23/04/14 ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Λάμψη και εκρηκτικότητα στη μουσική σκηνή του CBGB

Η πανκ σε σάουντρακ

OST «CBGB» (Universal).
      Pin It

OST
«CBGB»
(Universal)

 

CBGB. Δηλαδή, Country, Bluegrass και Blues. Δηλαδή, το πιο διάσημο κλαμπ της πανκ Νέας Υόρκης μετά το 1973. Τότε που η αμερικανική μεγαλούπολη βρισκόταν στα πρόθυρα χρεοκοπίας –ελέω πετρελαϊκής κρίσης-, το σκάνδαλο Γουότεργκεϊτ κατέτρωγε την αξιοπιστία της υπερδύναμης και οι Carpenters υπήρξαν το απόλυτο σουξέ της ποπ μουσικής πουλώντας περισσότερα αντίτυπα από οποιονδήποτε καλλιτέχνη του ροκ ’ν’ ρολ.

 

Αυτή την περίοδο ανέλαβε να ανασυστήσει η κινηματογραφική τοιχογραφία που δημιούργησε πέρσι ο σκηνοθέτης Ράνταλ Μίλερ. Σε κάθε πίξελ της ταινίας μετέφερε την «κατατρεγμένη» μουσική της Ντέμπι Χάρι, του Ιγκι Ποπ, της Πάτι Σμιθ, του Λου Ριντ, καθώς και των συγκροτημάτων Talking Heads, The Police, The Dead Boys, Ramones –το πιο αναγνωρίσιμο από όσα εμφανίστηκαν στη σκηνή του CBGB- και Television, που έκαναν τότε τα πρώτα τους βήματα.

 

«Το CBGB είναι μια ταινία για ένα κατατρεγμένο club» δήλωνε τότε ο Μίλερ ύστερα από την έρευνά του για το εγχείρημα του Χίλι Κρίσταλ (τον υποδύεται ο Αλαν Ρίκμαν). «Ταινία για μια κατατρεγμένη μουσική σκηνή και έναν κατατρεγμένο οραματιστή που ήθελε να δημιουργήσει ένα χώρο για μουσική country στη Νέα Υόρκη, στην καρδιά της disco». Η συνέχεια έμελλε να δοθεί με ορισμένα από τα ανερχόμενα τότε ταλέντα της πανκ και αντεργκράουντ μουσικής, που θα έγραφαν τη δική τους ιστορία στην αμερικανική ποπ κουλτούρα.

 

Το σάουντρακ ακολουθεί μοιραία τις δεσμεύσεις για τα πνευματικά δικαιώματα: μπορεί να ακούγεται ο Τζόι Ραμόν («I got knocked down»), αλλά οι Ramones δεν εκπροσωπούνται. Ακούγεται επίσης μια φρέσκια εκδοχή του «Sunday girl» των Blondie, αλλά τίποτε από το αυθεντικό συγκρότημα. Ακόμη κι αυτές οι ελλείψεις ωστόσο δεν αφαιρούν τίποτε από τη λάμψη και την εκρηκτικότητα μιας ολόκληρης δεκαετίας. Το ατού του σάουντρακ μάλιστα είναι ότι δεν «κολλάει» στις παραγωγικές χρονιές του 1975 ή του 1977. Διαπερνά τον ήχο των Stooges και των Velvet Underground (με το πιο-γκρούβι-δεν-γίνεται «I can’t stand it), των Flamin’ Groovies («Slow death»), αλλά και των σκοτεινών Dead Boys («Caught with the meat in your mouth»).

 

Και επειδή η επιλογή κομματιών δεν γίνεται με βάση μια μονότονη χρονολογική σειρά, αλλά με το «πνεύμα που καθορίζει την εποχή», ακόμη και το πιο… φτωχικό κομμάτι του CD μοιάζει πετυχημένο: είναι το «Birds and the bees» του ίδιου του ιδρυτή του κλαμπ, Χίλι Κρίσταλ.

 

Για την Ιστορία, ο Μπραντ Ρόζενμπεργκερ, ένας από τους παραγωγούς του φιλμ ο οποίος ανέλαβε και τη μουσική επιμέλεια, είναι και ένα από τα διευθυντικά στελέχη της δισκογραφικής εταιρείας Omnivore, από την οποία κυκλοφορεί ο δίσκος.

 

M.K.

 

Scroll to top