- Εφημερίδα των Συντακτών - https://archive.efsyn.gr -
Πατήστε ΕΔΩ για να εκτυπώσετε
Ανθρωπος και κόσμος: ο βαθμός μηδέν
06/01/13 ART,Αρχείο Άρθρων
ΑΝΟΙΧΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: Μισέλ Φάις
Του Δημήτρη Δημηρούλη
[1]Ο Βίτολντ Γκομπρόβιτς (1904-1969) ανήκει στους άναρχους του ευρωπαϊκού μοντερνισμού. Εμφανίστηκε στα πολωνικά γράμματα το 1933, όμως η τύχη το έφερε να παλεύει με τη γλώσσα και το παρελθόν του στην Αργεντινή. Βρέθηκε εκεί για σύντομο ταξίδι το 1939, αλλά η έκρηξη του πολέμου τον εμπόδισε να επιστρέψει. Είκοσι τέσσερα χρόνια κράτησε η «επίσκεψη», έως το 1963, όταν ήρθε οριστικά στην Ευρώπη. Πέθανε στη Γαλλία το 1969.
Η στόχευσή του, στη ζωή και στην τέχνη, ήταν πάντα λοξή` η γραφή του, στο θέατρο ή στο μυθιστόρημα, πολιορκεί διαρκώς την παράβαση` ο στοχασμός του κυριαρχείται από έναν οργισμένο σαρκασμό που αγγίζει τα όρια του μηδενιστικού κυνισμού. Ασκεί την τέχνη με φιλοσοφημένη ειρωνεία. Ενοχλεί γιατί αποσταθεροποιεί εμπεδωμένες προσδοκίες και χλευάζει τον καλομαθημένο αναγνώστη. Στο ευρύτερο κοινό είναι γνωστός για το μυθιστόρημα «Πορνογραφία» (1960) και το θεατρικό «Ο Γάμος» (1948).
Η μυθιστορηματική παρωδία «Κόσμος» (μτφρ. Β. Αμανατίδης, εκδ. Νεφέλη, σελ. 368) είναι το τελευταίο του έργο (1965) και το μόνο που δεν είχε μεταφραστεί στα ελληνικά. Πρόκειται για κείμενο που σε αιφνιδιάζει εξαρχής ολοκληρωτικά, όχι τόσο με όσα αφηγείται όσο με τον τρόπο της αφήγησης: μια απειλητική φλυαρία που αδειάζει το στομάχι, σαν να βουλιάζεις στην πιο αποξενωμένη γωνιά της ύπαρξης, σε μια μαύρη ναυτία, καθώς αναδύονται πνιγηρές μνήμες από καφκικά αδιέξοδα, μπεκετικές ακινησίες και σαρτρικές εκμηδενίσεις.
Ο συγγραφέας στριμώχνει τον αναγνώστη, τον κάνει να νιώθει δυσάρεστα, τον παγιδεύει σε μια κατάσταση όπου όλα μοιάζουν να έχουν νόημα και κανένα πράγμα δεν σημαίνει τίποτα.
Σημαντικά λογοτεχνικά θέματα, όπως ο έρωτας και ο θάνατος, κατασπαράσσονται από τα μάτια του αφηγητή, που είναι φυλακισμένος στην παρατήρηση, συσχετίζοντας μανιωδώς τα πάντα, χωρίς να βρίσκει στιγμή ανάπαυλας:
«Μια συντριπτική αφθονία συνδέσεων, συσχετίσεων… Πόσες προτάσεις μπορεί να δημιουργήσει από τα είκοσι τέσσερα γράμματα της αλφαβήτου; Πόσα νοήματα μπορεί κανείς να σταχυολογήσει μέσα από εκατοντάδες ζιζανίων, χωμάτινων σβόλων και ανάλογων ασημαντοτήτων;».
Η διολίσθηση στο παράλογο συμβαίνει σχεδόν αθόρυβα, καθώς δύο νεαροί πάνε διακοπές, ο ένας για να αποδράσει από την καταπίεση της οικογένειας και ο άλλος του εργοδότη. Εκεί συναντούν συνηθισμένους ανθρώπους και συμβαίνουν συνηθισμένα πράγματα: κοινωνική φλυαρία, καβγαδάκια, κρυφοί πόθοι, μελοδραματικές εκρήξεις, τίποτα ιδιαίτερο. Ωστόσο η ματιά του ήρωα βλέπει σε όλα τα ίχνη μιας επικείμενης συνωμοσίας. Είναι αιχμάλωτος των συσχετισμών: «Αχ, οι συνδέσεις. Πάψε να συνδέεις – να συσχετίζεις».
Εναντι των πραγμάτων. Τον τσακίζει η εφόρμηση των φαινομένων. Δεν αντέχει την αδιαφορία τους, το κενό του χρόνου που φρουρούν. Προσπαθεί να ανιχνεύσει κάποιο σχέδιο, μια πρόθεση, να βγει σε ξέφωτο νοήματος, να καταλήξει σε μια φαινομενολογία του βλέμματος: «Υπάρχει μια περίσσεια, ένα είδος υπερβολής πραγματικότητας, ένα φούσκωμά της που την καθιστά αβίωτη […] Η αδιαφορία που επεδείκνυαν τα αντικείμενα, τα ήδη σχεδόν εχθρικά και βλοσυρά… ».
Οι άλλοι χαρακτήρες είναι απλοί κομπάρσοι, σκιές χαμένες στη σκληρότητα των πραγμάτων. Κυρίαρχος είναι ο ακατάσχετος λόγος απέναντι στα πράγματα, η προσήλωση στη λεπτομέρεια που σε απομακρύνει τελικά από αυτά: «Η υπερβάλλουσα εστίαση σε ένα αντικείμενο οδηγεί σε περισπασμό, αυτό το ένα αντικείμενο συγκαλύπτει οτιδήποτε άλλο […] Προσκολλήθηκα ολόκληρος στον φελλό, και έτσι βρήκα καταφύγιο σε αυτόν μέχρι που πήγαμε για ύπνο […] ο φελλός έγινε υπό μία έννοια η βάρκα μου στον ωκεανό».
Οι ενδείξεις οδηγούν στην εξουθένωση της λογικής. Ενα κρεμασμένο σπουργίτι κι ένα σπασμένο κλαδάκι τον οδηγούν να κρεμάσει τη γάτα της γυναίκας που αγαπά για να την πλησιάσει περισσότερο και όσο προχωρεί η αφήγηση είναι έτοιμος να ολοκληρώσει το πάθος του ταυτίζοντας τον έρωτα με τον θάνατο: «Εφόσον ήθελα να τη σκοτώσω δεν γίνεται παρά να ήταν ερωτευμένη μαζί μου».
Στην πραγματικότητα τίποτα δεν συμβαίνει, ο κόσμος παραμένει αδιάφορος όπως πάντα, οι άνθρωποι συνεχίζουν να ζουν, κανείς δεν φαίνεται να υποψιάζεται ότι ο ήρωας διαβάζει τα σημεία καταχρηστικά, αναζητώντας μιαν άγκυρα νοήματος για να σταματήσει, ένα αγκυροβόλι αλήθειας τη στιγμή της σύλληψής της: «Αραγε τίποτα δεν μπορεί ποτέ να εκφραστεί πραγματικά, να αποδοθεί μες στην ανώνυμη διάπλασή του, δεν μπορεί άραγε ποτέ κανείς να αποδώσει τη συγκεχυμένη βουή της εκκολαπτόμενης στιγμής;». Κάτι τέτοιο όμως είναι ανέφικτο: «Η περιβάλλουσα πραγματικότητα ήταν ήδη σαν να είχε μολυνθεί από την πιθανότητα των σημασιών».
Το μυθιστόρημα του Γκομπρόβιτς σε εξουθενώνει γιατί δεν αφήνει καμιά διέξοδο. Θα μπορούσε να ήταν μια φιλοσοφική πραγματεία για την ξενότητα, την αλλοτρίωση, το υπαρξιακό κενό, για το μηδέν που ακόμη συνεχίζει να σημαίνει. Ως λογοτεχνία ανατρέπει το νόημα του λογοτεχνικού, σε κάνει να σκεφτείς ξανά το νόημα της ίδιας της τέχνης.
Ο μεταφραστής έκαμε καλή δουλειά, μολονότι βασίστηκε στην αγγλική μετάφραση και προσέφυγε στο πολωνικό πρωτότυπο διά της «μεταφραστικής τεθλασμένης». Το επιμύθιο είναι αναπόφευκτο: «Τι μπορεί κανείς να γνωρίζει, τίποτα δεν μπορεί να γνωρίζει κανείς, όλα είναι άγνωστα…».
Σύνδεσμος άρθρου : https://archive.efsyn.gr/?p=12650
Πατήστε ΕΔΩ για να εκτυπώσετε