<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?>
<rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>Εφημερίδα των Συντακτών &#187; ΒΙΒΛΙΟΣΤΑΤΗΣ</title>
	<atom:link href="https://archive.efsyn.gr/?cat=6121&#038;feed=rss2" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://archive.efsyn.gr</link>
	<description>online έκδοση</description>
	<lastBuildDate>Wed, 12 Nov 2014 13:50:29 +0000</lastBuildDate>
	<language>el</language>
		<sy:updatePeriod>hourly</sy:updatePeriod>
		<sy:updateFrequency>1</sy:updateFrequency>
	<generator>https://wordpress.org/?v=3.9.25</generator>
	<item>
		<title>Η νοσταλγία σε άνοδο</title>
		<link>https://archive.efsyn.gr/?p=248497&#038;utm_source=rss&#038;utm_medium=rss&#038;utm_campaign=%25ce%25b7-%25ce%25bd%25ce%25bf%25cf%2583%25cf%2584%25ce%25b1%25ce%25bb%25ce%25b3%25ce%25af%25ce%25b1-%25cf%2583%25ce%25b5-%25ce%25ac%25ce%25bd%25ce%25bf%25ce%25b4%25ce%25bf</link>
		<comments>https://archive.efsyn.gr/?p=248497#comments</comments>
		<pubDate>Sun, 02 Nov 2014 13:00:29 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[ART]]></category>
		<category><![CDATA[ΑΝΟΙΧΤΟ ΒΙΒΛΙΟ]]></category>
		<category><![CDATA[ΒΙΒΛΙΟΣΤΑΤΗΣ]]></category>
		<category><![CDATA[ΘΕΜΑΤΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΣΤΗΛΕΣ]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://archive.efsyn.gr/?p=248497</guid>
		<description><![CDATA[Του Νικόλα Σεβαστάκη* &#160; Υπάρχει μια δυνατή έλξη μεταξύ κρίσης και νοσταλγίας. Η πρώτη θραύει δεσμούς βαθαίνοντας τα ρήγματα των συγχρόνων με τον ίδιο τους τον καιρό, με την εποχή τους. Η νοσταλγία, τότε, παρεμβάλλεται ως ανώδυνη υπόσχεση επανασύνδεσης με τον χαμένο χρόνο: με όψεις που τις προσπεράσαμε βιαστικά, με πρόσωπα που τα συναντήσαμε πολύ [&#038;hellip]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p><strong>Του Νικόλα Σεβαστάκη*</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Υπάρχει μια δυνατή έλξη μεταξύ κρίσης και νοσταλγίας. Η πρώτη θραύει δεσμούς βαθαίνοντας τα ρήγματα των συγχρόνων με τον ίδιο τους τον καιρό, με την εποχή τους. Η νοσταλγία, τότε, παρεμβάλλεται ως ανώδυνη υπόσχεση επανασύνδεσης με τον χαμένο χρόνο: με όψεις που τις προσπεράσαμε βιαστικά, με πρόσωπα που τα συναντήσαμε πολύ βιαστικά, με ιστορικούς τόπους οι οποίοι ζωγραφίζουν εντός μας εικόνες μακαριότητας ή μεγαλείου.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Η λογοτεχνία, λοιπόν, θα ήταν αδύνατο να προσπεράσει τους νοσταλγικούς τόνους. Το πώς θα τους διαχειριστεί είναι το ζητούμενο, ώστε να αποφύγει τις συνήθεις υποτροπές: τη γλυκερή αναβίωση, την υπερβολική ζεστασιά, την εξιδανίκευση των τρόπων ζωής της «μη αλλοτριωμένης» Ελλάδας.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Αλλά η νοσταλγία δεν αφορά μόνο μια λογοτεχνία της εντοπιότητας και των ανακτημένων σπόρων της ζωής, όπως αυτή του Γιάννη Μακριδάκη. Μπορεί να συνυφαίνεται και με τη γοητεία την οποία ασκούν πάνω μας οι «ένδοξες δεκαετίες» της μεταπολεμικής ευημερίας. Τουλάχιστον για εκείνη τη λογοτεχνία η οποία δεν χειρίζεται εμπειρίες πολιτικής βίας και εμφύλιες μνήμες, τα αισθήματα και τα αντικείμενα που έφεραν έναν μοντέρνο αέρα στη ζωή των μεταπολεμικών γενεών γίνονται η πρώτη ύλη νοσταλγικής επεξεργασίας. Ο αναγνώστης που διαβάζει, για παράδειγμα, το μυθιστόρημα του Τζόναθαν Κόου «Expo 58» πιάνεται στο δίχτυ της νοσταλγίας για το ίδιο το μοντέρνο στην ορμή του, στην ικανότητά του να εντυπωσιάζει το βλέμμα. Συγχρόνως, ο συγγραφέας μεταδίδει την αίσθηση του παράλογου των σχέσεων ή των σκέψεων του Ψυχρού Πολέμου. Ο ήρωάς του, Τόμας Φόλεϊ, μας απευθύνεται ως ένα συγκινητικό κράμα Αγγλου επαρχιώτη, καταπιεσμένου υπαλλήλου και ανοιχτού στην «υπόσχεση του καινούργιου» Ευρωπαίου. Στο «Expo 58», ο νοσταλγικός τόνος είναι εξ ολοκλήρου αστικός: σαν να αφορά ένα από τα πρώτα μοντέλα καφετιέρας ή το ανοράκ που φορούσαν οι νέοι του ’50 για να το ξαναανακαλύψουμε εμείς στα τέλη του ’80.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Κακά τα ψέματα όμως: στην ύστερη νεωτερική μας εποχή, η νοσταλγία γίνεται ιδεολογία. Το κοινωνικοπολιτικό κλίμα ευνοεί τη μυθοποίηση των στιγμών της ανέμελης κατανάλωσης ή της περίφημης «χωμάτινης» απλότητας και του αυθεντικού βιώματος. Ο ανυπότακτος λαός, ο Ζαχαριάδης, οι συνοικίες της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης στους καιρούς του παγοπώλη ή τα ψυχεδελικά φλοράλ πριντς της δεκαετίας του ’70, όλα πλέον μπορεί να μεταμορφωθούν σε αξεσουάρ ελαφρών συγκινήσεων.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Και η νοσταλγία ως προσωπικό φανταστικό μουσείο θα πλουτίζει πάντα τα εκθέματά της. Από εκεί και πέρα, η καλή λογοτεχνία μαθαίνει να κάνει τους λογαριασμούς της με όλες τις μυθολογίες που από ιδιωτικές γυρεύουν να γίνουν δημόσιες και δεσμευτικές. Κάτι τέτοιο χρειαζόμαστε και ως προς τον χειρισμό των κυμάτων νοσταλγίας.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><em><strong>* Ο Ν. Σεβαστάκης είναι συγγραφέας και πανεπιστημιακός</strong></em></p>
<p>&nbsp;</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://archive.efsyn.gr/?feed=rss2&#038;p=248497</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Πολιτικές της νοσταλγίας</title>
		<link>https://archive.efsyn.gr/?p=244665&#038;utm_source=rss&#038;utm_medium=rss&#038;utm_campaign=%25cf%2580%25ce%25bf%25ce%25bb%25ce%25b9%25cf%2584%25ce%25b9%25ce%25ba%25ce%25ad%25cf%2582-%25cf%2584%25ce%25b7%25cf%2582-%25ce%25bd%25ce%25bf%25cf%2583%25cf%2584%25ce%25b1%25ce%25bb%25ce%25b3%25ce%25af%25ce%25b1%25cf%2582</link>
		<comments>https://archive.efsyn.gr/?p=244665#comments</comments>
		<pubDate>Sun, 19 Oct 2014 11:50:31 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[ΒΙΒΛΙΟΣΤΑΤΗΣ]]></category>
		<category><![CDATA[ΣΤΗΛΕΣ]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://archive.efsyn.gr/?p=244665</guid>
		<description><![CDATA[Του Νικόλα Σεβαστάκη* &#160; «Ενώ η αρχαιότητα είναι κάτι που υφίσταται για μας, εμείς δεν υπάρχουμε για κείνη. Δεν υπήρχαμε ποτέ ούτε θα υπάρξουμε». Ετσι αρχίζει το δοκίμιό του «Φόρος Τιμής στον Μάρκο Αυρήλιο» ο Ρώσος ποιητής και νομπελίστας Γιόζεφ Μπρόντσκι. &#160; Εδώ και εβδομάδες στην επικαιρότητά μας έχει θρονιαστεί ένα κομμάτι αρχαιότητας, ένας τύμβος [&#038;hellip]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p><strong>Του Νικόλα Σεβαστάκη*</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<p><a href="http://archive.efsyn.gr/wp-content/uploads/2014/10/get34544File.jpg" rel="lightbox[ set1 ]"><img class="alignleft size-full wp-image-244868" src="http://archive.efsyn.gr/wp-content/uploads/2014/10/get34544File.jpg" alt="ΝΙΚΟΛΑΣ ΣΕΒΑΣΤΑΚΗΣ" width="206" height="186" /></a>«Ενώ η αρχαιότητα είναι κάτι που υφίσταται για μας, εμείς δεν υπάρχουμε για κείνη. Δεν υπήρχαμε ποτέ ούτε θα υπάρξουμε». Ετσι αρχίζει το δοκίμιό του «Φόρος Τιμής στον Μάρκο Αυρήλιο» ο Ρώσος ποιητής και νομπελίστας Γιόζεφ Μπρόντσκι.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Εδώ και εβδομάδες στην επικαιρότητά μας έχει θρονιαστεί ένα κομμάτι αρχαιότητας, ένας τύμβος ή ένα μνημειακό πλέγμα. Ζητούμε άραγε να αντλήσουμε ζωή από τους ένδοξους που κείτονται, πιθανόν, εκεί; Ή μήπως αυτό το ζωηρό ενδιαφέρον για ένα μεγάλο μνημείο είναι η «συμβολική μας αναχώρηση από τη γενική οριζοντίωση», η στιγμιαία έξοδός μας από την κύφωση και την κατάπτωση των καιρών;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Είτε έτσι είτε αλλιώς, η σχέση μας με το μνημειακό έχει παραπάνω από έναν μεσολαβητές: έναν ματαιωμένο εθνικισμό με δόσεις περασμένων μεγαλείων αλλά και την ανάγκη για σταθερές στον χρόνο, για κάποιες υπερβαίνουσες (δεν λέω υπερβατικές) αναφορές. Ο Μπρόντσκι γράφει ότι οι Ελληνες παθιάζονταν για την καταγωγή και οι Ρωμαίοι για την προαγωγή. Και στις δύο περιπτώσεις η ματαιοδοξία μπορεί πάντως να δημιουργεί μορφές που προορίζονται να διαρκέσουν.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Σύμφωνα επίσης με μια ορισμένη ποιητική του τόπου, το «μεγαλειώδες» είναι εν γένει ύποπτο. Αν αυτό που έχει χτιστεί υπερβαίνει το μέτρο του, αν γλιστράει στην υπερβολή και στην κυριαρχική περικύκλωση του γύρω χώρου, χάνει τη μεταφυσική ποιότητα του τόπου. Διαβάζοντας το μικρό κείμενο «Κτίζειν, κατοικείν, σκέπτεσθαι» του Χάιντεγκερ, έρχεται κανείς κοντά σε αυτή την ιδέα ταύτισης του κτίσματος και της κατοικίας με τη φειδώ και την αυτοσυγκράτηση.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Μιλώντας όμως για μεγάλα μνημεία και τύμβους όπως αυτόν της Αμφίπολης, μεταβαίνουμε εις άλλο γένος: τύμβος εδώ είναι αυτό που υψώνεται πάνω από τη μοίρα των κοινών θνητών, πάνω από τις κατοικίες και τα μικρά έργα των καθημερινών ανθρώπων. Ο τύμβος που γέννησε τον τάφο (the tomb), συμβολίζει το αναντίρρητο γεγονός ότι από τους αναρίθμητους κεκοιμημένους του παρελθόντος, ελάχιστοι αποκτούν το δικαίωμα στο μεγαλείο και βεβαίως στον θαυμασμό. Ακόμα και στο βασίλειο της ισότητας όλων με όλους, εκεί όπου, όπως έγραφε ο Καρούζος, «τι να τρών' τον Αισχύλο τα σκουλήκια/ τι τον Λάμπρο Πορφύρα», υπάρχουν νεκροί που διεκδίκησαν τη διάρκεια και εν τέλει την αθανασία.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Από αυτή την αθανασία δανειζόμαστε και τώρα για να μπαλώσουμε τις τρύπες του παρόντος. Πέρα δηλαδή από τις προφανείς ιδεολογικές και πολιτικές χρήσεις της αρχαιολογίας (αρχαίες και αυτές με τη σειρά τους), ο άνθρωπος δεν μπορεί παρά να εντυπωσιάζεται από τα λαμπρά εργόχειρα της Ιστορίας. Οσο περισσότερο δεσπόζει αυτό που ο Γάλλος ιστορικός François Hartog ονομάζει παροντισμό τόσο πιο πυρετικά θα πολιτευόμαστε με τη νοσταλγία. Οχι μόνον όσοι ενστερνίζονται τη νοσταλγία ως ρομαντικοί εθνικιστικές αλλά και οι άλλοι, όσοι, ας πούμε, λέμε ότι θέλουμε να αντιστεκόμαστε στους αρχαιοκάπηλους πειρασμούς της ελληνικής ιδεολογίας.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;..</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><em><strong>* Συγγραφέας και πανεπιστημιακός</strong></em></p>
<p>&nbsp;</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://archive.efsyn.gr/?feed=rss2&#038;p=244665</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Κανόνας και φάρσα</title>
		<link>https://archive.efsyn.gr/?p=242663&#038;utm_source=rss&#038;utm_medium=rss&#038;utm_campaign=%25ce%25ba%25ce%25b1%25ce%25bd%25cf%258c%25ce%25bd%25ce%25b1%25cf%2582-%25ce%25ba%25ce%25b1%25ce%25b9-%25cf%2586%25ce%25ac%25cf%2581%25cf%2583%25ce%25b1</link>
		<comments>https://archive.efsyn.gr/?p=242663#comments</comments>
		<pubDate>Sun, 12 Oct 2014 12:00:08 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[ART]]></category>
		<category><![CDATA[ΒΙΒΛΙΟΣΤΑΤΗΣ]]></category>
		<category><![CDATA[ΘΕΜΑΤΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΣΤΗΛΕΣ]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://archive.efsyn.gr/?p=242663</guid>
		<description><![CDATA[Του Μισέλ Φάις &#160; Πόσοι γνώριζαν τον Ιμρε Κέρτες, τη Χέρτα Μίλερ, την Ελφρίντε Γέλινεκ, την Αλις Μονρό, πριν βραβευτούν με Νόμπελ; Ελάχιστοι. Σπουδαίοι συγγραφείς με ιδιαίτερο βλέμμα και ισχυρό αφηγηματικό σύμπαν. Ζημιωθήκαμε που έγιναν ευρύτερα γνωστοί και διαβάστηκαν μέσω της διάκρισης; &#160; Προσωπικά βρίσκω εξαιρετικά ενδιαφέρουσα, τα τελευταία χρόνια, την τάση της επιτροπής της [&#038;hellip]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p><strong>Του Μισέλ Φάις</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<p><a href="http://archive.efsyn.gr/wp-content/uploads/2014/10/get3555File.jpg" rel="lightbox[ set1 ]"><img class="alignleft wp-image-242883" src="http://archive.efsyn.gr/wp-content/uploads/2014/10/get3555File.jpg" alt="" width="173" height="200" /></a>Πόσοι γνώριζαν τον Ιμρε Κέρτες, τη Χέρτα Μίλερ, την Ελφρίντε Γέλινεκ, την Αλις Μονρό, πριν βραβευτούν με Νόμπελ; Ελάχιστοι. Σπουδαίοι συγγραφείς με ιδιαίτερο βλέμμα και ισχυρό αφηγηματικό σύμπαν. Ζημιωθήκαμε που έγιναν ευρύτερα γνωστοί και διαβάστηκαν μέσω της διάκρισης;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Προσωπικά βρίσκω εξαιρετικά ενδιαφέρουσα, τα τελευταία χρόνια, την τάση της επιτροπής της Σουηδικής Ακαδημίας να «ανακαλύπτει» λογοτεχνικά πρόσωπα τα οποία στέκονται στη σκιά ηχηρών ή επιφανών ονομάτων, που κατά καιρούς παίζουν στις λίστες ή στις προτιμήσεις του μεγάλου αναγνωστικού κοινού.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Κι αυτά τα επισημαίνω, επειδή αφουγκράζομαι ένα σούσουρο ―όπως εξάλλου συνέβαινε και άλλες χρονιές, όταν έμενε εκτός κάποιος πολυαναμενόμενος― γύρω από τον φετινό νομπελίστα Πατρίκ Μοντιανό. Δηλαδή ό,τι αγνοούμε μας απειλεί; Κατεδαφίζει την αναγνωστική μας αυτοπεποίθηση; Ή, μήπως, ό,τι ξεφεύγει του λογοτεχνικού μας κανόνα είναι αμελητέο ή ήσσονος σημασίας;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Ελπίζω κάποια θερμά δημοσιογραφικά πληκτρολόγια να μην αρχίσουν τώρα να σκαλίζουν τις σεφαρδίτικες θεσσαλονικιώτικες ρίζες του νομπελίστα και να μας τον συστήνουν περίπου ως μακρινό συγγενή μας, ώστε το κοινό αίσθημα να νιώσει πλησιέστερα στον βραβευμένο Γάλλο.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Εξάλλου «η τέχνη της μνήμης που ανακαλεί τα πιο άπιαστα πεπρωμένα», σύμφωνα με τη διατύπωση της Σουηδικής Ακαδημίας, στην περίπτωση Μοντιανό είχε επώδυνες προσωπικές καταβυθίσεις και αδιανόητες ιστορικές ανατροπές (όποιος έχει διαβάσει τα βιβλία του γνωρίζει). Οσο για την υποδοχή των επιζώντων Εβραίων στην πρώην Σαλονικάι και γενικότερα την επιβίωση της εβραϊκής μνήμης στη γενέτειρα των προγόνων του Μοντιανό, μόνο ως σκοτεινή φάρσα ακούγεται.</p>
<p>&nbsp;</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://archive.efsyn.gr/?feed=rss2&#038;p=242663</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Η κατασκευή του Χρεωμένου Ανθρώπου</title>
		<link>https://archive.efsyn.gr/?p=227160&#038;utm_source=rss&#038;utm_medium=rss&#038;utm_campaign=%25ce%25b7-%25ce%25ba%25ce%25b1%25cf%2584%25ce%25b1%25cf%2583%25ce%25ba%25ce%25b5%25cf%2585%25ce%25ae-%25cf%2584%25ce%25bf%25cf%2585-%25cf%2587%25cf%2581%25ce%25b5%25cf%2589%25ce%25bc%25ce%25ad%25ce%25bd%25ce%25bf%25cf%2585-%25ce%25b1%25ce%25bd%25ce%25b8%25cf%2581%25cf%258e%25cf%2580%25ce%25bf%25cf%2585</link>
		<comments>https://archive.efsyn.gr/?p=227160#comments</comments>
		<pubDate>Sun, 24 Aug 2014 12:00:09 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[ΒΙΒΛΙΟΣΤΑΤΗΣ]]></category>
		<category><![CDATA[2011]]></category>
		<category><![CDATA[Lazzarato]]></category>
		<category><![CDATA[ΑΝΑΛΥΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[αντι-παραγωγή]]></category>
		<category><![CDATA[Συνθήκη Χρέους]]></category>
		<category><![CDATA[Χρεωμένος Ανθρωπος]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://archive.efsyn.gr/?p=227160</guid>
		<description><![CDATA[Το 2011 ήταν η χρονιά ανάλυσης της Συνθήκης του Χρέους. Παράλληλα με τη Χρεοκρατία των Κιτίδη-Χατζηστεφάνου και την ανθρωπολογική μελέτη του David Graeber, Debt: The First 5000 Years, ο κοινωνιoλόγος Maurizio Lazzarato δημοσιεύει την ίδια χρονιά μια συνοπτική θεωρητική ανάλυση της κατασκευής ενός νέου υποκειμένου που επί δεκαετίες ονειρευόταν ο νεο-φιλελευθερισμός: τον Χρεωμένο Ανθρωπο (The [&#038;hellip]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p><a href="http://archive.efsyn.gr/wp-content/uploads/2013/11/get6567.jpg" rel="lightbox[ set1 ]"><img class="size-medium wp-image-153549 alignleft" src="http://archive.efsyn.gr/wp-content/uploads/2013/11/get6567-255x300.jpg" alt="Αντζελα Δημητρακάκη" width="195" height="230" /></a>Το 2011 ήταν η χρονιά ανάλυσης της Συνθήκης του Χρέους. Παράλληλα με τη Χρεοκρατία των Κιτίδη-Χατζηστεφάνου και την ανθρωπολογική μελέτη του David Graeber, Debt: The First 5000 Years, ο κοινωνιoλόγος Maurizio Lazzarato δημοσιεύει την ίδια χρονιά μια συνοπτική θεωρητική ανάλυση της κατασκευής ενός νέου υποκειμένου που επί δεκαετίες ονειρευόταν ο νεο-φιλελευθερισμός: τον Χρεωμένο Ανθρωπο (The Making of the Indebted Man, 2011).</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Τρία χρόνια αργότερα, η θεωρία του Lazzarato δεν σοκάρει, απόδειξη όχι μόνο του ότι είναι ορθή αλλά και –κυρίως– του ότι το υποκείμενο Χρεωμένος Ανθρωπος έχει ομαλοποιηθεί ιδεολογικά στις συνειδήσεις όσων περίπου-εξεγείροντο το 2011. Θα έλεγα ότι το μόνο που έχει αλλάξει από το 2011 ώς το 2014 είναι η σιωπηρή αποδοχή τού «έτσι έχει η κατάσταση, δεν θα πεθάνουμε κιόλας».</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Βεβαίως, σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει ο Lazzarato (και πλείστοι άλλοι, αλλά δεν έχω χώρο για υποσημειώσεις), μάλλον θα πεθάνουμε νωρίτερα. Ανάμεσα στα πιο ενδιαφέροντα ίσως δεδομένα που παρατίθενται στο δοκίμιο είναι εκείνα για τη θαυματουργά παραγωγική Γερμανία με τη μείωση του προσδόκιμου ζωής στους χαμηλόμισθους από το 2001 ώς το 2011: κατά 2 χρόνια γενικά και κατά 3 χρόνια στην πρώην ανατολική. Αυτό όμως που πραγματεύεται κυρίως ο συγγραφέας, με ένα λίαν ενδιαφέρον ξαναδιάβασμα του Αντι-οιδίπους των Ντελέζ και Γκουταρί και του Νίτσε γενικότερα, είναι το ηθικοπολιτικό ποιόν του νέου υποκειμένου, που μπορεί να είναι τόσο ατομικό όσο και συλλογικό.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Προσωπικά, διάβασα το βιβλίο ως το κερασάκι στην τούρτα ανάλυσης του David Harvey και λοιπών μαρξιστών, οι οποίοι διατείνονται, ορθώς, ότι αν δεν βρεθούν εξωγήινοι προς εκμετάλλευση, η καλούμενη κρίση δεν γίνεται να λήξει. Αν ο Harvey εξηγεί τη λειτουργία της πιστωτικής κάρτας ως ευφυή μέθοδο αρπαγής μελλοντικού εισοδήματος από τους μη έχοντες, ο Lazzarato εντοπίζει τις μεταλλαγές που πρέπει να υποστεί η ψυχική σύσταση του σύγχρονου ανθρώπου για να μετέχει εκούσια στην υποδούλωσή του στο καθεστώς χρέους.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Το σχήμα που προτείνει τονίζει τη λογική και το ήθος της αντι-παραγωγής [anti-production] την οποία έχει ενσωματώσει ο σύγχρονος καπιταλισμός στη μηχανή θεσμών που στοχεύουν στην αναπαραγωγή της συνείδησης του Χρεωμένου Ανθρώπου. Οι άνεργοι είναι απαραίτητο στοιχείο σε αυτήν τη διαδικασία, αρκεί να τους πείσεις ότι «χρωστάνε» στο κράτος πρόνοιας και άρα οφείλουν να παίρνουν ό,τι σκατο-δουλειά τους τύχει ανεξαρτήτως προσόντων (βλ. Βρετανία και δυτική Ευρώπη γενικότερα). Η δουλειά δεν είναι ντροπή, ενώ το χρέος είναι. Και με λίγη ακόμη λιτότητα θα πεθαίνουμε ακριβώς όταν αρχίζει η συνταξιοδότηση, οπότε θα γλιτώσει το χρεωμένο κράτος από τους αντι-παραγωγικούς συνταξιούχους. Αφού βέβαια τους έχει πρώτα πείσει ότι είναι αντι-παραγωγικοί και καλό θα είναι να αυτοκτονούν για να μην επιβαρύνουν παιδιά κι εγγόνια. Αν και τα τελευταία θα χρωστάνε ασφαλώς το δάνειο των πανεπιστημιακών τους σπουδών.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Οπότε είναι απολύτως κατανοητό να ξεχνιόμαστε με παγκόσμιο ποδόσφαιρο.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><strong>* Η Α. Δημητρακάκη είναι συγγραφέας και πανεπιστημιακός</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<p><strong>Της Αντζελας Δημητρακάκη*</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<div id="__if72ru4ruh7fewui_once" style="display: none;"></div>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://archive.efsyn.gr/?feed=rss2&#038;p=227160</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Μ’ αεροπλάνα</title>
		<link>https://archive.efsyn.gr/?p=225129&#038;utm_source=rss&#038;utm_medium=rss&#038;utm_campaign=%25ce%25bc-%25ce%25b1%25ce%25b5%25cf%2581%25ce%25bf%25cf%2580%25ce%25bb%25ce%25ac%25ce%25bd%25ce%25b1</link>
		<comments>https://archive.efsyn.gr/?p=225129#comments</comments>
		<pubDate>Fri, 15 Aug 2014 15:52:25 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[ART]]></category>
		<category><![CDATA[ΑΝΟΙΧΤΟ ΒΙΒΛΙΟ]]></category>
		<category><![CDATA[ΒΙΒΛΙΟΣΤΑΤΗΣ]]></category>
		<category><![CDATA[ΘΕΜΑΤΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΣΤΗΛΕΣ]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://archive.efsyn.gr/?p=225129</guid>
		<description><![CDATA[Της Γεωργίας Τριανταφυλλίδου* &#160; Το φετινό καλοκαίρι έχει και πάλι αυτή την έντονη «οσμή νεκροθαλάμου». Κάπως τα έφερε η σκληρή ζωή και τα αεροπλάνα πρωταγωνιστούν: στρατιωτικά βομβαρδίζουν αμάχους, πολιτικά καταρρίπτονται από στρατιωτικούς ή χάνονται ξαφνικά από τα ραντάρ για να επιβεβαιωθεί λίγο αργότερα η συντριβή τους. Σε όλες τις περιπτώσεις ο θάνατος είναι επίγειος και [&#038;hellip]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p><strong>Της Γεωργίας Τριανταφυλλίδου*</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Το φετινό καλοκαίρι έχει και πάλι αυτή την έντονη «οσμή νεκροθαλάμου». Κάπως τα έφερε η σκληρή ζωή και τα αεροπλάνα πρωταγωνιστούν: στρατιωτικά βομβαρδίζουν αμάχους, πολιτικά καταρρίπτονται από στρατιωτικούς ή χάνονται ξαφνικά από τα ραντάρ για να επιβεβαιωθεί λίγο αργότερα η συντριβή τους. Σε όλες τις περιπτώσεις ο θάνατος είναι επίγειος και επέρχεται ακαριαία. Σε όλες τις περιπτώσεις τα θύματα είναι ανυποψίαστα για το επερχόμενο τέλος. Πώς μπορεί ένα παιδί να φανταστεί ότι για κάποιο λόγο το εχθρεύονται, ότι είναι το ίδιο θανάσιμη απειλή καθώς παίζει αμέριμνο στην αυλή του προσφυγικού καταυλισμού; Πώς μπορεί ένας ταξιδευτής να διανοηθεί ότι η θέλησή του για ύπαρξη, αυτή η επιθυμία του για την τουριστική, έστω, πραγμάτωσή της, δεν θα φτάσει ποτέ στον σκοπό της λόγω κακοκαιρίας ή εξαιτίας του ανθρώπινου φανατισμού; Ολα τα θύματα μοιάζουν ανυποψίαστα αλλά τα παιδιά είναι τα αθωότερα μες στους αθώους. Τα αεροπλάνα του φετινού καλοκαιριού τυραννούν τις σκέψεις των κατοίκων του πλανήτη καθώς μετατρέπονται χωρίς διάκριση από θύτες σε θύματα, σπέρνουν από αέρος τον όλεθρο και την άλλη στιγμή αφήνουν και τα δικά τους σμπαραλιασμένα κομμάτια επί γης.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Τα στρατιωτικά αεροσκάφη επιχειρούν τον διατεταγμένο αφανισμό. Τα πολιτικά πέφτουν στις πλαγιές ειρηνικών συνόρων. Αλλοτε γίνονται στόχος ανειρήνευτων παθών. Οι επιβάτες πεθαίνουν σα να μην υπήρξαν ποτέ. Τα πιθανά κενά αέρος που συνάντησαν κατά τη διάρκεια της μοιραίας πτήσης τους, δεν ήταν γραφτό να «εξανθρωπιστούν» με την επάνοδό τους στο έδαφος. Το κενό τούς καλύπτει. Οι συγγενείς είναι παντού απαρηγόρητοι. Ομως ο κόσμος, όσοι ακόμη νιώθουν ντροπή για την ψυχρή δολοφονία των ανυπεράσπιστων, συνειδητοποιεί έντρομος ότι πρέπει να είναι πλέον ευχαριστημένος με την ηρεμία της πιο δικής του, αυστηρά κοντινής του μέρας και με όσες νύχτες δεν καταλήγουν άυπνες από τη διασπορά των φρικτών ειδήσεων. Οταν χάνεται ένα πολιτικό αεροσκάφος, χάνεται μαζί του το ακριβό φορτίο της ανθρώπινης ζωής. Και η ευζωία. Οταν ένα πολεμικό ξερνάει πάνω από αμάχους, κάποιοι χάνουν επίσης τη ζωή τους επειδή άλλοι περιφρόνησαν εξαρχής και την παραμικρή της πιθανότητα. Εδώ ο θάνατος είναι προαποφασισμένος.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>«Το καλοκαίρι όλα τ’ αλέθει / σκοτώνει όλων των γιατί τα βρέφη» λέει ένα δίστιχο του Κώστα Κουτσουρέλη. Το σκληρό θέρος συντρίβει τα ερωτήματα εν τη γενέσει τους. Φανταζόταν, άραγε, ο ποιητής ότι θα μπορούσε να σκοτώσει και τα ίδια τα βρέφη, έτσι, χωρίς γιατί;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><em><strong>* Η Γ. Τριανταφυλλίδου είναι ποιήτρια</strong></em></p>
<p>&nbsp;</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://archive.efsyn.gr/?feed=rss2&#038;p=225129</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Ο Καβάφης και το Αρχαίο Θέατρο</title>
		<link>https://archive.efsyn.gr/?p=218470&#038;utm_source=rss&#038;utm_medium=rss&#038;utm_campaign=%25ce%25bf-%25ce%25ba%25ce%25b1%25ce%25b2%25ce%25ac%25cf%2586%25ce%25b7%25cf%2582-%25ce%25ba%25ce%25b1%25ce%25b9-%25cf%2584%25ce%25bf-%25ce%25b1%25cf%2581%25cf%2587%25ce%25b1%25ce%25af%25ce%25bf-%25ce%25b8%25ce%25ad%25ce%25b1%25cf%2584%25cf%2581%25ce%25bf</link>
		<comments>https://archive.efsyn.gr/?p=218470#comments</comments>
		<pubDate>Sun, 20 Jul 2014 11:45:19 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[ART]]></category>
		<category><![CDATA[ΑΝΟΙΧΤΟ ΒΙΒΛΙΟ]]></category>
		<category><![CDATA[ΒΙΒΛΙΟΣΤΑΤΗΣ]]></category>
		<category><![CDATA[ΘΕΜΑΤΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΣΤΗΛΕΣ]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://archive.efsyn.gr/?p=218470</guid>
		<description><![CDATA[Τoυ Δημήτρη Δασκαλόπουλου* &#160; Το μάλλον θορυβώδες, και όχι πολύ αποτελεσματικό, επετειακό «Ετος Καβάφη» έχει εκπνεύσει ημερολογιακώς, αλλά από την αρχή του τρέχοντος έτους εμφανίζονται κάθε τόσο καινούργια βιβλία για τον Αλεξανδρινό και το έργο του, όπως και διάφορες ανατυπώσεις ποιημάτων του. Μερικά απ’ αυτά τα βιβλία προβάλλονται και σχολιάζονται ήδη ποικιλοτρόπως. &#160; Στο σημερινό [&#038;hellip]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p><strong><a href="http://archive.efsyn.gr/wp-content/uploads/2014/07/getFil32666eArchive.jpg" rel="lightbox[ set1 ]"><img class="alignleft wp-image-218670" src="http://archive.efsyn.gr/wp-content/uploads/2014/07/getFil32666eArchive.jpg" alt="ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΑΣΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ" width="71" height="100" /></a>Τoυ Δημήτρη Δασκαλόπουλου*</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Το μάλλον θορυβώδες, και όχι πολύ αποτελεσματικό, επετειακό «Ετος Καβάφη» έχει εκπνεύσει ημερολογιακώς, αλλά από την αρχή του τρέχοντος έτους εμφανίζονται κάθε τόσο καινούργια βιβλία για τον Αλεξανδρινό και το έργο του, όπως και διάφορες ανατυπώσεις ποιημάτων του. Μερικά απ’ αυτά τα βιβλία προβάλλονται και σχολιάζονται ήδη ποικιλοτρόπως.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Στο σημερινό σημείωμά μου θέλω να συστήσω και να προτείνω στους αναγνώστες του Καβάφη ένα μελέτημα που δεν πρόκειται να απασχολήσει τον ημερήσιο και περιοδικό Τύπο, τουλάχιστον στον βαθμό και την έκταση των υπολοίπων. Πρόκειται για τη διδακτορική διατριβή της Ευφροσύνης (Φρύνης) Κωσταρά, με τίτλο Καβάφης και Αρχαίο Θέατρο, που υποβλήθηκε, εγκρίθηκε και εκδόθηκε από το Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πατρών (2014).</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Στις 570 σελίδες του βιβλίου, με υποδειγματική μεθοδολογία και γνωστική επάρκεια, η Κωσταρά καλύπτει ένα χρονίζον ζητούμενο των καβαφικών σπουδών: τη σχέση του ποιητή με το θέατρο και, ειδικότερα, με το αρχαίο θέατρο, όχι μόνον της ελληνικής αλλά και της ρωμαϊκής και της ύστερης αρχαιότητας. Η διερεύνηση του θέματος γίνεται παράλληλα προς τις φάσεις της ποιητικής ανέλιξης του Καβάφη: από τα πρώιμα δείγματα γραφής του προς τον ρομαντισμό και τον συμβολισμό και απ’ εκεί προς την ώριμη ρεαλιστική του περίοδο. Ιδιαίτερο κεφάλαιο αφιερώνεται στις σχέσεις Καβάφη-Αισχύλου, όπως και στο γνωστό καβαφικό κείμενο που τιτλοφορήθηκε «Εκκλησία και Θέατρο», γραμμένο ως βιβλιοκρισία για την ομότιτλη μελέτη τού μετέπειτα καθηγητή Θεολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Γρηγορίου Παπαμιχαήλ.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Στηριγμένη, με εντυπωσιακή ενημερότητα, στην ελληνική και διεθνή βιβλιογραφία για το θέμα της, η Κωσταρά προσφέρει όχι μόνον στον ειδικό αλλά και στον απλό αναγνώστη εξαιρετικά και πρωτότυπα στοιχεία για το κλίμα της θεατρικότητας, που αποτελεί μόνιμο και επανερχόμενο μοτίβο σε πολλά ποιήματα του Αλεξανδρινού. Θα τολμούσα να πω ότι ακόμη και ο ιδιαιτέρως εξοικειωμένος με το έργο του Καβάφη μπορεί να αλιεύσει σωρεία πληροφοριών που του έχουν διαφύγει. Πρόκειται για βιβλίο αναφοράς.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Αναζητήστε το.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><em><strong>* Ο Δ. Δασκαλόπουλος είναι ποιητής και βιβλιογράφος</strong></em></p>
<p>&nbsp;</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://archive.efsyn.gr/?feed=rss2&#038;p=218470</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
	</channel>
</rss>
