06/09/13 ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Της μη συμμορφώσεως οι άγιοι

      Pin It

Της Μικέλας Χαρτουλάρη

 

Αλεξάκης, Φιορέτος, Πελεκάνος. Σε μια εποχή όπου γίνονται συνειδητές απόπειρες η οικονομική κρίση στην Ελλάδα να αποδοθεί σε κάποια «εθνικά χαρακτηριστικά», οι τρεις αυτοί συγγραφείς της ελληνικής διασποράς δίνουν ένα διαφορετικό παράδειγμα στο διεθνές κοινό τους. Mε ορμητήριο το Παρίσι, το Βερολίνο και την Ουάσινγκτον, αντίστοιχα, συνθέτουν ένα πορτρέτο των σημερινών Ελλήνων που συγκρούεται με εκείνο το οποίο προβάλλει ο κυρίαρχος λόγος – εγχώριος, δυτικοευρωπαϊκός ή βορειοαμερικανικός. Και πρώτα-πρώτα δεν υποκύπτουν στη γενικευμένη τάση που θέλει να διαβάζει την ανθρώπινη προσπάθεια ή την υποκειμενικότητα σαν να ήταν ισολογισμός, και δεν εξετάζουν τις συντεταγμένες της «ελληνικότητας» με όρους κέρδους/κόστους. Τα μυθιστορήματά τους Ο μικρός Ελληνας, Ο τελευταίος Ελληνας και Η προμήθεια, εισάγουν ήρωες οι οποίοι δεν συμμορφώνονται ούτε με τον ορθολογισμό της αγοράς ούτε με τη νομιμοποιημένη κρατική βία. Πρωτοεκδόθηκαν στα γαλλικά, σουηδικά και αμερικανικά, αντίστοιχα, κυκλοφόρησαν στα ελληνικά (εκδ. Εξάντας, Καστανιώτη, Πατάκη, μτφρ.: Αλεξάκης, Κοσμάς, Καλοκύρης) τους τελευταίους μήνες, και παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον επειδή το επιχείρημά τους δεν είναι η γνωστή μας «θετική μοναδικότητα» των Ελλήνων -η οποία τελικά τoυς περιθωριοποιεί- αλλά η απόκλισή τους από τον κανόνα. Απόκλιση η οποία, όπως θα σχολίαζε ο Κ. Τσουκαλάς, είναι απαραίτητη για την αποκατάσταση της ισορροπίας και την ενίσχυση της δημοκρατίας.

 

«Τον αγάπησα επειδή έψαχνε πάντοτε το δρόμο προς τα κάτω, όπως το νερό, στα σημεία όπου τα όρια είναι ασαφή». Το λέει για τον Γιάννη Γεωργιάδη, τον πρωταγωνιστή του Αρη Φιορέτου, η παλιά του φίλη. Πρόσωπο τραγικό και ακατάβλητο, ο Γεωργιάδης φτάνει στη Σουηδία χωρίς εφόδια, με μόνη βεβαιότητα το ότι «κάθε άνθρωπος αποτελείται από άλλους ανθρώπους». Οι φιλοδοξίες του είναι μεγαλύτερες από τις δυνατότητές του, αποτυγχάνει στον γάμο του (με Σουηδή) και στη δουλειά του, ωστόσο δεν παραιτείται. Ανοίγεται με επιμονή στο καινούργιο, ενώ διαφυλάσσει τη μνήμη του παλιού, δίνει πάντα περισσότερα απ’ όσα παίρνει και, εντέλει, έστω και με τσακισμένες φτερούγες, πραγματώνει κάποια από τα σχέδιά του.

 

Ο 53χρονος συγγραφέας τον εμπνεύσθηκε από έναν οικογενειακό γνωστό του, και μέσω αυτού ψυχογραφεί τρεις γενιές Ελλήνων μεταναστών (από τη Μικρασία, εξαιτίας του Εμφύλιου και για λόγους οικονομικούς). Δεν συζητά όμως για «θύματα» ή για τη «νοοτροπία της μειονότητας», αλλά για μια ανήσυχη στάση ζωής που προχωρά στο μέλλον με δικούς της όρους: με κατανόηση για το παρελθόν, με αλληλεγγύη, και με μη συμμόρφωση, όπως έλεγε ο Εμπειρίκος, διεκδικώντας «τον ερχομό και την ανάγκη των νέων Παραδείσων». Εδώ ακριβώς, ο τελευταίος Ελληνας (…σε μια φανταστική «Εγκυκλοπαίδεια της Διασποράς») συναντά τον μικρό Ελληνα, που κι αυτός αντιστρατεύεται το κυρίαρχο πνεύμα της Κρίσης, πατώντας όμως στην υπόθεση της κουλτούρας.

 

Ο Βασίλης Αλεξάκης «προσκαλεί» στο μυθιστόρημά του όλους τους χάρτινους φίλους της παιδικής του ηλικίας, όπως τους θυμάται από τα Κλασικά Εικονογραφημένα: τον Ταρζάν, τον Ρομπέν, τον Ροβινσώνα, τον Ντ’ Αρτανιάν, τον Γιάννη Αγιάννη και έπειτα τον Καραγκιόζη, τον Ζορμπά και την τριάδα Γιώργο Θαλάσση – Κατερίνα – Σπίθα από τη σειρά «Μικρός Ηρως» του Ανεμοδουρά. Τους ζωντανεύει, τους μπλέκει με τους σημερινούς Γάλλους πρωταγωνιστές του βιβλίου του, και σχολιάζει τις επιδόσεις τους. Με αυτόν τον ανάλαφρο τρόπο υπογραμμίζει την ισότιμη θέση του ελληνικού δυναμικού μέσα στην ευρωπαϊκή οικογένεια.

 

Από εκεί, το μυθιστόρημά του κάνει άλμα στην επικαιρότητα και τη σκυτάλη παίρνει ο γερασμένος πια και χαμηλοσυνταξιούχος Γιώργος Θαλάσσης, που διατηρεί το παλιό του αγωνιστικό φρόνημα και θα δικαιολογήσει τους εξεγερμένους νέους ακόμη και για τις φθορές που μπορεί να προκαλούν. Διότι στους ώμους τους βαραίνουν «τα χρέη που συσσώρευσαν οι ηγέτες της χώρας» και διότι έχουν δεχτεί το βαρύτερο πλήγμα: «τους στέρησαν το δικαίωμα να ελπίζουν». Η ματιά του 70χρονου Αλεξάκη τέμνεται εδώ με αυτήν του 55χρονου Τζορτζ Πελεκάνος, ο οποίος σκαλίζει στα αστυνομικά του μυθιστορήματα τα κοινωνικά αίτια, τις φυλετικές διακρίσεις και την καταστολή που παγιδεύουν τους νέους στη βία.

 

«Η φτώχεια είναι βία» λέει ο Πελεκάνος, και υποστηρίζει το δικαίωμα όλων σε μια δεύτερη ευκαιρία ακόμη και κόντρα στο δικαίωμα για δημόσια ασφάλεια. Στην Προμήθεια, αυτή τη δεύτερη ευκαιρία τη δίνει και στον ίδιο του τον πρωταγωνιστή: τον Ελληνοαμερικανό Σπίρο Λούκας. Ο Λούκας έχει υπάρξει «κακός» αφού υπηρέτησε τη θητεία του στο Ιράκ ως πεζοναύτης, και σήμερα, στα 29 του, εργάζεται για έναν μεγαλοδικηγόρο, αναλαμβάνοντας την ανάκτηση κλοπιμαίων με υψηλή προμήθεια και υψηλό ρίσκο. Οταν όμως θα αντιληφθεί πως ο καλύτερος πελάτης του είναι μπλεγμένος στη δολοφονία δύο νεαρών και πως τον έχει παρασύρει σε μια υπόθεση με φορτία παράνομου εμπορεύματος προκειμένου να εξαγοράσει τη σιωπή του με το επιχείρημα πως… «μαζί μπλεχτήκαμε», ο Σπύρος δεν θα ακολουθήσει. Θα προτιμήσει να κοροϊδέψει τον νόμο προκειμένου να διασφαλίσει την απονομή δικαιοσύνης. Κι έπειτα θα πάει να συναντήσει τη (θετή) μητέρα του Ελένη, στην ελληνορθόδοξη εκκλησία της περιοχής, σίγουρος για την ηθική του ακεραιότητα.

 

 

 

 

 

 

 

 

Εχουν ειδικό βάρος στη λογοτεχνική σκηνή οι ενεργοί συγγραφείς της διασποράς. Με όλες τις διαφορές τους, έχουν συμβάλει στη σκιαγράφηση ενός πορτρέτου των Ελλήνων που δεν είναι απλουστευτικό, ακόμα κι όταν σχολιάζει την «ελληνική ιδιαιτερότητα». Μεταξύ των εκλεκτών από την πρώτη γενιά, είναι: στη Σουηδία ο Θοδωρής Καλλιφατίδης, στις ΗΠΑ ο Στρατής Χαβιαράς (που επέστρεψε πλέον εδώ), στη Γερμανία η Ελένη Τορόση και στη Βρετανία οι πιο πρόσφατοι Ελένη Γιαννακάκη, Αντζελα Δημητρακάκη, Δήμητρα Κολλιάκου, Πάνος Καρνέζης. Από τη δεύτερη και τρίτη γενιά ξεχωρίζουν στις ΗΠΑ ο Τζέφρι Ευγενίδης και η Νάταλι Μπακόπουλος και στην Αυστραλία ο Χρίστος Τσιόλκας. Ετσι και ο Αλεξάκης, ο Φιορέτος και ο Πελεκάνος. Με τη διαφορά ότι τούτοι εδώ, βρέθηκαν απέναντι σε ένα κλίμα βαρύ σχεδόν σαν το ψυχροπολεμικό που αντιμετώπιζε ο Χαβιαράς όταν έγραφε τα Ηρωικά χρόνια. Είδαν μια καινοφανή προπαγάνδα, που αναπαρήγε τα στερεότυπα των «τεμπέληδων», «κατεργάρηδων», «απροσάρμοστων», «επικίνδυνων» κ.ο.κ. Ελλήνων. Αυτά καταφέρνουν να υπονομεύσουν.

 

Scroll to top