Του Γιώργου Σταματόπουλου
Μπορεί μεν η ιδιοκτησία να είναι κλοπή κατά πώς είχε αποφανθεί ο σχεδόν θεωρητικός του αναρχισμού Ζοζέφ Προυντόν και πιθανώς να είχε (να έχει ακόμη) δίκιο, έλα, όμως, που οργανώθηκε έτσι η κοινωνία ώστε ο καθένας να υπάρχει, σήμερα, μέσω των περιουσιακών του στοιχείων. Μικρά, υλικά αντικείμενα γίνονται περίπου φετίχ για τους ιδιοκτήτες τους, για λόγους που δεν είναι του παρόντος. Αντικείμενα και πρόσωπα ταυτίζονται, εννοείται τα πρόσωπα διεκδικούν την περιουσία των αντικειμένων τούτων. Και να, ήλθε η ώρα που τα αντικείμενα εξαφανίζονται, υφαρπάζονται· κάποιοι τα υφαρπάζουν για λόγους ευτελείς, παναπεί υλικούς. Λέγουν τινές ότι η κλοπή είναι απαλλοτρίωση. Καλώς, αλλά για ποιον σκοπό; Ισορροπεί κάπως την κοινωνική ανισότητα αυτή η κλοπή; Γίνεται μια μετατόπιση από τους κατέχοντες στους μη έχοντες; Α, μπα.
Η κλοπή έχει καταντήσει μια πράξη απελπισίας, έχει απολέσει κάθε πιθανή επαναστατική χροιά. Οι κλέπτοντες είναι μικροί απελπισμένοι που δεν ορρωδούν προ ουδενός προκειμένου να βγάλουν ένα «μεροκαματάκι». Ας μην τους αποκλείσουμε από την ηθική (μας). Θέλει προετοιμασία και πολυπλόκαμες κριτικές ικανότητες η απόφαση να κλέψεις κάτι από τον γείτονα (για τόση φτήνια μιλάμε).
Ενα αλυσοπρίονο λόγου χάριν που συνεργεί στην κοπή ξύλων ή ένα ποδήλατο που τόσο απλόχερα μοιράζει την οικολογική απλότητά του στην επικοινωνία, αίφνης αφαιρούνται με δόλιο τρόπο από τους κατόχους τους. Και τι να κάνουν αυτοί; Να πάψουν να βγαίνουν από το σπίτι τους; Να σταματήσουν τις κοινωνικές τους σχέσεις; Να απευθυνθούν στον δήμο;
Να που καταφέραμε να ζούμε μες στην ανασφάλεια, μέσα στους νόμους της περίδοξης ελεύθερης αγοράς, τρομάρα μας. Ομάδες περιφρούρησης δύσκολο να οργανωθούν, ειδικά στην επαρχία· ο φόβος της ζωής πρυτανεύει και όλοι περιμένουμε τι (μη) μοιραίο. Είναι να μη σου τύχει λέμε ο ένας στον άλλο, με περισσή θρασύτητα. Οταν, όμως, συμφωνούμε σε αυτό, όλα έχουν τελειώσει: η κοινότητα, η ανθρωπιά, η δημοκρατία. Οποιος διαφωνεί ή ενίσταται, ιδού η Ρόδος και λοιπά. Μπορεί η κοινωνία, αφού οι δήμοι καθεύδουν ή περί άλλα τυρβάζουν, να πάρει τον «νόμο» στα χέρια της; Μπορούν οι ιδιοκτήτες να υπερασπιστούν τα φτωχικά τους υπάρχοντα; Δεν νομίζω!
Ερμαια άπαντες και αθύρματα ενός ανισόρροπου πολιτικού συστήματος, που μιλάει μεν για ανθρώπινα δικαιώματα και πολυπολιτισμό παρακαλώ, αλλά αδυνατεί να προστατεύσει (δεν ενδιαφέρεται καν γι’ αυτό) τους υποτιθέμενους πολίτες του, δημότες του εν προκειμένω. Μπορούμε να πάρουμε την κατάσταση στα χέρια μας; Μπορούμε να υποκαταστήσουμε τον δήμο και το κράτος; Είπαμε όχι! Προς τι, τότε, όλη αυτή η περί τις κλοπές αδολεσχία;
Ποιος ξέρει τι συνέβη, τι τέξεται η επιούσα; Ουδείς. Πάπαλα. Ας μην όμως τα βάψουμε μαύρα. Ας μπογιατίσουμε τη μαυρίλα όλων (μας). Ερρωσθε· και ημείς, βεβαίως.