Τόσο η κοσμοσυρροή στον «Ιπτάμενο Ολλανδό» της ΕΛΣ το καλοκαίρι όσο και αυτή η συναυλία δείχνουν ότι, ερήμην των όσων ατεκμηρίωτα λέγονται, όχι μόνον υπάρχει ικανού μεγέθους ελληνικό κοινό για τον Βάγκνερ, αλλά γνωρίζει και τις… οδηγίες χρήσης του ρεπερτορίου αυτού
Του Γιάννη Σβώλου
Για δικούς τους λόγους, πολλοί επιμένουν αφοριστικά ότι η μουσική του Βάγκνερ δεν ταιριάζει στους Ελληνες. Σίγουρα θα ξαφνιάζονταν αν παρευρίσκονταν στην αίθουσα «Χρήστος Λαμπράκης», όταν η ΚΟΑ σε συνδιοργάνωση με το Μέγαρο Μουσικής πρόσφεραν ένα θαυμάσιο αφιέρωμα στη φετινή επέτειο των 200 χρόνων από τη γέννηση του συνθέτη (18/10/2013).
Η ήρεμη ατμόσφαιρα, στην οποία το καλλιτεχνικό γεγονός δεν καπελωνόταν από το… κοσμικό, και η σύνθεση του ακροατηρίου –μια ενδιαφέρουσα, επιλεκτική συνάντηση θιασωτών του Μεγάρου και της ΚΟΑ– απέδειξαν ότι ασφαλώς μπορούν να γίνονται μουσικές εκδηλώσεις υψηλού επιπέδου με εγχώριο υλικό. Υπό τις δεδομένες συνθήκες ταιριάζει εδώ η πασίγνωστη φράση από τον «Επιτάφιο» του Περικλή…
Επίσης, η απρόσμενα μεγάλη, θετική ανταπόκριση θέτει στα σοβαρά το ερώτημα: «Ποιο και ποιου μεγέθους είναι το κοινό του Βάγκνερ στην Αθήνα;». Τόσο η κοσμοσυρροή στον «Ιπτάμενο Ολλανδό» της ΕΛΣ το καλοκαίρι όσο και αυτή η συναυλία δείχνουν ότι, ερήμην των όσων ατεκμηρίωτα λέγονται, όχι μόνον υπάρχει ικανού μεγέθους ελληνικό κοινό για τον Βάγκνερ, αλλά γνωρίζει και τις… οδηγίες χρήσης του ρεπερτορίου αυτού.
Το αφιέρωμα διηύθυνε ο καλλιτεχνικός διευθυντής της ΚΟΑ, Βασίλης Χριστόπουλος. Στο πρώτο μισό της βραδιάς ακούστηκαν η Εισαγωγή στον «Λόενγκριν» και η Εισαγωγή στους «Αρχιτραγουδιστές της Νυρεμβέργης», δύο πασίγνωστα κομμάτια, έκαστο με διαφορετικές παγίδες για ορχήστρες δίχως αρκετές ώρες πτήσης στον Βάγκνερ. Το πρώτο απαιτεί υπεράνθρωπα αιθέριο, αβαρή ήχο εγχόρδων, το δεύτερο θέτει το πρόβλημα του πώς διαχειρίζεται κανείς την επίμονη, δεσπόζουσα παρουσία του εμβατηρίου δίχως να διολισθήσει σε ανυπόφορο στόμφο.
Στο εκτενές, εκστατικό ξεκίνημα του «Λόενγκριν» ο ήχος των εγχόρδων της ΚΟΑ παραήταν δυνατός, τεταμένος, γεμάτος, ενώ στους «Αρχιτραγουδιστές» κυριάρχησε το βάρος της εμβατηριακής δυναμικής. Ομως η ιδιαίτερα φροντισμένη άρθρωση του μουσικού ειρμού και το καλοσυντονισμένο παίξιμο των υποσυνόλων, που εγγυήθηκε διαφάνεια και εσωτερική οργάνωση του συμφωνικού ήχου, υποστήριξαν δύο πολύ καλές, απολαυστικές αναγνώσεις.
Στο δεύτερο μέρος της βραδιάς δόθηκε συναυλιακά η Α′ Πράξη από τη «Βαλκυρία». Συμμετείχαν τρεις εξαίρετοι, μουσικά και σκηνικά έμπειροι, ξένοι βαγκνερικοί τραγουδιστές: η Ελβετίδα μεσόφωνος Ιβόν Νεφ, ο Γερμανός τενόρος Κρίστιαν Ελσνερ και ο Γερμανός βαθύφωνος Ράινχαρντ Χάγκεν. Οι υγιείς, μεγάλες, μεστές, τονικά καλοεστιασμένες, ηχοχρωματικά ξεχωριστές φωνές τους υπηρέτησαν τέλεια τις ωραιότερες ίσως σελίδες του «Δαχτυλιδιού». Ο ηρωικός άμα και λυρικός Ζίγκμουντ του Ελσνερ, η αισθησιακή, παλλόμενη από ένταση και προσμονή Ζίγκλιντε της Νεφ, ο στεντόρειος, ζοφερός Χούντινγκ του Χάγκεν διαπότισαν τη συναυλιακή παρουσίαση με περισσή θεατρικότητα –ανταλλαγές βλεμμάτων, γλώσσα του σώματος, καίριος, αβίαστος δραματικός χρονισμός- καθηλώνοντας άφωνο το ακροατήριο για μία ολόκληρη ώρα.
Η ΚΟΑ και ο Χριστόπουλος τους συνόδευσαν σε πλήρη εγρήγορση, συνεισφέροντας στο βαθμιαίο χτίσιμο των μουσικών και ψυχολογικών κορυφώσεων. Το παίξιμό τους διαλεγόταν αβίαστα με το τραγούδι, διέθετε ετοιμότητα, πλούτο αποχρώσεων και διαβαθμίσεις δυναμικής. Εκείνα που, ενίοτε, έλειψαν ήσαν η συνολική σύλληψη και απόδοση του δραματικού τοπίου σε όλες του τις διαστάσεις. Ομως γι’ αυτό απαιτείται άλλου είδους και βάθους εμπειρία.
Ασυζητητί, αυτή η πολύ ωραία συναυλία υποχρέωσε όλους να ανεβάσουν σημαντικά τον πήχη των επιδόσεών τους. Ασφαλώς ακούει κανείς καλύτερο Βάγκνερ στο Βερολίνο, στο Μπαϊρόιτ, στη Βιέννη, ακόμη και στη Βαρκελώνη ή στο Παλέρμο˙ όμως ο μοναδικός πλήρης τρόπος να προσλάβει κανείς τη μουσική βιωματικά είναι «ζωντανά», στο «εδώ και τώρα», και αυτό υπερέχει αδιαπραγμάτευτα οιασδήποτε αναπαραγόμενης καταγραφής.
Τελικά αυτό μετρά. Συνεπώς είναι ανυπολόγιστα σημαντικό που, υπό τη διεύθυνση του Βασίλη Χριστόπουλου, σε κάθε νέα ακρόαση της ΚΟΑ όλο και περισσότερα θετικά μπορούν να θεωρούνται δεδομένα.