Το φιλόδοξο σύνολο μουσικής δωματίου, που ξεκίνησε εντυπωσιακά πέρυσι, στη νέα καλλιτεχνική περίοδο πάει ένα βήμα παραπέρα. Στην πρώτη του εμφάνιση παρουσίασε μεταγραφές έργων του 1920 (Στραβίνσκι και Στράους) από την Κωνσταντίνα Πολυ-χρονοπούλου και τον Στάθη Καμπύλη. Αν και οι ίδιες έμειναν στον ίσκιο των πρωτοτύπων, οι εκτελέσεις ήταν διεγερτικές
Του Γιάννη Σβώλου
Πέρυσι, η δυναμική έναρξη δράσης του συνόλου μουσικής δωματίου «Κyklos» άφησε άριστες εντυπώσεις και αποτύπωμα διαρκείας. Εχοντας την πολυτέλεια να περιλαμβάνει στα καλλιτεχνικά στελέχη του πλειάδα εκλεκτών μουσικών/σολίστ από διάφορα κρατικά και ιδιωτικά σύνολα (ΚΟΑ, Καμεράτα κ.λπ.), το φιλόδοξο αυτό σχήμα μπορεί να αναμετριέται άνετα με ένα εντυπωσιακά ευρύ φάσμα έργων για ένα έως δώδεκα όργανα.
Στην εναρκτήρια εμφάνισή τους για τη νέα καλλιτεχνική περίοδο οι «Κyklos» προχώρησαν ένα βήμα παραπέρα, εγκαινιάζοντας πρωτογενή δημιουργική δράση στο περιπετειώδες πεδίο των μεταγραφών (9/10/2013). Η συναυλία στην αίθουσα «Δημήτρης Μητρόπουλος» με τίτλο «Το μπαρόκ με τη ματιά του 20ού αιώνα» πρότεινε δύο διάσημα, ακριβώς σύγχρονα έργα, γραμμένα το 1920.
Εμπνευσμένη από την ιταλική Commedia dell’ arte και βασισμένη σε μουσική του ιταλικού 18ου αιώνα, που τότε πίστευαν ότι ανήκε στον Περγκολέζι, η σουίτα από τον «Πουλτσινέλλα» του Στραβίνσκι προέρχεται από το ομώνυμο μπαλέτο που παρήγγειλε στον συνθέτη ο Σεργκέι Ντιάγκιλεφ για τα Ρωσικά μπαλέτα του. Μερικώς βασισμένη στη μουσική του Λουλλύ, η νεοκλασική «Ορχηστρική σουίτα επάνω στη μουσική για τον «Αρχοντοχωριάτη» του Μολιέρου» του Ρίχαρντ Στράους προέρχεται από την αρχική σύνθετη μορφή μιας τολμηρής συνδημιουργίας των Στράους/ Χόφμανσταλ, από την οποία αποσπάστηκε αφήνοντας ως αυτόνομο έργο την όπερα «Αριάδνη στη Νάξο».
Ενδιαφέρον όσο και αισθητικά/υφολογικά ριψοκίνδυνο, το πρόγραμμα της βραδιάς διέθετε σε έντονο βαθμό τον χαρακτήρα του διπλού μουσικού παλίμψηστου: ενώ στην πρωτότυπη μορφή τους αμφότερα τα έργα λειτουργούν πρωτίστως ως ασκήσεις ελεύθερης αναδημιουργίας, αποδίδοντας το πώς προσέγγιζε ο πρώιμος Μεσοπόλεμος το μπαρόκ μέσα από προσωπικά ιδιώματα με αλάνθαστα αναγνωρίσιμες υπογραφές, οι σημερινές μεταγραφές της Κωνσταντίνας Πολυχρονοπούλου (Στραβίνσκι) και του Στάθη Καμπύλη (Στράους) διέθεταν απλώς χρηστικό χαρακτήρα, παραμένοντας σαφώς στον ίσκιο των πρωτοτύπων. Από την άλλη, οι εκτελέσεις υπήρξαν ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες και πολλαπλά διεγερτικές.
Μέγιστο μέρος της επιτυχίας οφειλόταν φυσικά στη μαγική μπαγκέτα του ευφυούς αρχιμουσικού Γιώργου Πέτρου, ο οποίος έθεσε την κεκτημένη εξειδίκευσή του στο μπαρόκ στην υπηρεσία του διπλά διαθλασμένου υφολογικού στίγματος των δύο έργων. Στον «Πουλτσινέλλα» διηύθυνε γενικώς γρήγορα, με έντονα τονισμένες αντιθέσεις και μεταπτώσεις σε ταχύτητες και δυναμικές, τονίζοντας έξοχα την πνευματώδη, ρυθμικά σφριγηλή «ανάγνωση» του μπαρόκ από τον Ρώσο Στραβίνσκι. Αβίαστες, καλλιγραφικά φροντισμένες συνεισφορές από το σώμα των ξύλινων πνευστών –το όμποε του Μάριου Αργυρού, το φλάουτο της Μαριλένας Δωρή, το φαγκότο του Γεωργίου Φαρούγγια– απέδωσαν ιδανικά τον ενισχυμένα κινητικό, πειρακτικό χαρακτήρα της χοροδραματικής προσέγγισης της Commedia dell’ arte. Αλλοτε νευρώδες και κινητικό, άλλοτε αισθησιακά νωχελικό, το κομψό, διάφανο, καλοσυντονισμένο παίξιμο των εγχόρδων πρόσφερε σταθερά το απαραίτητο, φερέγγυο πλαίσιο στα αφηγηματικά σολιστικά αριόζι των πνευστών δίνοντας υπόσταση στο πλούσιο φάσμα διαθέσεων. Για πολλοστή φορά θαυμάσαμε τις υψηλής μουσικότητας σολιστικές επιδόσεις του βιολιστή Σέρτζιου Ναστάσα.
Με συνειδητά διαφορετικό φάσμα μουσικοαισθητικών ποιοτήτων προσέγγισε ο Πέτρου τον «Αρχοντοχωριάτη» του Στράους. Εδώ κυριαρχούν ηχητικά ηδονοθηρική ενορχηστρωτική παλέτα, ευφράδεια φραστικής, μουσική μακρηγορία –στο όριο… της αυτάρεσκης φλυαρίας- και βεβαίως η εξωστρεφής εκφραστική υπερβολή, στοιχείο εγγενές και κυρίαρχο στο μολιερικό θεατρικό πρωτότυπο. Ολ’ αυτά τα χειρίστηκε ο Πέτρου έξυπνα, διευθύνοντας γοργά, με περισσό νεύρο αλλά και φροντίδα στη λεπτομέρεια. Το αποτέλεσμα ήταν ένα λαμπερό, ανάλαφρο ακρόαμα.
Τηρώντας με συνέπεια την αρχική δέσμευση για υποστήριξη νέων, ταλαντούχων μουσικών, η βραδιά των «Kyklos» ξεκίνησε με σύντομη εμφάνιση του κλαρινετίστα Ηλία Σκορδίλη. Ο 21χρονος Κερκυραίος μουσικός ερμήνευσε τη «Ραψωδία αρ. 1 για κλαρινέτο και πιάνο» του Ντεμπισί, συνοδευόμενος από την πιανίστρια Ελένη Νικολαΐδη. Η φροντισμένη, αισθησιακά ρευστή αλλ’ ουδέποτε πλαδαρή φραστική της ανάγνωσης φανέρωσε ένα σολίστα με ευαισθησία και αντίληψη.