01/04/14 ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Συναυλία της Ανθής Διαμαντοπούλου στο Ωδείο Φίλιππος Νάκας

Επιτέλους, Ελληνες τραγουδιστές μπαρόκ με προσόντα

Κάποτε ο καθένας τραγουδούσε Χέντελ σαν να απέδιδε άρια ή λιντ του ρομαντισμού. Τις τελευταίες δεκαετίες τα πράγματα αλλάζουν, μια νέα γενιά παραλαμβάνει το ειδικό αυτό ρεπερτόριο και το πηγαίνει ένα βήμα παραπέρα.
      Pin It

Κάποτε ο καθένας τραγουδούσε Χέντελ σαν να απέδιδε άρια ή λιντ του ρομαντισμού. Τις τελευταίες δεκαετίες τα πράγματα αλλάζουν, μια νέα γενιά παραλαμβάνει το ειδικό αυτό ρεπερτόριο και το πηγαίνει ένα βήμα παραπέρα

 

Του Γιάννη Σβώλου

 

Κάποτε η παρουσία τραγουδιστών ικανών να ερμηνεύσουν φωνητική μουσική μπαρόκ με γνώση και κατάλληλη τεχνική ήταν ουσιαστικά άγνωστη στη χώρα μας: ο καθένας απλώς τραγουδούσε Χέντελ με τον ίδιο τρόπο και το ίδιο ύφος, με το οποίο θα απέδιδε μιαν άρια ή ένα lied του ρομαντισμού.

 

Τις τελευταίες δεκαετίες τα πράγματα έχουν σαφώς αλλάξει. Ακολουθώντας τα βήματα των επιτυχημένων Ελλήνων μονωδών, που τόλμησαν να μελετήσουν την ιστορική ερμηνευτική, δούλεψαν σκληρά και εντάχτηκαν επί ίσοις όροις στη διεθνή μουσική ζωή –στο εξωτερικό υπάρχουν αρκετοί τέτοιοι πλέον που διαπρέπουν στη σκηνή και στη δισκογραφία!–, μια τελευταία γενιά τραγουδιστών παραλαμβάνει το ειδικό αυτό ρεπερτόριο πηγαίνοντας τα πράγματα ένα βήμα παραπέρα.

 

Τέτοια είναι η περίπτωση της Ανθής Διαμαντοπούλου, την οποία ακούσαμε τις προάλλες σε μια ωραία συναυλία μουσικής μπαρόκ στην αίθουσα εκδηλώσεων του Ωδείου Φίλιππος Νάκας (26/3/2014), αποκομίζοντας πολύ ενδιαφέρουσες εντυπώσεις. Την υψίφωνο συνόδευσαν ο Ιάσων Μαρμαράς στο τσέμπαλο και η φλαουτίστρια Αντιγόνη Τσάλλα. Λειτουργώντας με την αυτοπεποίθηση που παρέχουν οι καλές σπουδές και το πάθος για τη μουσική, οι τρεις ξανοίχτηκαν σε «βαθιά νερά» και επέλεξαν να παρουσιάσουν ένα ερμηνευτικά και τεχνικά ιδιαίτερα απαιτητικό πρόγραμμα με φωνητικά έργα και ενόργανες συνθέσεις του γερμανικού και ιταλικού 17ου-18ου αιώνα.

 

Συνοδευόμενη από τους δύο μουσικούς, η Ανθή Διαμαντοπούλου απέδωσε τραγούδια και καντάτες των Χέντελ, Στραντέλα, Λινιάνι, Σάντσες και της Μπάρμπαρα Στράτζι. Η νέα Ελληνίδα υψίφωνος διαθέτει καλά εστιασμένη, λεπτή, μεσαίου μεγέθους φωνή, με ομοιογένεια, ικανή έκταση και ευχάριστα «γεμάτη» μεσαία περιοχή. Το ορθοτονικά ασφαλές, προσεκτικό, υπολογισμένο στη λεπτομέρεια τραγούδι της έδειξε ότι διαθέτει επίσης γνώση των «εθνικών» αποχρώσεων της πλατιάς υφολογικής παλέτας των μπαρόκ κομματιών που ερμήνευε. Τέλος, η καλά αφομοιωμένη τεχνική της επέτρεψε να αναμετρηθεί επιτυχημένα με την περίτεχνη φραστική (αυξομειώσεις έντασης, φινιρίσματα φράσεων κ.λπ.) αλλά και τις ειδικές ερμηνευτικές δυσκολίες που έθεταν τα τραγούδια και, κυρίως, η α λα Μοντεβέρντι θεατρικά στιλιζαρισμένη γραφή στις εκτενέστερες καντάτες του Αντζελο Ντομένικο Λινιάνι («Chi sa dove e speranza») και της Μπάρμπαρα Στρότζι («Amor Dormiglione»). Αναμφίβολα, ο συνδυασμός αθροιζόμενης πρακτικής εμπειρίας και βιωματικής αφομοίωσης θα αποδώσει ιδιαίτερα ενδιαφέροντες καρπούς στο μέλλον.

 

Ομοια ενδιαφέρουσες και προσεγμένες ήταν οι ερμηνείες των δύο άλλων μουσικών. Ο τσεμπαλίστας/τραγουδιστής Ιάσων Μαρμαράς –τον οποίο θυμόμαστε ακόμη ως ερμαφρόδιτο Ερωτα στη «Στέψη της Ποππαίας» στο Ωνάσειο– ερμήνευσε μόνος δύο έργα για πληκτροφόρο του Φρεσκομπάλντι: τις 14 παραλλαγές «Partite sopra l’ Aria della Romanesca» και την «5η τοκάτα» από το «1ο Βιβλίο». Δοσμένες με λεπτές διαφοροποιήσεις στο βάρος και τις αποχρώσεις του ήχου και με σοφά υπολογισμένο χειρισμό των στίξεων και του ρυθμικού στοιχείου, οι αναγνώσεις του υπηρέτησαν αβίαστα τους μουσικοαισθητικούς στόχους του συνθέτη.

 

Η φλαουτίστρια Αντιγόνη Τσάλλα έπαιξε τη «Σονάτα για φλάουτο και τσέμπαλο obligato» BWV1020 του Μπαχ δοσμένη σε όργανο εποχής με μικρό, μαλακό ήχο, η ανάλαφρη, κομψή ερμηνεία της προβλήθηκε αβίαστα στον μικρό χώρο και λειτούργησε ως αναψυκτική εισαγωγή στο β′ μέρος της συναυλίας.

 

Scroll to top