- Εφημερίδα των Συντακτών - https://archive.efsyn.gr -

Τα «χρονικά» του Πάτροκλου Γιατρά

21/07/13 ART,ΑΝΟΙΧΤΟ ΒΙΒΛΙΟ,ΘΕΜΑΤΑ

[1]Νάσος Βαγενάς «Γκιόστρα. Κείμενα κριτικής διαμάχης», Μικρή Αρκτος, 2012, σελ.368.

 

 

 

 

 

 

[2]Νάσος Βαγενάς «Σημειώσεις από την αρχή του αιώνα», Πόλις, 2013, σελ. 355.

 

 

 

 

 

 

Του Αριστοτέλη Σαΐνη

 

[3]Μικροί εμφύλιοι συνταράζουν συχνά-πυκνά τη λογοτεχνική κριτική. Η ιστορία της δεν προχωρά μόνο με ήπιες αντιπαραθέσεις αλλά –ήδη από τη θρυλική διαμάχη Ροΐδη / Βλάχου– και με κονταροχτυπήματα. Στην «Γκιόστρα» (η κονταρομαχία στη γλώσσα του Κορνάρου) ο Νάσος Βαγενάς θέτει στο στόχαστρό του παραλείψεις, αβλεψίες αλλά και εδραιωμένες βεβαιότητες ή μύθους της κριτικής. Πρόκειται για κείμενα ανοιχτής πολεμικής για θέματα που απασχόλησαν την κριτική την τελευταία δεκαετία: οι απαρχές της νεοελληνικής λογοτεχνίας, η πεζογραφία των Επτανήσων, η υποδοχή του Καρυωτάκη, ο βιογραφισμός στη λογοτεχνία κ.ά. Δίδυμος τόμος με τον «Κινούμενο Στόχο» (Πόλις, 2011), το βιβλίο επισημαίνει εκ νέου την επιτακτική ανάγκη για προσεκτικότερη ανάγνωση της λογοτεχνικής μας παράδοσης.

 

Στις «Σημειώσεις από την αρχή του αιώνα» ο τόνος μπορεί να πέφτει, ωστόσο τα βέλη συνεχίζουν να εκτοξεύονται «δεξιά» και «αριστερά», καθώς το κριτικό βλέμμα ανοίγει για να αγκαλιάσει πλήθος εκφάνσεις του πολιτισμού. Επιφυλλίδες και κριτικές παρεμβάσεις σχολιάζουν τη φιλολογική, πολιτισμική και πολιτική επικαιρότητα: από τη διαφημιστική βία και το έτος Εμπειρίκου (2002) έως τον πρόλογο στο τελευταίο βιβλίο του Τοντορόφ (2013). Οι νέες «χρονολογημένες σημειώσεις» του Βαγενά κινούνται επίσης γύρω από τους άξονες της κριτικής παρανάγνωσης και του θεωρητικού αστιγματισμού που χαρακτηρίζει, κατά τη γνώμη του, τα συγγραφικά και κριτικά μας ήθη, συνεχίζοντας την αναθεωρητική γραμμή που είχε εγκαινιάσει με τη μελέτη «Μύθοι της λογοτεχνικής κριτικής μας» («Το Βήμα», 9/10/1988). Ο Βαγενάς ασκεί έκτοτε, με κάθε ευκαιρία, έλεγχο στην άκριτη αποδοχή κάθε νέας θεωρητικής πρότασης και στην αδόκιμη εφαρμογή της. Δεν διστάζει, δε, να επικρίνει με πειστικά επιχειρήματα περιώνυμους κριτικούς που αντιμετωπίζονται με δέος από την εγχώρια διανόηση.

 

Την προϊστορία του κριτικού επιφυλλιδογράφου Βαγενά θα την αναζητούσα στη σύντομη ανθολόγηση αφορισμών με τον τίτλο «Σημειώσεις για την ποίηση» (περιοδ. «Δέντρο», 14, 1980) και την υπογραφή του Πάτροκλου Γιατρά, ψευδώνυμου-προσωπείου που συντροφεύει τον Νάσο Βαγενά από τη «Συντεχνία» (1976) έως τη σκωπτική ποίηση της συλλογής «Στέφανος» (2004). Πράγματι αρκετές επιφυλλίδες του δεν αποτελούν παρά αναπτύγματα αντιφατικών -εκ πρώτης όψεως- αποφθεγματικών διατυπώσεων και αφορισμών. Τα κείμενα λ.χ. «Δύσκολοι καιροί για την παρωδία», «Μεταμοντερνισμός και παρωδία», «Για τη νεοελληνική παρωδία» δεν αποτελούν παρά ανάπτυξη της θέσης ότι: η παρωδία είναι «το αριστοκρατικότερο λογοτεχνικό είδος»! (σελ.45)

 

Η πρωτοπόρα συμμετοχή του Βαγενά στην επίσημη εισαγωγή του ύφους του Μπόρχες («Συντεχνία», 1976) στην ελληνική λογοτεχνία έχει αφήσει τα ίχνη της και στον κριτικό του λόγο. Τα πιο δραστικά κείμενα του τόμου (αυτά που θεματικά περιγράφουν τις «εκτεταμένες επικράτειες της σημερινής κριτικής ασυναρτησίας», ιδίως όταν υποχωρεί ο υπόρρητος διδακτισμός και εξαφανίζονται οι αναφορικοί δείκτες που τα συνδέουν με πρόσωπα και πράγματα) μπορούν να διαβαστούν ως μίμηση των «Χρονικών του Μπούστος Ντομέκ». Οπως σχολίαζε ο Χερβάσιο Μοντενέγκρο προλογίζοντας τις αφηγήσεις των Μπόρχες-Κασάρες, «όποιος επιθυμεί να αναδιφήσει το μυθιστόρημα, την ποίηση, τη μουσική, την αρχιτεκτονική, τη γλυπτική, το θέατρο και τα πιο ποικίλα οπτικοακουστικά μέσα που χαρακτηρίζουν την εποχή μας, θα πρέπει, είτε του αρέσει είτε όχι, να εφοδιαστεί με αυτόν τον απαραίτητο οδηγό, πραγματικό μίτο Αριάδνης που θα τον πάρει από το χέρι και θα τον οδηγήσει ώς τον Μινώταυρο»… της κριτικής σύγχυσης και ασυναρτησίας που χαρακτηρίζει την «ακαδημαϊκή πρωτοπορία» τής σήμερον.

 

Εξ ου και αυτή η φροντίδα για το ύφος (σαφήνεια και αποφυγή σκοτεινότητας) και οι εναλλαγές της ειρωνικής τονικότητας σε όλη την κλίμακα μεταξύ χονδροειδούς, λεπτής και απροσδιόριστης ειρωνείας. Η αυστηρή δομή και η ατράνταχτη συλλογιστική ενός δοκιμίου συνδυάζονται με περίτεχνα γυρίσματα της πένας, όπως και στους ψευδοδοκιμιακούς λαβυρινθώδεις κόσμους του Μπόρχες. Με όρους του ίδιου του συγγραφέα θα έλεγα ότι χρησιμοποιείται μια ιδιόμορφη ειρωνικής υφής διανοητική γλώσσα που όμως είναι σε θέση να εκλύσει μεγάλα αποθέματα συγκίνησης.

 

Οπως και να έχουν τα πράγματα, οι «Σημειώσεις από την αρχή του αιώνα» αποτελούν το είδωλο των προ 15ετίας «Σημειώσεων από το τέλος του αιώνα» (Κέδρος, 1999) και μπορούν να διαβαστούν ως συνέχειες – κατά τον συγγραφέα τους και ως «κριτική της Μεταπολίτευσης», ό,τι και αν σημαίνει η λέξη πλέον, και για τον Βαγενά σημαίνει την ίδια την κρίση: αυτό που ζούμε σήμερα είναι οι συνέπειες της «υπερτριαντατριάχρονης μεταπολιτευτικής κοινωνικής ελευθεριότητας» (σ. 300). Δύσκολα θα διαφωνούσε κανείς.

 

Παρ' όλα αυτά υπάρχουν και κείμενα που σήμερα, απομακρυσμένα από τον χρόνο γραφής τους, φαντάζουν παράταιρα, όχι μόνο σε σχέση με την τρέχουσα δυστοπική επικαιρότητα (η διαφημιστική βαρβαρότητα ως το «πλέον περίοπτο στοιχείο της βάρβαρης πλευράς του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού», σε κείμενο του 2002), αλλά και σε σχέση με την ανεξίθρησκη στόχευση του κριτικού. Και εδώ αναφέρομαι κυρίως σε παρεμβάσεις που έχουν γραφτεί εν θερμώ στον προεκλογικό καύσωνα του περασμένου καλοκαιριού. Εύλογο είναι το ερώτημα αν οι εξελίξεις δικαίωσαν, έστω σε κάποιο βαθμό, την ουτοπική άλλη Ελλάδα που οραματίζεται εκεί ο ποιητής, κριτικός και πανεπιστημιακός δάσκαλος Νάσος Βαγενάς, όταν για ένα ακόμη χρόνο μια ολόκληρη κοινωνία έχει συρθεί τρομοκρατημένη να αποδεχτεί ως αναπόφευκτα τα κελεύσματα του πιο σκληρού νεοφιλελευθερισμού: τη βίαιη ισοπέδωση και την κοινωνική ερήμωση ως μονόδρομο εξόδου από την κρίση.

 

 


Σύνδεσμος άρθρου : https://archive.efsyn.gr/?p=78194