15/04/14 ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

«Βέρθερος» στη Λυρική Σκηνή μετά από τριάντα χρόνια

Επιτέλους Μασνέ και μάλιστα έξοχα τραγουδισμένος

Τενόρους σαν τον Γάλλο Ζαν-Φρανσουά Μποράς σπανιότατα έχουμε την τύχη να ακούμε στην Ελλάδα. Μη χάσετε την παράσταση κι ας έχει κάπως προβληματική σκηνοθεσία και σκηνογραφία.
      Pin It

Τενόρους σαν τον Γάλλο Ζαν-Φρανσουά Μποράς σπανιότατα έχουμε την τύχη να ακούμε στην Ελλάδα. Μη χάσετε την παράσταση κι ας έχει κάπως προβληματική σκηνοθεσία και σκηνογραφία

 

Του Γιάννη Σβώλου

 

Ακριβώς τριάντα χρόνια είχε να ακουστεί ο «Βέρθερος» στο «Ολύμπια». Βασισμένη στο εμβληματικό για τους Γερμανούς επιστολικό μυθιστόρημα του Γκέτε «Τα πάθη του νεαρού Βέρθερου» (1774), η όπερα του Μασνέ πρωτοπαρουσιάστηκε το 1892 και λογίζεται ως ένα από τα αριστουργήματα της ευρωπαϊκής λυρικής τέχνης του Ρομαντισμού. Συνιστά επίσης κορυφαίο παράδειγμα για το πώς η όπερα λειτουργεί ως συνεκτικός πολιτιστικός παράγων, «μεταφράζοντας» ή οικειοποιούμενη σκέψεις, θέσεις και συναισθήματα από το ένα αδιαπραγμάτευτα εθνικό περιβάλλον (Γερμανία) στο άλλο (Γαλλία): τρανή απόδειξη της υπόγειας «γλωσσικής» διάστασης της μουσικής γενικά αλλά και της κεντροβαρικής θέσης που κατέχει η όπερα στον ευρωπαϊκό πολιτισμό, παρά το κερματισμένο γεωπολιτικό του υπόβαθρο.

 

Ολα αυτά θεωρούνται δεδομένα στη συνείδηση και στη βιωματική εμπειρία οποιουδήποτε Ευρωπαίου. Συνεπώς είναι σημαντικό που δίνεται ευκαιρία σε μια νέα γενιά Ελλήνων φιλόμουσων –τόσος χρόνος μεσολάβησε από το 1984!– να ακούσει ζωντανά τον «Βέρθερο» του Γάλλου Ζιλ Μασνέ στην Αθήνα. Η νέα παραγωγή της ΕΛΣ υλοποιήθηκε σκηνικά με τη συνεργασία δύο βετεράνων του ελληνικού θεατρικού χώρου: του 74χρονου σκηνοθέτη Σπύρου Ευαγγελάτου και του 70χρονου σκηνογράφου Γιώργου Πάτσα. Στην πρεμιέρα (11/4/2014) συμμετείχαν ένας ξένος μονωδός στον επώνυμο ρόλο και Ελληνες τραγουδιστές από το δυναμικό της ΕΛΣ. Οι εντυπώσεις που αποκομίσαμε υπήρξαν άνισες, κυρίως λόγω του κάπως προβληματικού εικαστικού μέρος. Ομως αυτό υπήρξε αμελητέο μπρος στην υπέρτατη μουσική απόλαυση και τη συγκίνηση που χάρισε η ακρόαση του εξαίρετου Γάλλου τενόρου Ζαν-Φρανσουά Μποράς στον επώνυμο ρόλο: τέτοιο τραγούδι σπανιότατα μόνο ακούμε στην Ελλάδα και αξίζει να το θυμόμαστε.

 

Προσπερνώντας τη δεσπόζουσα ιστορική ρίζωση του έργου, Ευαγγελάτος και Πάτσας πρότειναν ένα υβριδικού στίγματος σκηνικό ανέβασμα: μάλλον άνευ νοήματος «εκσυγχρονισμένο» στην πρώιμη μεταπολεμική περίοδο, χαλαρά ημιαφαιρετικό, με στατικά συμμετρικό σκηνικό, κυρίως όμως δίχως επαρκώς επεξεργασμένη σκηνική καθοδήγηση των μονωδών, γεγονός που δημιουργούσε «κοιλιές» στη ροή της δράσης. Μείζον πρόβλημα υπήρξαν οι αδιαλείπτως παρούσες βιντεοπροβολές του Στέφανου Παπαδόπουλου, που οπτικοποιούσαν με αφελή, φλύαρη αφηγηματικότητα τα συναισθήματα των ηρώων και την πολικότητα των καταστάσεων. Ολο αυτό εξέτρεπε αποσυντονίζοντας την παρακολούθηση από τους μονωδούς, υπονομεύοντας την έντονη εσωτερικότητα του ψυχικού τοπίου που τόσο ξεκάθαρα υποβάλλει η υψηλής φόρτισης μουσική του Μασνέ…

 

Ο έμπειρος αρχιμουσικός Ηλίας Βουδούρης διηύθυνε με ακρίβεια και σταθερό χέρι, δίχως περιττούς μανιερισμούς. Το αποτέλεσμα ήταν μια παράσταση καλή, που ασφαλώς θα γίνει καλύτερη στις επόμενες παρουσιάσεις. Η εξοικείωση της ορχήστρας –ως συνόλου και των μουσικών μεμονωμένα– με το βαρύτερο, συμφωνικά μπολιασμένο οπερατικό ρεπερτόριο του κεντροευρωπαϊκού Ρομαντισμού θα είναι ένα μακρύ, περιπετειώδες, αλλά γόνιμο ταξίδι μεταμόρφωσης/ενηλικίωσης. Το κεντρικό πρωταγωνιστικό ζευγάρι έφερε τους βαρείς, πολλαπλά απαιτητικούς ρόλους του με άνεση, ευγένεια και μουσικότητα, συγκλίνοντας σε κοινό ερμηνευτικό άξονα. Επιπλέον οι αντιθετικές χροιές και τα ηχοχρώματα των φωνών τους συνδυάζονταν έξοχα.

 

Ο τενόρος Ζαν-Φρανσουά Μποράς υπήρξε ένας μουσικά και εκφραστικά ιδανικός Βέρθερος: κατανοούσε απόλυτα τι τραγουδούσε, διέθετε υγιή, απολαυστικά εύηχη, πλούσια λυρική φωνή, την οποία χειριζόταν με άρτια τεχνική, ευγένεια έκφρασης και θαυμαστές οικονομίες δυναμικής και συναισθηματικής φόρτισης. Δίπλα του η μεσόφωνος Ειρήνη Καράγιαννη ως Σαρλότ ενσάρκωσε έναν από τους ερμηνευτικά πιο μεστούς ρόλους της ωραίας σταδιοδρομίας της: με τεχνικά άρτιο τραγούδι, θαυμάσια γαλλικά, ρευστή φραστική, ευγένεια έκφρασης, εσωτερικότητα. Καλοί υπήρξαν στους πλαισιωτικούς ρόλους τους η υψίφωνος Βασιλική Καράγιαννη ως ταιριαστά νεανική Σοφί, ο Δημήτρης Κασιούμης ως ανυποψίαστος πατέρας, ο βαρύτονος Διονύσης Σούρμπης ως υποψιασμένος σύζυγος Αλμπέρ, μέτριοι οι Σαλαμπασόπουλος και Σαλάτας ως δίδυμο των πιωμένων Σμιτ και Γιόχαν. Καλή μουσικά και σκηνικά ήταν η απόδοση της παιδικής –που τελικά δεν είναι παιδική– χορωδίας της ΕΛΣ. Μη χάσετε αυτήν την παράσταση: θα ακούσετε επιτέλους ζωντανά Μασνέ, και μάλιστα καλά έως έξοχα τραγουδισμένο!

 

Scroll to top