Aσχετε πού σε πάω. Ο εωσφόρος έζη έως ώς απέθανε. Ο εωσφόρος απέθανεν έως ώς έζη. Απέθανεν ή έζη ο εωσφόρος έως ώς απέθανε. Εζη ή απέθανεν ο εωσφόρος έως ώς έζη. Αυτό είναι το κλειδί του Κροκ. Κι ο μόνος υποτιθέμενος κροκάνθρωπος που το επανέλαβε έστω και φραστικά ήταν ο Ιούδας. Αλλά δεν ήταν ο Ιούδας ο κανονικός, ήταν ο κάλπικος. Γι’ αυτό δε δέχομαι κι αυτόν ξανά στο σπίτι μου. Οπως δε δέχομαι κι εσένα. Ασχετε.
Στα 1949 σαν σήμερα γεννιέται στη Θεσσαλονίκη ο Νικόλαος Ασημόπουλος. Περνά τα παιδικά του χρόνια και τελειώνει τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση στην Κοζάνη, απ' όπου κατάγονται οι γονείς του. Αθλητικός τύπος, παίρνει μετάλλιο χάλκινο, παρότι Ασημος, στους μαθητικούς αγώνες της Μακεδονίας το 1965. Παίζει και μπάλα αλλά η πρόταση μετεγγραφής στην τοπική ομάδα ναυαγεί. Συμπαρομαρτούν και άλλα ναυάγια έκτοτε.
Ισορροπεί γράφοντας στιχάκια και ποιήματα από μικρός. Στη Φιλοσοφική του ΑΠΘ, όπου πετυχαίνει, μαθαίνει κιθάρα και δημιουργεί φοιτητικό θεατρικό εργαστήρι ανεβάζοντας Αριστοφάνη, Μένανδρο και Μολιέρο. Εμφανίζεται ταυτοχρόνως σε μικρές μπουάτ παίζοντας τα πρωτόλεια τραγούδια του. Ασκεί ερασιτεχνικά και τη δημοσιογραφία. Υπογράφει τα κείμενά του σε εφημερίδα της Νύμφης του Θερμαϊκού ως Νικόλας Ασιμος, προσωνύμιο που καθιερώνει. Χωρίς πτυχίο κατεβαίνει το 1973 στην Πλάκα παρουσιάζοντας προγράμματα με μουσική, κείμενα και σκετς κόντρα στο κατεστημένο.
Μετακομίζει διά παντός στη μεταπολίτευση στα Εξάρχεια. Ανυπότακτο πνεύμα και ασυμβίβαστη καρδιά, ασφυκτιά ακόμα και στον χώρο της αναρχίας. Κυκλοφορεί σε «παράνομες» κασέτες τα τραγούδια του και τα διακινεί μόνος του στα Προπύλαια, το Πολυτεχνείο και το Μοναστηράκι. Οι δισκογραφικές τού προκαλούν αλλεργία.
Ονομάζει «Χώρο Προετοιμασίας» το σύμπαν του στην Καλλιδρομίου, όπου κατοικεί, συνθέτει τραγούδια και πουλά βιβλία, παιχνίδια, κοσμήματα, καρτ ποστάλ εποχής και ασφαλώς τις κασέτες του. Εκεί βρίσκεται κρεμασμένος στις 17 Μαρτίου 1988, 39 μόλις ετών.
Στα χρόνια που μεσολαβούν γίνεται ο αγαπημένος της νεολαίας. Από το «Αναζητώντας Κροκανθρώπους» (Εκδόσεις Βιβλιοπέλαγος) μας στέλνει το έσχατο μήνυμα: Κάποτε θα με διαβάσεις ίσως, θ’ ακούσεις τα τραγούδια μου, θα με κατανοήσεις. Αλλά δε θα ’μαι πια εγώ. Θα ’ναι αυτή η μάσκα που φορούν στους πεθαμένους. Οσους τους χρησιμοποιούν μετά το θάνατό τους, όταν οι ίδιοι δεν υπάρχουν. Οσο υπήρχα με φοβόσουν. Οσο υπήρχα δε με άντεχες. Δεν είχες καν τη δύναμη να μείνεις ένα δευτερόλεπτο κοντά, άμα σου το ζητούσα. Θα προτιμούσα να μη με διάβαζες ποτέ. Είναι καλύτερο ν’ αγοράσεις ή να κλέψεις ένα μπλουζάκι με τη φάτσα μου επάνω τυπωμένη. Κι ας σου φαίνεται γελοίο. Κι ας μου φαινόταν γελοίο.
Μετέωρος [email protected]