→Οι τράπεζες προειδοποιούν πως δεν πρόκειται να διαγράψουν «κόκκινα» δάνεια από υπερχρεωμένους δανειολήπτες
Του Βασίλη Γεώργα
Την ώρα που η κυβέρνηση αγκομαχά να συγκεντρώσει από ευρωπαϊκές κυβερνήσεις και ιδιώτες 300 εκατ. ευρώ για το ελληνικό επενδυτικό ταμείο που θα χρηματοδοτεί μικρομεσαίες επιχειρήσεις, οι τραπεζίτες, οι οποίοι μόλις άντλησαν 8,3 δισ. ευρώ από ξένους επενδυτές για να κλείσουν τις νέες τρύπες στα κεφάλαιά τους, ετοιμάζονται να τραβήξουν το σωληνάκι του οξυγόνου από χιλιάδες επιχειρήσεις οι οποίες θα χαρακτηριστούν μη βιώσιμες. Παράλληλα οι ίδιοι οι τραπεζίτες, που εμφανίζονται έτοιμοι να αναλάβουν το κόστος αναδιάρθρωσης επιχειρηματικών δανείων σε προβληματικές εταιρείες και κλάδους που υπολογίζεται σε 15-17 δισ. ευρώ, προειδοποιούν πως δεν πρόκειται να δεχτούν να διαγράψουν στεγαστικά ή καταναλωτικά δάνεια από υπερχρεωμένους δανειολήπτες. Το είπε ξεκάθαρα προχθές ο διευθύνων σύμβουλος της Τράπεζας Πειραιώς, Ανθιμος Θωμόπουλος, στέλνοντας μήνυμα πως αν η πολιτεία θέλει να ασκήσει κοινωνική πολιτική με τα δάνεια, θα πρέπει να δημιουργήσει μια «bad bank» ώστε το κόστος των διαγραφών να το αναλάβει το ίδιο το κράτος μέσω του προϋπολογισμού και κατά συνέπεια των φορολογουμένων.
Σε εφαρμογή το σχέδιο
Το σχέδιο που προανήγγειλε μόλις προ ολίγων εβδομάδων ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδας Γ. Προβόπουλος για ευρείες αναδιαρθρώσεις επιχειρήσεων που χρωστούν μεγάλα κεφάλαια και στο οποίο έχουν ακροθιγώς αναφερθεί τόσο η ηγεσία του ΣΕΒ (Δασκαλόπουλος και τώρα Φέσσας) όσο και τραπεζίτες, όπως ο Μιχάλης Σάλλας της Πειραιώς, και άλλοι μεγαλοεπιχειρηματίες, έχει ήδη τεθεί σε εφαρμογή όπως κατέδειξε και η πρώτη «μετοχοποίηση χρέους» που έγινε στην περίπτωση της MIG από την Τράπεζα Πειραιώς (θα αποκτήσει τουλάχιστον το 17,7%). Ανάλογες ενέργειες αναμένεται ότι θα επιταχυνθούν τους επόμενους μήνες, καθώς έχουν και τις ευλογίες της κυβέρνησης που ετοιμάζει ευρείες αλλαγές στον Πτωχευτικό Κώδικα και την προπτωχευτική διαδικασία ώστε επιχειρήσεις που δεν πληρώνουν χρέη να αλλάζουν χέρια καταλήγοντας σε «στρατηγικούς επενδυτές», να κλείνουν ή να διαλύονται σε κομμάτια χωρίς χρονοτριβή ή τη συναίνεση των μετόχων τους, ειδικά εφόσον οι τελευταίοι δεν βάζουν το χέρι στην τσέπη.
Σε ειδική εκδήλωση που έγινε το βράδυ της Δευτέρας από την εταιρεία συμβούλων PriceWaterhouseCoopers για την παρουσίαση μελέτης υπό τον τίτλο «Αστέρια και Ζόμπι: οι ελληνικές επιχειρήσεις βγαίνοντας από την κρίση», τα μηνύματα ήταν ξεκάθαρα τόσο από επιχειρηματίες όσο και από τραπεζίτες για την επιδίωξή τους να σταματήσει η χρηματοδότηση επιχειρήσεων οι οποίες θεωρούνται μη βιώσιμες, οι περισσότερες από αυτές να περάσουν στον έλεγχο των τραπεζών και στη συνέχεια άλλων επενδυτών ή να διαλυθούν σε κομμάτια και να εκκαθαριστούν, ώστε το χρήμα που θα περισσέψει να χρηματοδοτήσει τις «υγιείς επιχειρήσεις».
Ο νέος πρόεδρος του ΣΕΒ Θ. Φέσσας (Quest Συμμετοχών) ζήτησε από τις τράπεζες να αποσωληνώσουν υπερχρεωμένες επιχειρήσεις και να πουλήσουν ή να εισφέρουν μέρος των δραστηριοτήτων τους σε υγιείς εταιρείες.
Αθέμιτος ανταγωνισμός
Ο ίδιος έκανε λόγο και για αθέμιτο ανταγωνισμό στην αγορά από εταιρείες οι οποίες καθυστερούν εσκεμμένα να πληρώσουν τις υποχρεώσεις τους (σύμφωνα με τη μελέτη της PwC, ο μέσος χρόνος εξόφλησης έχει εκτιναχθεί στις 150 ημέρες από τις 90 που ήταν όταν ξέσπασε η κρίση). Στο ίδιο μήκος κύματος ο διευθύνων σύμβουλος της Πειραιώς, Ανθ. Θωμόπουλος, αναφέρθηκε σε φαινόμενα καταλήστευσης του δημόσιου και ιδιωτικού πλούτου από επιχειρηματίες που με μοναδικό σκοπό το προσωπικό τους όφελος δεν πληρώνουν όχι μόνο τις τράπεζες, αλλά ούτε τους υπαλλήλους τους, τα ασφαλιστικά ταμεία και τους φόρους τους και χρησιμοποιούν τους απλήρωτους εργαζομένους τους ως «ασπίδα προστασίας» έναντι των νόμων.
Σύμφωνα με την έκθεση της PwC, που έγινε σε δείγμα 2.950 επιχειρήσεων με τζίρο άνω των 10 εκατ. ευρώ ετησίως, περίπου 600-650 επιχειρήσεις κατατάσσονται στην κατηγορία των «ζόμπι» και πρέπει να τεθούν σε εκκαθάριση ώστε να απελευθερωθούν κεφάλαια για τις υπόλοιπες. Συνολικά, σύμφωνα με τη μελέτη, οι χρηματοδοτικές ανάγκες για την αναδιάρθρωση επιχειρήσεων στην Ελλάδα υπολογίζονται σε περίπου 25 δισ. ευρώ, εκ των οποίων τα 10 δισ. ευρώ θα αποτελέσουν διαγραφές δανείων για τις εταιρείες που θα κλείσουν και άλλα 15 δισ. ευρώ αναχρηματοδότηση υποχρεώσεων για τις «βιώσιμες» επιχειρήσεις.