<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?>
<rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>Εφημερίδα των Συντακτών &#187; ΑΝΟΧΥΡΩΤΗ ΠΟΛΗ</title>
	<atom:link href="https://archive.efsyn.gr/?cat=83918&#038;feed=rss2" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://archive.efsyn.gr</link>
	<description>online έκδοση</description>
	<lastBuildDate>Wed, 12 Nov 2014 13:50:29 +0000</lastBuildDate>
	<language>el</language>
		<sy:updatePeriod>hourly</sy:updatePeriod>
		<sy:updateFrequency>1</sy:updateFrequency>
	<generator>https://wordpress.org/?v=3.9.25</generator>
	<item>
		<title>Το σώμα στην πόλη</title>
		<link>https://archive.efsyn.gr/?p=248492&#038;utm_source=rss&#038;utm_medium=rss&#038;utm_campaign=%25cf%2584%25ce%25bf-%25cf%2583%25cf%258e%25ce%25bc%25ce%25b1-%25cf%2583%25cf%2584%25ce%25b7%25ce%25bd-%25cf%2580%25cf%258c%25ce%25bb%25ce%25b7</link>
		<comments>https://archive.efsyn.gr/?p=248492#comments</comments>
		<pubDate>Sun, 02 Nov 2014 12:50:23 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[Nησίδες]]></category>
		<category><![CDATA[ΑΝΟΧΥΡΩΤΗ ΠΟΛΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΣΤΗΛΕΣ]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://archive.efsyn.gr/?p=248492</guid>
		<description><![CDATA[Του Θωμά Τσαλαπάτη &#160; Είναι η στιγμή που περιφέρεσαι στην πόλη, η στιγμή που θέτεις σε συνομιλία δύο όρια. Το όριο του εαυτού όπως ειπώνεται από το σώμα σου, το όριο του βλέμματος όπως το επιβάλλει η πόλη. Ολη αυτή η σάρκα που αγκαλιάζει την ανάσα σου, όλο αυτό το τσιμέντο που αγκαλιάζει την όρασή [&#038;hellip]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p><strong>Του Θωμά Τσαλαπάτη</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Είναι η στιγμή που περιφέρεσαι στην πόλη, η στιγμή που θέτεις σε συνομιλία δύο όρια. Το όριο του εαυτού όπως ειπώνεται από το σώμα σου, το όριο του βλέμματος όπως το επιβάλλει η πόλη. Ολη αυτή η σάρκα που αγκαλιάζει την ανάσα σου, όλο αυτό το τσιμέντο που αγκαλιάζει την όρασή σου. Και μέσα από τη συνομιλία το σώμα γίνεται σύνορο. Σύνορο ανάμεσα στο κορμί και αυτό που το απειλεί. Το ενδεχόμενο, την εκδορά, την πληγή. Το σώμα συνομιλεί με ό,τι ζητά να το μεταβάλει. Τις γωνίες και τα υψώματα, τις απότομες πτώσεις και τα απροσδόκητα άλματα και, κυρίως, τα άλλα σώματα. Να τοποθετούν το όριο του δικού τους σώματος στο όριο του βλέμματός σου αντικείμενα και ενδεχόμενα σε σχέση με το δικό σου σώμα.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Στο ευφυές του δοκίμιο για τη μάζα, το πλήθος και την εξουσία ο Ελία Κανέτι ξεκινά με τη διάσημη φράση «τίποτα δεν φοβάται περισσότερο ο άνθρωπος από το άγγιγμα του αγνώστου». Και ενώ τριγυρίζεις ανάμεσα στο πλήθος, υπάρχει μια στιγμή όπου ανάμεσα στα ξένα σώματα μπορείς να φανταστείς το βάρος από τα ενδεχόμενα των επαφών που πλέουν γύρω σου. Δεν είναι αγοραφοβία, είναι το μέτρημα του βάρους της στιγμής. Σαν την περιγραφή εκείνου εκεί του συγγραφέα, ο οποίος βρέθηκε σε ένα γήπεδο ενώ παίκτες και κοινό κράτησαν ενός λεπτού σιγή. Το βάρος της στιγμής δεν είχε να κάνει με τον χρόνο των 60 δευτερολέπτων της παύσης, αλλά πολύ περισσότερο με μια σιωπή πολλαπλασιασμένη από τον κάθε παρόντα, ένα πλήθος σιωπής που μετέβαλε τη στιγμή σε μια ατελείωτη βουβή έκταση. Με τον ίδιο τρόπο το σώμα πολλαπλασιάζει τα ενδεχόμενα των γύρω επαφών, μετρά τη στιγμή, τη ζωή σε όλα τα «δυνάμει» της. Καταμετρά τις χειρονομίες, τις άμυνες και τις επιθέσεις, τα νεύματα, το άρπαγμα, το χάδι, όλα όσα ακυρώθηκαν και όλα όσα θα επιβεβαιωθούν.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Η κάθετη ευθεία του σώματος συνομιλεί με την κάθετη ευθεία της πόλης, τα παραταγμένα όρθια κτίρια. Μετρά τις εκτάσεις που διαμορφώθηκαν ώστε να φιλοξενήσουν τις υπόλοιπες κάθετες, τα υπόλοιπα σώματα και με τον τρόπο αυτό γίνεται άξονας της όποιας αντίληψης για το γύρω, μια πυξίδα που ορίζει τα μεγέθη και τη συνύπαρξή τους. Και έτσι πάντα τριγυρνά με τη διπλή του υπόσταση ως κάτι το ανεξάρτητο, το αυτοτελές που διεκδικεί τη μοναξιά και την αυτάρκειά του και ταυτόχρονα ως μονάδα του πλήθους, ως σημείο ανάμεσα σε άλλα σημεία σε μια αδιάκοπη ροή ζωής.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Αλλωστε το σώμα είναι μια ατελείωτη υπενθύμιση του παρόντος, μια μόνιμη και σταθερή καταγραφή του χρόνου στο κάθε τώρα της, ο πιο μόνιμος σελιδοδείκτης των ημερών μας. Ισως γι’ αυτό να επιθυμούμε τόσο έντονα να ξεχαστούμε από το σώμα. Εφευρίσκοντας μονίμως νέους τρόπους. Μέσα από το άμεσο της χρήσης των ουσιών, μέσα από την ένωση με τη μάζα του πλήθους, ως οργανικό και ομοιόμορφο κομμάτι ενός τυφλού συνόλου, μέσα από την ερωτική ένωση όταν τα όρια των σωμάτων μπλέκονται σε μια ενσαρκωμένη ανάσα. Και μέσα από τον δρόμο της υπέρβασης της σωματικότητας διαμέσου της υπερβολής της: τη γυμναστική στα όρια της παραμόρφωσης, τα μπότοξ και τις πλαστικές στα όρια της παραμόρφωσης, τα σκουλαρίκια και τα τατουάζ στα όρια της παραμόρφωσης. Δεν είναι η εικόνα μόνο που παραμορφώνεται, πολύ περισσότερο είναι ο χρόνος. Σε μια προσπάθεια να τον ξορκίσουμε παραμορφώνοντας τις καταγραφές του.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Αλλά το σώμα πάνω απ’ όλα είναι μνήμη. Μνήμη των εμπειριών και των άλλων σωμάτων, της χειρονομίας, της επαφής και του μετεωρισμού. Της εμπειρίας στον ελάχιστο βαθμό της συνείδησής της, φτάνοντας στο σημείο που σε ενώνει με τον οποιονδήποτε. Μνήμη κυρίως των στιγμών που αντιστρέφουν εκείνον τον «φόβο του αγγίγματος». Μια θερμή πρώτη χειραψία με κάποιον άγνωστο, ένα σκούντημα κατανόησης στον ώμο, ή ο τρόπος που ο ήλιος βουλιάζει στα ξανθά μαλλιά της.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><strong>tsalapatis.blogspot.gr</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://archive.efsyn.gr/?feed=rss2&#038;p=248492</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Αδειες παρελάσεις και κούφια μνήμη</title>
		<link>https://archive.efsyn.gr/?p=246759&#038;utm_source=rss&#038;utm_medium=rss&#038;utm_campaign=%25ce%25b1%25ce%25b4%25ce%25b5%25ce%25b9%25ce%25b5%25cf%2582-%25cf%2580%25ce%25b1%25cf%2581%25ce%25b5%25ce%25bb%25ce%25ac%25cf%2583%25ce%25b5%25ce%25b9%25cf%2582-%25ce%25ba%25ce%25b1%25ce%25b9-%25ce%25ba%25ce%25bf%25cf%258d%25cf%2586%25ce%25b9%25ce%25b1-%25ce%25bc%25ce%25bd%25ce%25ae%25ce%25bc%25ce%25b7</link>
		<comments>https://archive.efsyn.gr/?p=246759#comments</comments>
		<pubDate>Sun, 26 Oct 2014 12:49:20 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[Nησίδες]]></category>
		<category><![CDATA[ΑΝΟΧΥΡΩΤΗ ΠΟΛΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΣΤΗΛΕΣ]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://archive.efsyn.gr/?p=246759</guid>
		<description><![CDATA[Οι αμείλικτες φωνές μας θα τρελάνουν τη σιωπή,
Και θα λυσσάξουν την παχιά ησυχία,
Θα ξεσκεπάσουνε την έκταση του πόνου απ’ άκρη σ’ άκρη,
Θα δείξουν όλη την ασχήμια της σκλαβιάς,
Θα κάμουν τα παιδιά να φτύσουνε στα μάτια των γονιών τους,
Που τα στολίσαν και τα στρίμωξαν σε τόσο σπαραγμό, να καμαρώσουν
Τις άγριες παρελάσεις
Βύρωνας Λεοντάρης, Οχι σαν τα πουλιά]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p>Οι αμείλικτες φωνές μας θα τρελάνουν τη σιωπή,<br />
Και θα λυσσάξουν την παχιά ησυχία,<br />
Θα ξεσκεπάσουνε την έκταση του πόνου απ’ άκρη σ’ άκρη,<br />
Θα δείξουν όλη την ασχήμια της σκλαβιάς,<br />
Θα κάμουν τα παιδιά να φτύσουνε στα μάτια των γονιών τους,<br />
Που τα στολίσαν και τα στρίμωξαν σε τόσο σπαραγμό, να καμαρώσουν<br />
Τις άγριες παρελάσεις<br />
<strong>Βύρωνας Λεοντάρης</strong>, Οχι σαν τα πουλιά</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><strong>Του Θωμά Τσαλαπάτη</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Μες στα χασμουρητά της επανάληψης και την κοινοτοπία του κύκλου, οι εθνικές εορτές δεν αποτελούν απλά επετείους ιστορικών γεγονότων αλλά ταυτόχρονα και επετείους επετείων. Μέσα στα έτη εορτάζουμε την επιστροφή τρόπων εορτασμού, τρόπων περιγραφής και τρόπων μνήμης. Σημεία, τελετουργίες και κώδικες.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Ετσι και φέτος, στις 28 Οκτώβρη, θα θαυμάσαμε την ένδοξη εθνική μας παρέλαση. Τις τροχοφόρες και ένστολες αμυντικές δαπάνες, τους στρατιώτες στρατοκόπους, την ατμόσφαιρα της στρατόσφαιρας. Το παρελθόν ντυμένο στο χακί, γιορτάζοντας τη διακεκομμένη γλώσσα της ιστορίας, την εθνοπερήφανη άγνοιά μας, τις κατασκευές και τα μπαλώματα. Και μαζί τη μικρογεωγραφία της σεμνής τελετής, τις μαθητικές παρελάσεις με την άγουρη πούδρα, το γερασμένο λευκό των πουκαμίσων, την ομοιομορφία της κρατικής γεωμετρίας. Σημαιοφόροι βραβευμένοι με έθνος ακολουθούμενοι από παραστάτες, οδηγοί και οδοιπόροι και η φωνή του υπερήφανου σπίκερ της δημόσιας τηλεόρασης να μας επιβεβαιώνει με υπερήφανα σαρδάμ, τον ηρωισμό της Μπουμπουλίνας, τα κατορθώματα των Ελλήνων, το ανυπέρβλητο θάρρος του στρατού, τον ένδοξο κυματισμό της πολεμικής σημαίας. Και κάπου εκεί πίσω ο επαναλαμβανόμενος τυμπανισμός της μπάντας που ακούς απ’ τα μαθητικά σου χρόνια, να μπουκώνει την ακοή, το τύμπανο του αυτιού να σου υπενθυμίζει τις πιο ανούσιες περιοχές της μνήμης.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Και γύρω από το γεγονός η παρέλαση σχολιασμών και συζητήσεων. Το ερώτημα για το ποια αναγκαιότητα και ποια ουσία εξυπηρετεί όλη αυτή η ένοπλη πασαρέλα. Οι σποραδικές ρατσιστικές εξάρσεις για τους σημαιοφόρους, τα σεξιστικά σχόλια για τις καθηγήτριες και οι Ρεπουσιώδεις συζητήσεις γειωμένες στο πουθενά, αντανακλαστικά επαναλαμβανόμενες και αποπροσανατολιστικά χρήσιμες και λειτουργικές.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Ετσι, ανάμεσα στις διάφορες επετειακές στρώσεις, φέτος στις 28 του Οκτώβρη θα γιορτάσουμε ταυτόχρονα και τον τρόπο των παρελάσεων της κρίσης. Με δεκάδες κλούβες και χιλιάδες αστυνομικούς, με κάγκελα, περιορισμούς και απαγορεύσεις, μια παρέλαση αποκλειστικά για επισήμους, μόνο κατόπιν πρόσκλησης, με το προνόμιο της θέασης να ταυτίζεται με την οκνηρία της υποχρέωσης (Ακόμα δεν μπορώ να ξεχάσω τις δηλώσεις του Δημήτρη Αβραμόπουλου στην τελευταία παρέλαση της 25ης Μαρτίου: Ανάμεσα σε άλλα δήλωσε πως η στρατιωτική παρέλαση στέλνει ένα μήνυμα ειρήνης και πως την παρακολούθησαν χιλιάδες Αθηναίοι-ενώ η προσέγγιση του χώρου απαγορεύτηκε ακόμα και για τους γονείς των μαθητών που παρήλαυναν). Πρόσφατες στρατιωτικές εικόνες παρελαύνουν ταυτόχρονα: ο διαμελισμός της Ουκρανίας και οι ακροδεξιές ενέργειες, ο αποκλεισμός της Παλαιστίνης, οι ισλαμοφασίστες του Ισλαμικού Κράτους. Εκτελέσεις, βομβαρδισμοί, αποκεφαλισμοί. Παρέλαση εικόνων σκληρότητας.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Μέσα σε όλον αυτόν τον παραλογισμό προβαίνει με βήμα σημειωτόν το ερώτημα: για ποιον ακριβώς λόγο γίνονται οι παρελάσεις; Για να τιμήσουν κάποιο ένδοξο παρελθόν, για να τιμήσουν κάποιο ένδοξο παρόν; Μα όχι. Οι παρελάσεις γίνονται αποκλειστικά για να τιμήσουνε τις παρελάσεις. Τις παρελάσεις των πρόσφατων ετών που παρήλθαν, τις εποχές τις ευημερίας και της σταθερότητας, όταν η εθνική υπερηφάνεια συνόψιζε την κάθε κούφια υπόσχεση, την κάθε κούφια φράση. Τα κάγκελα γύρω από την παρέλαση δεν περιφρουρούν ούτε τους διερχόμενους, ούτε τους επισήμους, αλλά την αταραξία που παρήλθε, τη νηνεμία της αισιοδοξίας, τη μάταιη υπόσχεση πως τίποτα δεν άλλαξε. Οι κλούβες, οι αστυνομικοί περιφρουρούν τη μνήμη μιας μνήμης που μας διδάσκει να ξεχνούμε, να αντιλαμβανόμαστε το παρελθόν σαν παραμύθι και το παρόν σαν ένα Success Story πέρα από όποια διεκδίκηση. Τα κούφια λόγια, οι βαρύγδουπες ευχές και υποσχέσεις πάνω απ’ όλα περιφρουρούν το ενδεχόμενο να πάρουν άλλη μορφή οι παρελάσεις και το πλήθος στους δρόμους. Οταν όσοι παρελαύνουν δεν θα περιγράφουν μια αλλαγή, αλλά θα την ενσαρκώνουν.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><strong>tsalapatis.blogspot.gr/</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://archive.efsyn.gr/?feed=rss2&#038;p=246759</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Η Αθήνα κάτω απ’ το νερό</title>
		<link>https://archive.efsyn.gr/?p=244661&#038;utm_source=rss&#038;utm_medium=rss&#038;utm_campaign=%25ce%25b7-%25ce%25b1%25ce%25b8%25ce%25ae%25ce%25bd%25ce%25b1-%25ce%25ba%25ce%25ac%25cf%2584%25cf%2589-%25ce%25b1%25cf%2580-%25cf%2584%25ce%25bf-%25ce%25bd%25ce%25b5%25cf%2581%25cf%258c</link>
		<comments>https://archive.efsyn.gr/?p=244661#comments</comments>
		<pubDate>Sun, 19 Oct 2014 11:50:25 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[Nησίδες]]></category>
		<category><![CDATA[ΑΝΟΧΥΡΩΤΗ ΠΟΛΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΣΤΗΛΕΣ]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://archive.efsyn.gr/?p=244661</guid>
		<description><![CDATA[«Η Αθήνα μασάει σουβλάκια μες στους δρόμους
Μασάει καλαμπόκια
Κατεβαίνει στη θάλασσα με ψαροντούφεκα
Ιδρωμένα κορμιά καλλυντικές γυναίκες
-ένα κύμα ξεβρασμένο στην ακτή σαν ψόφιο κήτος
Ενας δύτης γυμνός κρεμασμένος ανάποδα στα υπόγεια του νερού...»
Βύρωνας Λεοντάρης, Ψυχοστασία ]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p>«Η Αθήνα μασάει σουβλάκια μες στους δρόμους<br />
Μασάει καλαμπόκια<br />
Κατεβαίνει στη θάλασσα με ψαροντούφεκα<br />
Ιδρωμένα κορμιά καλλυντικές γυναίκες<br />
-ένα κύμα ξεβρασμένο στην ακτή σαν ψόφιο κήτος<br />
Ενας δύτης γυμνός κρεμασμένος ανάποδα στα υπόγεια του νερού&#8230;»<br />
<strong>Βύρωνας Λεοντάρης, Ψυχοστασία III</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<p><strong>Του Θωμά Τσαλαπάτη</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Είναι η ίδια σκέψη πάνω-κάτω, κάθε που πλησιάζουν οι βροχές. Η πόλη αυτή ξεσκέπαστη, ανοιχτή, χωρίς υπόστεγα, σχεδόν χωρίς υποδομή να μεταφέρει το νερό. Και κείνο λιμνάζει μέχρι να απορροφηθεί από την επιδερμίδα των δρόμων. Η πόλη αυτή, μια τακτοποιημένη λακκούβα, μια φορητή βροχή, ένα αδιάκοπο μούλιασμα. Η πόλη αυτή δεν έχει ποτάμια, αντίθετα με κάθε μεγάλη πρωτεύουσα που δίνει χώρο στον πλωτό εαυτό της. Εδώ αποφασίσαμε να τα μπαζώσουμε. Ποτάμια σκεπασμένα και υπόγεια διατρέχουν το υπέδαφος, δίπλα σε θεμέλια, πετρώματα και βόθρους. Πού και πού μόνο, σε μια απρόσμενη σχάρα, σε κάποιον ξεχασμένο δρόμο, μπορείς να ακούσεις τη ροή τους. Σαν να τρέχουν μες στη μνήμη, μνήμη ενός παρελθόντος που δεν έζησες.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Είναι κάπου αυτή την εποχή που τα νέα συνοδεύονται από τις πλημμύρες. Γειτονιές που πλέουν, σπίτια που πνίγονται, μια πολιτεία που προχωρά πιο αργά και από γερασμένο ναυαγοσώστη. Και έχει ενδιαφέρον να γυρνάς σε κείνη την παιδική σου σκέψη, που γδύνεται την αφέλεια της ηλικίας και προχωράει σταθερή στο κεφάλι σου με νέα σημασία. Και τι θα γινόταν αν η βροχή δεν σταματούσε; Αν η ψιχάλα επέμενε σε μόνιμη ροή, αν η στάθμη ανέβαινε και οι ταράτσες γίνονταν όχθες, οι κεραίες γέμιζαν με γλάρους και οι δρόμοι, πνιγμένοι άλλοτε με ανθρώπινη ροή, γίνονταν τώρα κοίτες, πλωτές διαδρομές μιας πόλης κάτω από το νερό.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Μα δεν μιλώ για αποκάλυψη, για εικόνες καταστροφής, για ξεριζώματα. Για πνιγμένους, συντρίμμια και χαμένες περιουσίες. Απλά για μια ήπια νέα συνθήκη, όμοια με την ήπια βεβαιότητα των ονείρων, που όσο παράλογη και αν μοιάζει βιώνεται στον ύπνο ως κάτι λογικό. Μια σκέψη –έστω– να ξεχαστείς από ό,τι γύρω σου άλλαξε απότομα και ό,τι γύρω σου δεν λέει να αλλάξει.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Το σώμα της πόλης μένει κατάστικτο από μια σειρά πλατφόρμες. Κάτω από αυτές υπάρχουνε τα σπίτια και οι άνθρωποι. Τα παράθυρα γίνανε φινιστρίνια, τα πεζούλια προβλήτες, τα υπόγεια αμπάρια. Εδώ, πολλές οργιές κάτω απ’ τη θάλασσα (παραφράζοντας τον ποιητή). Κωπηλατούμε την Πατησίων αργοπορημένοι, στρίβοντας βιαστικά την Αλεξάνδρας (ραντεβού με έναν φίλο που απολαμβάνει την πολυτέλεια και την ταχύτητα ενός φουσκωτού). Μια γυναίκα δένει τη βάρκα της σε ένα φανάρι του δρόμου, ένας δύτης κολυμπάει για ψώνια, γέροι κάθονται στην κορυφή μιας παλιάς διαφημιστικής ρεκλάμας δίπλα στα θαλασσοπούλια, χαζεύοντας τα νερά, συζητώντας ήρεμα. Τα παιδιά τέλειωσαν το σχολείο και όπως στους δρόμους κάθε πόλης παίζουν με μια μπάλα (αυτή βέβαια επιπλέει). Μια πλωτή κηδεία κόβει τη ροή της κοίτης. Πλέει πένθιμα στον υγρό βηματισμό της και ύστερα χάνεται.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Εδώ οι τροχονόμοι φορούν μπρατσάκια και οι άνθρωποι μάθανε να σέβονται τα ψάρια. Οι ταξιτζήδες μιλούν μια γλώσσα λιμανίσια (εδώ δεν άλλαξαν πολλά), τα μαγαζιά δίπλα στις όχθες είναι και εδώ γεμάτα, μια πορεία από βάρκες με κόκκινες σημαίες ανεβαίνει προς την πλωτή Βουλή. Τα συνθήματα ορίζουν τον ρυθμό του κουπιού. Γέφυρες ανάμεσα στα μπαλκόνια στριμώχνουν τη συμβίωση, φέρνουν τους ανθρώπους πιο κοντά (έστω και εκβιαστικά). Η ζωή επιπλέει φυσιολογικά σε μια άλλη πόλη, πλωτή όπως ο ύπνος, αρμυρή όπως τα όνειρα, υγρή όπως τα ταξίδια.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Εδώ το μόνο ναυάγιο είναι η κανονικότητα.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>(Ναι, η ποίηση -ή η φαντασία έστω- δεν ανατρέπει καθεστώτα. Αλλά σε κάθε της έκφανση, με κάθε εναλλακτική, κάθε νέα εκδοχή και κάθε υπόθεση, μπορεί να μας πείσει πως τα καθεστώτα, ο τώρα κόσμος και οι βεβαιότητες μπορούν να ανατραπούν, να αναμορφωθούν, να πάρουν νέο σχήμα. Μπολιάζοντας μεταμόρφωση στο καθημερινό. Υπενθυμίζοντάς μας πως η πραγματικότητα είναι ρευστή, όπως οι δρόμοι μιας πόλης που ζει κάτω απ’ το νερό.)</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><strong>tsalapatis.blogspot.gr/</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://archive.efsyn.gr/?feed=rss2&#038;p=244661</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Μπουκάλια</title>
		<link>https://archive.efsyn.gr/?p=242660&#038;utm_source=rss&#038;utm_medium=rss&#038;utm_campaign=%25ce%25bc%25cf%2580%25ce%25bf%25cf%2585%25ce%25ba%25ce%25ac%25ce%25bb%25ce%25b9%25ce%25b1</link>
		<comments>https://archive.efsyn.gr/?p=242660#comments</comments>
		<pubDate>Sun, 12 Oct 2014 11:49:06 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[Nησίδες]]></category>
		<category><![CDATA[ΑΝΟΧΥΡΩΤΗ ΠΟΛΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΣΤΗΛΕΣ]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://archive.efsyn.gr/?p=242660</guid>
		<description><![CDATA[Αλίμονό σου, όταν αρχίσεις να ξεκόβεις απ’ τον πόνο του αδερφού σου,
κι απογυρνάς το βλέμμα απ’ τις πληγές, που σε φωνάζουν
και εξοικειώνεσαι με τη ζωή που ζουν τα τέρατα,
κι αρχίζει το ασυμβίβαστο να συμβιβάζεται
και το απαράδεχτο να μοιάζει βολικό
κι αρχίζει η αλήθεια μέσα σου να σώνεται και να 'ρχεται το ψέμα
σιγά σιγά, όπως η μέρα γίνεται σκοτάδι
όπως το καλοκαίρι γίνεται χειμώνας.
Αλίμονό σου, όταν το δύσκολο σου γίνει βαρετό
κι αβέρτα ρίχνεις δίκιο στους αδίκους κι αρχινάς ν’ ανακαλύπτεις
σοφίες κι ομορφιές μες στα ξεράσματα της πλήξης,
ιδανικά μες στο βυθό της αηδίας
και λες, και λες και λες…
Οταν πια δε σου φαίνονται και τόσο δύσκολα τα πράγματα
η ζωή, ο έρωτας, ο ύπνος,
όταν τριγύρω μαχαιρώνουνε τη Νύχτα
κι οι λόφοι στηθοδέρνονται,
όταν παχύνουνε τα χείλια σου τόσο πολύ, που να μπορούν
να πουν: «Κατέστην ευτυχής», αλίμονό σου.
Βύρωνας Λεοντάρης, Λεηλασία]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p>Αλίμονό σου, όταν αρχίσεις να ξεκόβεις απ’ τον πόνο του αδερφού σου,<br />
κι απογυρνάς το βλέμμα απ’ τις πληγές, που σε φωνάζουν<br />
και εξοικειώνεσαι με τη ζωή που ζουν τα τέρατα,<br />
κι αρχίζει το ασυμβίβαστο να συμβιβάζεται<br />
και το απαράδεχτο να μοιάζει βολικό<br />
κι αρχίζει η αλήθεια μέσα σου να σώνεται και να 'ρχεται το ψέμα<br />
σιγά σιγά, όπως η μέρα γίνεται σκοτάδι<br />
όπως το καλοκαίρι γίνεται χειμώνας.<br />
Αλίμονό σου, όταν το δύσκολο σου γίνει βαρετό<br />
κι αβέρτα ρίχνεις δίκιο στους αδίκους κι αρχινάς ν’ ανακαλύπτεις<br />
σοφίες κι ομορφιές μες στα ξεράσματα της πλήξης,<br />
ιδανικά μες στο βυθό της αηδίας<br />
και λες, και λες και λες…<br />
Οταν πια δε σου φαίνονται και τόσο δύσκολα τα πράγματα<br />
η ζωή, ο έρωτας, ο ύπνος,<br />
όταν τριγύρω μαχαιρώνουνε τη Νύχτα<br />
κι οι λόφοι στηθοδέρνονται,<br />
όταν παχύνουνε τα χείλια σου τόσο πολύ, που να μπορούν<br />
να πουν: «Κατέστην ευτυχής», αλίμονό σου.<br />
Βύρωνας Λεοντάρης, Λεηλασία</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><strong>Του Θωμά Τσαλαπάτη</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Τα μπουκάλια πλέουνε στο σκοτάδι. Την κοινότοπη αυτή νύχτα που πέρασε σαν τις άλλες, τη νύχτα αυτή καλοκαιριού ή χειμώνα, την ελαφρώς αλκοολούχα και βαρέως κοινωνική, σε κάποιο παγκάκι ή ομαδικό πεζούλι, σε κάποια γειτονιά ή κάποιο κέντρο. Τα μπουκάλια πλέουν, μα λίγο η ελαφριά σου μέθη, λίγο οι βιαστικές ερωταποκρίσεις σε έκαναν να ξεχάσεις να τα γεμίσεις. Με κάποιο μήνυμα, κάποια πρόχειρο κάλεσμα για βοήθεια, έστω ένα προφορικό επιφώνημα, βιαστικά εγκλωβισμένο απ’ το καπάκι. Κι έτσι άδεια περιφέρονται, στην υδρόβια ετούτη νύχτα, βουβά από παραλήπτη ή νόημα. Απόψε κανείς δεν θα σωθεί.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Είναι και οι κουβέντες αυτές πάνω απ’ τα μπουκάλια, που σε κάνουν να ξεχνιέσαι. Τα όλα και τα τίποτα αρθρωμένα σε ακαριαίες διαδοχές. Να μιλήσεις για να μιλήσεις, απλώς να ξεχαστείς στο συλλογικό προφορικό που πλάθει βιαστικά η νύχτα. Μόνο μια κουβέντα σπάει το συνεχές: «Αδειασε το μπουκάλι; Μπορώ να το πάρω; Ευχαριστώ». Μόνιμη επωδός επαναλαμβανόμενη, συνήθως από χείλη μετανάστη. Και συ συμμετέχεις, κάπου ανάμεσα στον ήπιο ενθουσιασμό της ανέξοδης προσφοράς και την ενοχική ντροπή για το πιο τυχερό της κατάστασής σου. Παραχωρείς τα μπουκάλια σου συντάσσοντας μηχανικές χειρονομίες, στοιβάζοντας μέσα σου σκέψεις και διακριτικά συναισθήματα, να τα εξετάσεις μετά, σε ένα μετά που μονίμως για λίγο αναβάλλεις.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Τα μπουκάλια πλέουν στην εικόνα σου, αυτή που τεντώνει τον χρόνο της προς τα πίσω. Τις μπίρες στο τραπέζι πριν από λίγες μέρες, τις μπίρες των Πολωνών οικοδόμων να καταναλώνονται ως εξαίρετο πρωινό στα σκαλιά της γειτονιάς, μια παρέα μεταναστών καθισμένοι σε καφάσια έξω απ’ το ψιλικατζίδικο, ένα μπουκάλι να σκάει δίπλα σου σε κάποια πορεία σκορπίζοντας στον τόπο κομφετί φωτιάς και πιο πίσω το πρώτο σου μεθύσι με δυο μπίρες, το άβολο εκείνο παιδικό παιχνίδι της μπουκάλας. Μπουκάλια που η κυβέρνηση χρησιμοποιεί ως αποδεικτικά στοιχεία τρομοκρατίας, μπουκάλια που η εργασία χρησιμοποιεί ως πρόχειρα διαλείμματα, μπουκάλια που η νύχτα χρησιμοποιεί ως εργαλεία υπερβολής (υπερφίαλες φιάλες). Και ο φίλος εκείνος που πήγε για λίγο στο Βερολίνο και από τότε δεν χάνει ευκαιρία να σου διηγηθεί το πόσα λεφτά εξοικονομούσε μέσα από το θαύμα της ανακύκλωσης.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>«Μπορώ να το πάρω;» να κόβει τις σκέψεις σου. Και ύστερα να θυμάσαι τη συμβουλή. Αφήνουμε τα μπουκάλια πάντα έξω από τους κάδους. Να τα βρει κανένας άνθρωπος να τα επιστρέψει, να βγάλει κάνα ψιλό να φάει. Η άλλη ανακύκλωση. Μα η νύχτα αραίωσε και ο κόσμος σκόρπισε και συ ξέμεινες να τελειώνεις το μπουκάλι. Βουβός από σκέψεις σηκώνεσαι και τριγυρνάς, άσκοπα στην αρχή, μα έστω και ασυναίσθητα η γύρα σου παίρνει σκοπό. Μαζεύεις άλλες οκτώ φιάλες -9 δεκάλεπτα η επιστροφή τους, όσο ένα οικολογικό σουβλάκι- και τριγυρνάς με μια αγκαλιά μπουκάλια, με λίγα χαρτονομίσματα στην τσέπη που μείναν από πριν και μια σκέψη στο μυαλό που δεν μπορείς να πολυκαταλάβεις.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Τώρα κοιτάς τη νύχτα μασουλώντας, με ύφος ελαφρώς ανόητο και ξαφνιασμένο. Και η νύχτα σού επιστρέφει το βλέμμα. Κοιτώντας σε με αυστηρότητα, κατανόηση και κυρίως κούραση, σηκώνοντας το φρύδι.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><strong>tsalapatis.blogspot.gr/</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://archive.efsyn.gr/?feed=rss2&#038;p=242660</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
	</channel>
</rss>
