efsyn.gr/?p=135387</guid>
		<description><![CDATA[Του Γιάννη Ξανθούλη &#160; Αλλη φορά περίμενα σαν τρελός να μπει ο Οκτώβρης για να χωθώ στους κινηματογράφους, έστω κι αν μοσχοβολούσαν κλεισούρα. Πάει καιρός, ίσως φταίνε και τα dvd που η ανυπομονησία μου ατόνησε αισθητά, άλλαξαν στην πόλη και πάρα πάρα πολλά πράγματα. Κάποτε το «Παλλάς» εκτός από «μιούζικαλ» (με τους ίδιους και τους [&#038;hellip]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p><strong>Του Γιάννη Ξανθούλη</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Αλλη φορά περίμενα σαν τρελός να μπει ο Οκτώβρης για να χωθώ στους κινηματογράφους, έστω κι αν μοσχοβολούσαν κλεισούρα. Πάει καιρός, ίσως φταίνε και τα dvd που η ανυπομονησία μου ατόνησε αισθητά, άλλαξαν στην πόλη και πάρα πάρα πολλά πράγματα. Κάποτε το «Παλλάς» εκτός από «μιούζικαλ» (με τους ίδιους και τους ίδιους) πρόβαλλε ΚΑΙ ταινίες. Το λιοντάρι της «Μέτρο Γκόλντουιν Μάγερ» με καλωσόριζε μ' ένα φιλικό μουγκρητό και η ζωή έδειχνε ωραία.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Αλλά και οι προβολές ξεκινούν πια αργά. Ανέκαθεν προτιμούσα τις απογευματινές και προαπογευματινές προβολές. Πιο παλιά, ως ασυγκράτητος πήγαινα στον «Ορφέα» της Σταδίου (ναι, εκεί που είναι σήμερα η «Στοά του βιβλίου») στις δέκα το πρωί, για να συνεχίσω λίγο αργότερα με κάποια άλλη ταινία. Γιατί σ' εκείνο το απροσδιόριστα ευτυχές ΤΟΤΕ, υπήρχαν ΚΑΙ πρωινές προβολές, με φανατικό κοινό. Αυτά τώρα πέρασαν, έσβησαν μάλλον οριστικά, ο κόσμος τρέχει καλωδιωμένος να χωθεί στο σπίτι του ανασφαλής, οι νέοι, που δεν υποψιάζονται ότι ζουν ζωή γερόντων, τρέχουν να πιάσουν θέση στα καφέ-μπαρ στιγματισμένοι με αρτ-νουβό συνήθως τατουάζ (άντε να δω τι θα τα κάνουν τον χειμώνα). Τέλος πάντων ο πλανήτης Αθήνα έκανε τούμπα προς κάτι που αδυνατώ να προσδιορίσω. Μόνο τα θέατρα συνωστίζουν τις παραστάσεις τους, μπήκαν σφήνα και τα «Δευτερότριτα», με την ελπίδα να διασκεδάσουν την παλιοκατάσταση. Κάποιοι θα πάνε στο θέατρο, κάποιοι θα το προγραμματίσουν, αλλά στο τέλος θα βαρεθούν και θα προτιμήσουν το μέτριο φαγάδικο ή κάτι άλλο προσιτά οικονομικό για σαρκοφάγους. Οι εξαιρέσεις των σινεφίλ δεν υπολογίζονται όσο παρήγορες κι αν είναι. Κι έτσι μπήκαμε στη χειμερινή σεζόν με κοντομάνικα, με γνήσιο τηλεοπτικό ήθος, με τα πολυδιαφημισμένα επιτεύγματα της τεχνολογίας της απομόνωσης και φυσικά με το καυτό ερώτημα των&#8230; άκρων, της ακράτειας, της ακρότητας και της ακρίδας, που όπου πέσει καταστρέφει τα πάντα, φιλότιμα και συστηματικά.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Βέβαια κυκλοφορούν πολύ μεγαλύτερα προβλήματα απ' αυτά που αναφέρω, όμως δεν μπορώ να παραβλέψω το δραματικό γεγονός πως ένα από τα πλέον αξιόλογα και θαυμαστά τετράγωνα του αθηναϊκού κέντρου απαξιώθηκε εντελώς. Και μιλώ για τη μεταξύ Κλαυθμώνος και Χρήστου Λαδά απόσταση, επί της οδού Σταδίου, εκεί που αν ήμουν ο Γκάτσος θα έλεγα ότι άνθιζε «φλισκούνι κι άγρια μέντα». Επειδή όμως ΔΕΝ είμαι, θεωρώ τραγικά τα κουφάρια κινηματογράφων σαν το «Αττικόν» και τον «Απόλλωνα», θύματα του παραλογισμού της εποχής. Για τους νεκρούς της Marfin ας τα πουν άλλοι, πιο ειδικοί στη δικολαβία και στον στρουθοκαμηλισμό. ΟΜΩΣ τι κρίμα, οι κινηματογράφοι αυτοί, αληθινή παρηγοριά άλλων ημερών, να μην έχουν βρει ακόμη τον μάγο επιχειρηματία (και ευεργέτη να τον πούμε δεν θα πέσουμε έξω) που θα τους ξαναζωντανέψει. Δυστυχώς οι «έχοντες» φαίνεται ότι προτιμούν να επενδύουν στην ατμόσφαιρα και στις αναθυμιάσεις των ποδοσφαιρικών αποδυτηρίων κι ό,τι αυτό σημαίνει, κι όχι στη γοητεία και τον πολιτισμό του σελιλόιντ.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Μου αρέσει που τα τουριστικά λεωφορεία βολτάρουν μπροστά από το θλιβερό τετράγωνο των ερειπίων, των δολοφονημένων, των ατιμώρητων και απορώ τι ακριβώς διηγούνται οι ξεναγοί στους φιλομαθείς πελάτες τους&#8230; Πάλι καλά που υπάρχει σώος ο «Ιανός» -πλήρωσε κι αυτός μπόλικες σπασμένες βιτρίνες- να ρίχνει λίγο φως στα πεζοδρόμια και στα πέριξ τα «στολισμένα» με αγωνιστικές εξυπνάδες τύπου «Θάνατος στον πολιτισμό» κ.λπ.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Ο «Ιανός» του Νίκου Καρατζά στέκει ανάμεσα στα κουφάρια του «Ακρον», του εμβληματικού καταστήματος ειδών σπιτιού το πάλαι, συγγενεύει με το καρβουνιασμένο βιβλιοπωλείο-μνημείο «Κάουφμαν» και λίγα μέτρα πιο πέρα σκοτεινό, βρομερό ως δημόσιο πλέον ουρητήριο, στέκει το ξενοδοχείο «Εσπέρια», κανονικό πια νεκροταφείο αναμνήσεων&#8230; Μπροστά στο «Εσπέρια» τον Ιούλιο του 1965 σκοτώθηκε ο Σωτήρης Πέτρουλας. Ομως η μπρούντζινη πλακέτα που είχε στηθεί για να θυμίζει την αποφράδα εκείνη μέρα&#8230; θεωρήθηκε πολύτιμη για «συλλέκτες» ημιπολύτιμων μετάλλων (ΕΔΩ η σιωπή είναι χρυσός&#8230;) και έκανε φτερά.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Στο ξενοδοχείο «Εσπέρια» έμενε, όταν επισκεφτόταν την Αθήνα, και ο σκηνοθέτης Ελία Καζάν.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Το «Ακρον», όπως και τα υπόλοιπα πτώματα των κτιρίων, δεν θυμίζει τίποτα απ' την παλιά του αίγλη. Στην είσοδό του κατά καιρούς ζητιανεύει μία ξανθιά με απλανές επαγγελματικό βλέμμα, ενώ τα βράδια κοιμούνται άστεγοι, αδιάφοροι για τα φαντάσματα ακριβής πορσελάνης που πιθανότατα κυκλοφορούν εκεί μετά τα μεσάνυχτα.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Ευτυχώς στη μικρή πλατεία του Αϊ-Γιώργη Καρύτση και στους δρόμους τριγύρω υπάρχει νυχτερινή ζωή με μπιστρό και μπιραρίες.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Οσο για τη θεωρία των «Ακρων, Ιλιον, Κρυστάλ» μόνο εύθραυστες συνειδήσεις μπορούν να δώσουν κάποιες απαντήσεις, αν και πολύ αμφιβάλλω ότι μπορούν πια να καλύψουν πλήρως τα κομματικά λύματα που προτάσσονται ως επίκαιρο αναλώσιμο ήθος.</p>
<p>&nbsp;</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://archive.efsyn.gr/?feed=rss2&#038;p=135387</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Τι είκοσι εφτά, τι τριάντα, τι εβδομήντα&#8230;</title>
		<link>https://archive.efsyn.gr/?p=131312&#038;utm_source=rss&#038;utm_medium=rss&#038;utm_campaign=%25cf%2584%25ce%25b9-%25ce%25b5%25ce%25af%25ce%25ba%25ce%25bf%25cf%2583%25ce%25b9-%25ce%25b5%25cf%2586%25cf%2584%25ce%25ac-%25cf%2584%25ce%25b9-%25cf%2584%25cf%2581%25ce%25b9%25ce%25ac%25ce%25bd%25cf%2584%25ce%25b1-%25cf%2584%25ce%25b9-%25ce%25b5%25ce%25b2%25ce%25b4%25ce%25bf%25ce%25bc%25ce%25ae%25ce%25bd%25cf%2584%25ce%25b1</link>
		<comments>https://archive.efsyn.gr/?p=131312#comments</comments>
		<pubDate>Sun, 13 Oct 2013 11:29:18 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[ART]]></category>
		<category><![CDATA[ΘΕΜΑΤΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΤΑ ΧΕΙΡΟΠΟΙΗΤΑ]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://archive.efsyn.gr/?p=131312</guid>
		<description><![CDATA[Του Γιάννη Ξανθούλη &#160; &#8230;Τριάντα μαθητές ανά τάξη&#8230; αντί είκοσι εφτά που είναι το σωστό όριο! Στα δημόσια βέβαια σχολεία, που συχνά το «μηδέν εις το πηλίκον» σχολιάζεται ποικιλοτρόπως κατά πόσο είναι τόσο ΜΗΔΕΝ. Τέλος πάντων, μες στην απόλυτη σύγχυση των ημερών, κάπου διάβαζα για την παραβίαση του ορίου των είκοσι εφτά μαθητών σε κάθε [&#038;hellip]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p><strong>Του Γιάννη Ξανθούλη</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&#8230;Τριάντα μαθητές ανά τάξη&#8230; αντί είκοσι εφτά που είναι το σωστό όριο! Στα δημόσια βέβαια σχολεία, που συχνά το «μηδέν εις το πηλίκον» σχολιάζεται ποικιλοτρόπως κατά πόσο είναι τόσο ΜΗΔΕΝ. Τέλος πάντων, μες στην απόλυτη σύγχυση των ημερών, κάπου διάβαζα για την παραβίαση του ορίου των είκοσι εφτά μαθητών σε κάθε τάξη&#8230; για να είναι τάξη. Και αναλογίστηκα μια παλιά, προ μισού και πλέον αιώνα τάξη, όταν μαθητής της πρώτης Γυμνασίου, φορώντας ένα περίεργο πηλήκιο με την εμβληματική κουκουβάγια της σοφίας στο καλοκουρεμένο κεφάλι μου, αποτελούσα μέλος μιας τάξης με εβδομήντα μόνο μαθητές!</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Στην πρώτη τάξη, στο σχολείο της επαρχίας όπου ζούσα, υπήρχαν κι άλλα τμήματα, όμως εγώ θα πρέπει να βρισκόμουν στο μεγαλύτερο και ζωηρότερο.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Θυμάμαι την ελάχιστη χαρά και την απέραντη φρίκη που ένιωσα μπαίνοντας σε κείνη την απαίσια αίθουσα, που έφερε το ακόμη απαισιότερο όνομα «παράρτημα». Τέτοιο καιρό, με περισσότερο φθινοπωρινό στίγμα λόγω βόρειου προσανατολισμού, στριμώχτηκα με τρεις ή και τέσσερις συμμαθητές στο καταξεφλουδισμένο από την πολυχρησία θρανίο. Μερικά παιδιά γνωριζόμασταν απ' το «πρότυπο» δημοτικό που πηγαίναμε και που βρισκόταν στην ίδια μεγάλη πλατεία. Σ' αυτόν τον περιφραγμένο χώρο βρισκόταν η μητροπολιτική εκκλησία, η μητρόπολη με τον δεσπότη, το Δημοτικό, το βασικό κτίριο του Γυμνασίου και το&#8230; παράρτημα. Σαν μαθητές του δημοτικού, θαυμάζαμε τις κοπέλες και τους έφηβους μαθητές του γυμνασίου, ΑΛΛΑ δεν μπορούσαμε να διανοηθούμε το τι συνέβαινε εντός κάποιων αχανών αιθουσών, όπως αυτή που με έριξαν για να μορφωθώ. ΤΟΤΕ αγνοούσα τη λέξη «μόρφωμα» που τόσο συχνά ακούγεται σήμερα, όμως μάλλον είμαι σίγουρος πως η τάξη που περιγράφω είχε όλα τα προσόντα ενός αξιοπερίεργου μορφώματος. Βέβαια, με τη διαρκή επανάληψη της λέξης «μόρφωμα» ήδη οι κασιδιαραίοι και οι ουρανίτσες θα αισθάνονται τέρατα μορφώσεως. Και με το δίκιο τους&#8230;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Ηταν λοιπόν φθινόπωρο του 1959 που πήρα την άγρια κρυάδα σε κείνο το «παράρτημα». Η εφηβεία δεν μου είχε ακόμη χτυπήσει το τζάμι (συνήθως το τζάμι της τουαλέτας χτυπά πρώτα) αλλά καταλάβαινα πολύ καλά τα ορμονικά επιθετικά δράματα που παίζονταν (το ρήμα στην κυριολεξία του) στα πίσω θρανία της αίθουσας-χάος. Γιατί; Γιατί εκεί ζούσε το γκρουπ των στάσιμων μαθητών, δηλαδή όσων έχαναν χρονιές και τους είχε πετύχει όχι μόνο η εφηβεία αλλά προφανώς και το γήρας. Μαντράχαλοι με όλο τους το μεγαλείο, αξύριστοι, καπνίζοντες, γκομενίζοντες με οτιδήποτε θηλυκό, ακόμη και με κάμπια, και, το βασικότερο, άκρως μελετηροί σε παραλλαγές της Παλαιάς Διαθήκης, του στιλ «Αυναάν εγέννησε αυναάν» κ.λπ. Ολα αυτά τα ωραία εντός της αίθουσας, με καθηγητές να ωρύονται, να χειροδικούν, με καθηγήτριες να ουρλιάζουν πως ΚΑΝΕΝΑΣ δεν θα πάρει βαθμό πάνω από τη βάση και δύσμοιρους γυμναστές καθηγητές να αγωνίζονται να μας πείσουν πόσο χρήσιμη, εφόσον γίνεται σωστά, είναι η&#8230; σουηδική γυμναστική!</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Αθλιες μέρες, χωρίς την παραμικρή ελπίδα διαφυγής, με απαγορεύσεις φριχτές, όπως η παρακολούθηση ταινιών, το ωράριο κυκλοφορίας μας περιορισμένο και επιβεβλημένοι χαιρετισμοί προς τους διδάσκοντες, με το πηλήκιο να ανεβοκατεβαίνει, κι άλλες αηδίες που τότε τις εκλάμβανα σαν αναπόφευκτη δυστυχία. Εβδομήντα στην τάξη αυτή&#8230; είκοσι εφτά ή τριάντα σ' έναν αχταρμά γνώσης και προσπάθειας να κατανοήσουμε τη μορφωτική συμπαιγνία εις βάρος μας. Είχα ακουστά πως στην Αθήνα (πάντα ήμουν μανιακός αθηνολάτρης λόγω των θεάτρων κυρίως) βρισκόταν σχολεία και κολέγια που οι μαθητές παρακολουθούσαν θεατρικές παραστάσεις. Εκαναν αθλήματα σε ειδικές αίθουσες, μάθαιναν γλώσσες για να γίνουν διπλωμάτες (κατά βάθος νόμιζα ότι οι διπλωμάτες έχουν διπλά μάτια, δηλαδή τέσσερα αντί για δύο) κι άλλα πολλά και θαυμαστά. Οσο για την περιβόητη σχολική ελευθερία, στην τρυφερή ηλικία των δώδεκα ετών και τριών μηνών μάλλον δεν μπορούσα να τη φανταστώ κάτι περισσότερο από το να βλέπω ασπρόμαυρες γκανγκστερικές ταινίες. Τι απέγιναν οι εβδομήντα μαθητές εκείνου του φθινοπώρου που υποτίθεται ότι αποτελούσαμε «τάξη»; Κάποιοι ίσως επέζησαν, κάποιοι ίσως συνέχισαν την παρερμηνεία της Παλαιάς Διαθήκης, επιτυχώς, κάποιοι άλλοι αφέθηκαν να χαθούν κρατώντας το μόνιμο στην τάξη άρωμα βρεγμένου σκύλου συν όλα τα άλλα για να έχουν ένα μέτρο οσφρητικής σύγκρισης στην παρά πέρα ζωή τους&#8230;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Κι όσο για τη χειροδικία των διδασκόντων (με τα εντελώς σπασμένα νεύρα και το παράπονο ότι τους άξιζε καλύτερη σαφώς μοίρα) ήρθε κι έδεσε χαρμόσυνα, αφού προτού μπει ο χειμώνας του 1959 προβλήθηκε (για μας απαγορευμένη πάντα) η ταινία «Το ξύλο βγήκε απ' τον Παράδεισο». Πρώτα αποστηθίσαμε απνευστί τα άσματα «Εχω ένα μυστικό» και «Νιάου νιάου βρε γατούλα» και όταν ήρθε το καλοκαίρι του 1960, σε θριαμβευτική επανάληψη, τρέξαμε να δούμε πόσο ευτυχισμένα, κακομαθημένα, πλούσια και χαριτωμένα κορίτσια φοιτούσαν στα αθηναϊκά κολέγια της φαντασίας μας&#8230; Τότε, λοιπόν, νιώσαμε πολλοί από μας μακρινοί συμμαθητές, όχι τόσο της Αλίκης, που έπαιζε τη Λίζα Παπασταύρου του Θεμιστοκλέους (βεβαίως, βεβαίως) όσο της αλησμόνητης Γιαδικιάρογλου. Καλή της ώρα. Προνομιούχος κι αυτή σε τάξη τριάντα το πολύ μαθητριών και μαθητών&#8230;</p>
<p>&nbsp;</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://archive.efsyn.gr/?feed=rss2&#038;p=131312</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Το κουρδιστό πορτοκάλι ξεκουρδίστηκε;</title>
		<link>https://archive.efsyn.gr/?p=127102&#038;utm_source=rss&#038;utm_medium=rss&#038;utm_campaign=%25cf%2584%25ce%25bf-%25ce%25ba%25ce%25bf%25cf%2585%25cf%2581%25ce%25b4%25ce%25b9%25cf%2583%25cf%2584%25cf%258c-%25cf%2580%25ce%25bf%25cf%2581%25cf%2584%25ce%25bf%25ce%25ba%25ce%25ac%25ce%25bb%25ce%25b9-%25ce%25be%25ce%25b5%25ce%25ba%25ce%25bf%25cf%2585%25cf%2581%25ce%25b4%25ce%25af%25cf%2583%25cf%2584%25ce%25b7%25ce%25ba</link>
		<comments>https://archive.efsyn.gr/?p=127102#comments</comments>
		<pubDate>Sun, 06 Oct 2013 12:00:25 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[ΤΑ ΧΕΙΡΟΠΟΙΗΤΑ]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://archive.efsyn.gr/?p=127102</guid>
		<description><![CDATA[Του Γιάννη Ξανθούλη &#160; Η νύχτα&#8230; Τι είναι η νύχτα εκτός από ασπρόμαυρη ταινία του Αντονιόνι, εκτός από τραγούδι του Ξαρχάκου σε στίχους Γκάτσου, εκτός από ποιητικό έρεισμα και αφορμή να ξεμουδιάσουν τα υπνωμένα μας ένστικτα, να βαρυστομαχιάσουμε ή να φάμε το «γιαουρτάκι» μετά τα δελτία ειδήσεων; Βεβαίως και υπάρχουν πολύ ονομαστές νύχτες, όπως εκείνη [&#038;hellip]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p><strong>Του Γιάννη Ξανθούλη</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Η νύχτα&#8230; Τι είναι η νύχτα εκτός από ασπρόμαυρη ταινία του Αντονιόνι, εκτός από τραγούδι του Ξαρχάκου σε στίχους Γκάτσου, εκτός από ποιητικό έρεισμα και αφορμή να ξεμουδιάσουν τα υπνωμένα μας ένστικτα, να βαρυστομαχιάσουμε ή να φάμε το «γιαουρτάκι» μετά τα δελτία ειδήσεων; Βεβαίως και υπάρχουν πολύ ονομαστές νύχτες, όπως εκείνη του&#8230; Αγίου Βαρθολομαίου, η νύχτα των «κρυστάλλων», η νύχτα των «μαχαιριών», το «Μακρύ ταξίδι της μέρας μέσα στη νύχτα» του Ο' Νιλ κι άλλες πολλές που θα χρειαζόμουν το εμβαδόν του Μεγάρου Μουσικής (και λοιπών αθλοπαιδιών) για να συμπεριλάβω τις καλύτερες μαζί με τις «βασίλισσές» τους, τους «άρχοντές» τους και τα υπόλοιπα κιμπαρλίκια. Εκείνο που ως αφελής ΔΕΝ κατάλαβα ποτέ είναι πόσο χρήσιμη και νομιμοποιημένη στη συνείδησή μας είναι η «νύχτα» σαν καταφύγιο ή άντρον και φυτώριο-θερμοκήπιο της χοντροκομμένης παραβατικότητας. Γιατί προφανώς ζωή χωρίς τη «νύχτα» που καταλαβαίνουμε ΟΛΟΙ θα μοιάζει με ισλαμικό χωριό στο Ιράν που μετά τη βραδινή προσευχή οι πιστοί πέφτουν στο κρεβάτι να ονειρευτούν τη μετά θάνατον νύχτα τους. Είναι όμως έτσι;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Δηλαδή μπορεί να υπάρξει νύχτα άνευ παρενεργειών και ατασθαλιών που καθορίζεται ώς ένα σημείο από τη χρήση του αλκοόλ, από την ερωτική χαλάρωση, από τη διάσημη «μοναξιά» και τα επιθετικά ρεφρέν από καταβολής νυκτός; Αυτά κάθομαι και σκέφτομαι και φιλοσοφώ κι αναρωτιέμαι τι μπορεί να κρύβεται πίσω απ' τους στίχους&#8230; «Κι όταν βραδιάζει τραγούδια μού αραδιάζει και τις πενιές του αλλάζει&#8230;», που τραγουδούσε στον καιρό της η Μελίνα. Τα γράφω αυτά μέσα σ' ένα νεφέλωμα αμηχανίας με αφορμή τους «ανθρώπους της νύχτας» που συντηρούν, απ' ό,τι φαίνεται, έναν μάλλον αποδεκτό δαίμονα. Οι «άνθρωποι της νύχτας» σταθερά τροφοδοτούν την «αστυνομική λογοτεχνία», το Χόλιγουντ, το σινεμά παγκοσμίως, το μακιγιαρισμένο πρόσωπο μιας αμφίβολης ηθικής και όλο το ψηφιδωτό του ποινικού κώδικα. Είναι όμως ΠΡΟΦΑΝΩΣ απαραίτητοι. Κι ας φοροδιαφεύγουν, κι ας εγκληματούν, κι ας ταΐζουν φουσκωτές βιταμίνες τους μπράβους τους, κι ας τους στέλνουν στη Βουλή, κι ας τους κανακεύουν τα Media, κι ας χυδαιολογούν χλευάζοντας τους πάντες κι ας κλαίνε από συγκίνηση όταν στην&#8230; πίστα ο τάδε αοιδός ξερνά τους συμβολικής γαστρεντερίτιδας στίχους. Συγκεκριμένοι αρτίστες, ειδικής παιδείας, προϊόντα ντιζαϊνάτου λουτροκαμπινέ, ενίοτε προικισμένοι με καλές φωνές και ωραιότατο μυαλό κότας και κυρίως βαθύ θρησκευτικό συναίσθημα. Είναι κι αυτοί «άνθρωποι της νύχτας» ελαφρότερης μορφής, γιατί τις χοντρές διαδικασίες τις αναλαμβάνει το αφεντικό που&#8230; «ξέρει». Χρόνια τα ακούω -και φυσικά είναι υπαρκτά- όλα αυτά τα «νυχτερινά», πρόσφορο έδαφος για κάθε είδους εκτροπή σχεδόν αυτοδικαίως. Κι αφού ΟΛΟ τούτο το έξοχο γοητευτικό κατά τα άλλα τουρλουμπούκι εξυπηρετεί ΚΑΙ την «τέχνη» προσφέροντας δουλίτσα σε μεροκαματιάρηδες μουσικούς, λουλουδομεταπράτες, μαγείρους, σερβιτόρους, παρκαδόρους, γιατί όχι, συντηρείται και επιβραβεύεται αναλόγως.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Τα ξέρουμε ΟΛΟΙ, τα ζούμε ΟΛΟΙ, τα ακούμε, τα φανταζόμαστε και τα υιοθετούμε σαν κανονικό τρόπο ζωής, γιατί&#8230; «έτσι είμαστε εμείς οι Ελληνες», χώρια ότι η&#8230; «νύχτα θέλει έρωτα και βράδια αξημέρωτα» για να ξεχνούμε τον πόνο μας. ΠΟΙΟΣ είναι ο πόνος μας; Ασ' το καλύτερα&#8230; Οταν το φως της μέρας μάς κατσικωθεί σκληρό και αδυσώπητο, η φιλοσοφία περί «νύχτας» αλλάζει ριζικά. Ξαφνικά στοχοποιούνται ως υπόκοσμος ή ημίκοσμος οι «άνθρωποι της νύχτας» που όταν&#8230; ωριμάσουν (ή σαπίσουν περισσότερο) βγαίνουν και αμπελοφιλοσοφούν για το «πανεπιστήμιο της ζωής» που είναι το καταραμένο πλην ωφέλιμο ΠΕΖΟΔΡΟΜΙΟ&#8230;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>ΓΙ' ΑΥΤΟ προτεραιότητα του Δημάρχου, πέρα από βαθυστόχαστες διαπιστώσεις (τι κάνεις Γιάννη, κουκιά σπέρνω), είναι να φροντίσει να επιδιορθωθούν, να φαρδύνουν και γενικά να σουλουπωθούν τα ΠΕΖΟΔΡΟΜΙΑ. Γιατί τα πεζοδρόμια, όπως κατάλαβα, σήμερα μπορούν θαυμάσια να αντικαταστήσουν επάξια ΟΛΑ τα ανώτατα εκπαιδευτήρια της σύγχρονης Ελλάδας. Ετσι κι αλλιώς τα Πανεπιστήμια δεν προβλέπεται να λειτουργήσουν κανονικά προτού γράψει τουλάχιστον τρία μυθιστορήματα η κόρη Μιχαλολιάκου. Δηλαδή πικραμένες ιστορίες για παιδίσκες πουλημένες σε σκλαβοπάζαρα της Λαχώρης κ.λπ.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Τα «Πανεπιστήμια της ζωής», εκτός που βολεύονται με λίγο τσιμέντο και ελάχιστη μαστοριά, μπορούν αυτή την κρίσιμη για το Εθνος στιγμή να προσφέρουν πολύ περισσότερα απ' ό,τι υπόσχεται ο αγαπητός κ. Πελεγρίνης. Στη λογική των εκπαιδευτικών πεζοδρομίων εννοείται πως εντάσσεται και ο ηθικός κώδικας της νύχτας. Οσο για τους «ανθρώπους της νύχτας», εκτός από το να τους λοιδορούμε και να τους στέλνουμε απαίδευτους μέχρι και στη Βουλή, ΤΩΡΑ μας δίνεται η ευκαιρία, κύριε Δήμαρχε, να τους δώσουμε σωστές πεζοδρομιακές βάσεις. Ολα αυτά μπορούν να γίνουν με την προϋπόθεση πως δεν θα υποκρινόμαστε, ως συνήθως, τους ανήξερους και τους παρθένους από τα αυτιά.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&#8230;Είναι ήδη Οκτώβρης και τα αγαπημένα μου χρυσάνθεμα θα δώσουν τον σωστό τόνο που χρειαζόμαστε εμείς οι χρυσανθόπληκτοι του ελληνικού φθινοπώρου. Οσο όμως προχωρεί ο καιρός και βλέπω τους «έγκλειστους» φιρερίσκους δεν μπορώ να μη θυμηθώ το «Κουρδιστό πορτοκάλι» του Κιούμπρικ, στο δεύτερο μέρος του, τότε που ο αρχιλεβέντης ήρωας τιμωρείται ακούγοντας την «Ενάτη» του Μπετόβεν.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Ισως μια αντίστοιχη μεταχείριση θα εξυπηρετούσε στην εξημέρωση των δικών μας. Δεν μπορώ να φανταστώ το είδος της μουσικής, όμως αν χρησιμοποιούσαν πρόζα, νομίζω πως τόσο η Λιάνα Κανέλλη όσο και η Ζωή Κωνσταντοπούλου θα μπορούσαν να διαβάζουν εναλλάξ ποιήματα Καβάφη, Λαπαθιώτη ή και την «Μπαλάντα της φυλακής» του Ουάιλντ, έξω από το κελί του κ. Κασιδιάρη (εις το μέλλον!!!). Για&#8230; δοκιμάστε το ως επιμόρφωση ή και θεραπεία&#8230; Δεν χάνουμε τίποτα&#8230;</p>
<p>&nbsp;</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://archive.efsyn.gr/?feed=rss2&#038;p=127102</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Η τραγωδία της νήσου Ντούτσα</title>
		<link>https://archive.efsyn.gr/?p=122831&#038;utm_source=rss&#038;utm_medium=rss&#038;utm_campaign=%25ce%25b7-%25cf%2584%25cf%2581%25ce%25b1%25ce%25b3%25cf%2589%25ce%25b4%25ce%25af%25ce%25b1-%25cf%2584%25ce%25b7%25cf%2582-%25ce%25bd%25ce%25ae%25cf%2583%25ce%25bf%25cf%2585-%25ce%25bd%25cf%2584%25ce%25bf%25cf%258d%25cf%2584%25cf%2583%25ce%25b1</link>
		<comments>https://archive.efsyn.gr/?p=122831#comments</comments>
		<pubDate>Sun, 29 Sep 2013 12:00:40 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[ΤΑ ΧΕΙΡΟΠΟΙΗΤΑ]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://archive.efsyn.gr/?p=122831</guid>
		<description><![CDATA[Του Γιάννη Ξανθούλη &#160; &#8230;Πληθαίνουν οι ενδιαφερόμενοι να αγοράσουν τις ελληνικές νήσους ή και βραχονησίδες ή κι ό,τι άλλο έχει γύρω γύρω θάλασσα. Ευτυχώς, γιατί μόνο έτσι η Ελλάς θα βελτιώσει το ηθικό της που βάλτωσε, παρά τις καλές προσπάθειες τόσων πεφωτισμένων. Οι Ρώσοι βρίσκονται στην κορυφή αυτών που μας ελεούν, παίζει σαφώς ρόλο και [&#038;hellip]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p><strong>Του Γιάννη Ξανθούλη</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&#8230;Πληθαίνουν οι ενδιαφερόμενοι να αγοράσουν τις ελληνικές νήσους ή και βραχονησίδες ή κι ό,τι άλλο έχει γύρω γύρω θάλασσα. Ευτυχώς, γιατί μόνο έτσι η Ελλάς θα βελτιώσει το ηθικό της που βάλτωσε, παρά τις καλές προσπάθειες τόσων πεφωτισμένων. Οι Ρώσοι βρίσκονται στην κορυφή αυτών που μας ελεούν, παίζει σαφώς ρόλο και η Ορθοδοξία και ότι κάποτε είχαμε βασίλισσα την Ολγα τη Ρομανώφ κι άλλα πολλά που ανάγονται στα αλήστου μνήμης σοβιετικά χρονικά. Τέλος πάντων. Το ΤΩΡΑ έχει σημασία και οι λατρεμένοι ρωσομεγιστάνες είναι πανέτοιμοι να καταθέσουν χρήμα και ανυπέρβλητη φυσικά αισθητική στας νήσους μας για να τις αναδείξουν. Λαμπρό παράδειγμα ο μεγιστάνας που αγόρασε τον Σκορπιό του μακαρίτη και εκτός που τον ξαναζωντάνεψε, πρόσθεσε και μια ντουζίνα Καρυάτιδες για να αποδείξει την αρχαιολατρία του κι ότι σέβεται τη φινέτσα του κ. Πούτιν.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Η Ντούτσα Καπαλίεβα, κόρη Μπόριδος Καπαλίεφ, έγινε αιτία να αγοραστεί (ποιητική αδεία) βραχόνησος για να παραδειγματιστούν και άλλοι μεγαλοσχήμονες, αλλά πρωτίστως για να βοηθηθεί ο πάσχων ελληνικός λαός&#8230;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Τα δραματικά γεγονότα περιγράφει η ποιήτρια κυρία Σιλάνα Σαλιάγκου, με αφορμή την Εβδομάδα Ποίησης που διανύουμε&#8230; επιτυχώς:</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Η Ντούτσα Καπαλίεβα / τριζάπλουτη εκ Ρωσίας / κόρη γονέως που πούλαγε / χαλκό άνευ σημασίας / διαμάντια, αέρια και λοιπά, / πανάκριβα στον κόσμο, / θυμήθηκε τους Ελληνας, / τη ρίγανη, τον δυόσμο / ΚΑΙ ΕΙΠΕ «Μπαμπά ας στρέψουμε / τους οφθαλμούς στο Αιγαίον / και ας αγοράσουμε νησί / πευκόφυτον και ωραίον. / Ας κάνουμε παράδεισον / κάποια βραχονησίδα / στη χώρα αυτή που ευδοκιμεί / ακόμη και η&#8230; κασίδα!»</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Κι ο Καπαλίεφ ο πατήρ / συγκινηθείς βαθύτατα / πάει κι αγοράζει ένα νησί / με κάτι ολίγα χρήματα. / Καθ' ότι η Ελλάς φιλότιμη / κι άρτι μπατιρημένη / τουρίστας και αγοραστάς / με πάθος περιμένει, / για να ανακάμψει ως λαός / και ως χώρα κι ως Ευρώπη / λέγουσα πως την κατοικούν / κανονικοί ανθρώποι / κι όχι μόνο υποζύγια / φριχτά φορολογούμενα / που τρώνε κρέας την Πασχαλιά / και λίγο τα Χριστούγεννα.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Η ΝΗΣΟΣ ήτο εύφορος / με πεύκα και ελαίας / μα ο Καπαλίεφ της έσπειρε / φοίνικας, μπανανέας / και άλλα τροπικά φυτά, καουτσούκ, ζαχαροκάλαμο / γιατί ως νεόπλουτος ΣΑΦΩΣ / καβάλησε τον κάλαμο. / Η ΚΟΡΗ είπε «λέοντας και τίγρεις να εισάγουμε / και παραδείσια πουλιά / με κότας να συνδράμουμε». / Κι έτσι η νήσος η άγνωστος / ονομασθείσα ΝΤΟΥΤΣΑ / εξάπλωσεν την φήμην της / ΠΑΝΤΟΥ. Μέχρι τη Λούτσα / ΚΙ ΑΦΟΥ ως&#8230; ομοιοκατάληκτος / ήταν ευρείας χρήσεως / οι πάντες Ντούτσα θέλανε / μέχρι παρεξηγήσεως.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>ΣΕ ΛΙΓΟ ανακοινώθηκε / πως όσοι επιθυμούνε / μπορούν λαβόντες χρήματα / να παν να φαγωθούνε / από τα λιοντάρια που ΕΛΛΗΝΑΣ / βεβαίως θα προτιμήσουν / κι ότι αντί του γεύματος / τα σπίτια θα πλουτίσουν / και αι οικογένειαι αυτών / θα ευτυχούν για πάντα / τα χρέη τους θα πληρωθούν / θα βάλουν και στην μπάντα. / Στους πρώτους που φαγώθηκαν / θύματα ανεργίας / και χρήματα προσφέρθηκαν / και γλίτωσαν κηδείας.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Το έμαθε κι ο Περικλής / με τρία παιδιά ορεξάτα / που τρώγαν τον περίδρομο / του 'φαγαν και τα νιάτα. / Ζούσε και στο ενοίκιο / στην τράπεζα είχε δάνειο / και είπε «ΘΑ ΠΑΩ ΝΑ ΦΑΓΩΘΩ / κι ας έχω τέλος σπάνιο / αφού οι λέοντες στην Ελλάς / σπανίζουν ως θηρία / και μόνο ως ζώδιο υπάρχουνε / μες στην αστρολογία. / Εχετε γεια, ψηλά βουνά, / σύζυγε, συγγενείς / σπεύδω εις Ντούτσαν ως τροφή / έναντι αμοιβής»&#8230;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>ΚΑΙ ΟΝΤΩΣ έδωσαν λεφτά / οι Ρώσοι μεγιστάνες / κι ο Περικλής ξυρίστηκε / λούστηκε και με παιάνες / ταξίδευσε για το νησί / της τροπικής βλαστήσεως / αναπολών τη νεότητα / και της παλαιάς του στύσεως. / ΟΜΩΣ ΟΙ ΛΕΟΝΤΕΣ που έτρωγαν / κυρίως αφράτο κρέας / σαν είδανε τον Περικλή / γυμνό μετά σκελέας / να 'ναι πετσί και κόκαλο / λόγω αδυναμίας / αρνήθηκαν να τον γευτούν / πάθαν ανορεξίας. / Παρ' όλο που ο Περικλής / τους φώναξε «ΕΛΑΤΕ / ΕΧΩ ΘΑΥΜΑΣΙΑ ΚΟΚΑΛΑ / ΜΗ ΜΕ ΥΠΟΤΙΜΑΤΕ&#8230;».</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Οι λέοντες μουγκρίζοντες / κονσέρβες προτιμήσανε / κι οι Ρώσοι τον επέστρεψαν / εν οίκω και τον βρίσανε. / Κι όσο γι' αυτά που πλήρωσαν / με τόκους τα ζητήσανε / κι έτσι ξανά τον Περικλή / εντός του χρέους χτίσανε, / να ΚΑΤΑΡΙΕΤΑΙ τη στιγμή / που απ' την αδυναμία / τον απορρίψαν ώς κι αυτά / τα ΑΓΡΙΑ ΘΗΡΙΑ&#8230;».</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&#8230;Γαμώ την ατυχία του&#8230;</p>
<p>&nbsp;</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://archive.efsyn.gr/?feed=rss2&#038;p=122831</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
	</channel>
</rss>
