Pin It

Memorandum θητείας Γιάννη Χουβαρδά: Μάιος 2007- Μάιος 2013

 

Ο διάδοχος του Νίκου Κούρκουλου ξάφνιασε ακολουθώντας ένα δρόμο που ορισμένες φορές έμοιαζε να διακόπτει την προηγούμενη πορεία του θεάτρου. Τώρα, που αποχαιρετάει την πρώτη κρατική σκηνή, την αφήνει μεταμορφωμένη, σύγχρονη, με γόνιμη και πλούσια δραστηριότητα κι ένα κοινό ανανεωμένο και πιστό, την ώρα που ο χώρος περιμετρικά του Εθνικού έφτανε εν μέσω κρίσης στον απόλυτο εκφυλισμό

 

Του Γρηγόρη Ιωαννίδη

 

Οταν τον Μάιο του 2007, ακριβώς έξι χρόνια πριν, ο Γιάννης Χουβαρδάς αναλάμβανε τη διεύθυνση του Εθνικού, ελάχιστοι ήταν εκείνοι που –φανερά τουλάχιστον- έδειχναν να αμφιβάλλουν για την επιλογή τού τότε υπουργού Γιώργου Βουλγαράκη. Το αντίθετο, μάλιστα. Μετά την εκλογή του Γιώργου Λούκου στον θώκο της διεύθυνσης του Ελληνικού Φεστιβάλ, ο Χουβαρδάς έμοιαζε να αποτελεί τη δεύτερη στη σειρά προοδευτική, ευχάριστη έκπληξη της κυβέρνησης Καραμανλή.

 

Γνωστός στο ευρύ κοινό από την προηγούμενη εξαιρετική διαχείριση του θεάτρου «Αμόρε», που χαρακτήρισε μια ολόκληρη δεκαετία και έθρεψε μια γενιά θεατρόφιλων στις σκηνές και στον εξώστη του, φανατικός λάτρης του γερμανικού νεο-εξπρεσιονισμού, αμφιλεγόμενος σκηνοθέτης με πλήθος διθυράμβων και λιβέλων στο ντοσιέ του, γνωστός στο εξωτερικό και γνώστης του εξωτερικού, ο Χουβαρδάς δεν έμοιαζε διόλου στον προκάτοχό του Νίκο Κούρκουλο.

 

Θα πίστευε κανείς πως η διαδοχή –παρά τις όποιες αντίθετες δηλώσεις του ίδιου του Χουβαρδά μετά την ανακοίνωση της ανάθεσης- έμοιαζε περισσότερο με ρήξη παρά με συνέχεια. Ο Κούρκουλος είχε αναντίρρητα καταφέρει να βάλει το Εθνικό σε ένα δρόμο ανάπτυξης, ακολουθώντας τη χρυσή τομή ανάμεσα στο κοινό περί τέχνης αίσθημα και τις πειραματικές και δραματολογικές επιδιώξεις που οφείλει να επιδεικνύει μια εθνική σκηνή. Απέναντι στον βαρύ ίσκιο της κεντρικής σκηνής, είχε να προβάλει τη μεγαλύτερη ίσως επιτυχία του Εθνικού στο πεδίο του σύγχρονου θεάτρου: την Πειραματική Σκηνή, αρχικά στις βάσεις του Νίκου Περέλη και κατόπιν στις γενναίες επεκτάσεις του Στάθη Λιβαθινού. Δίπλα σε αυτά ο Κούρκουλος είχε να επιδείξει ακόμα μια αξιοσημείωτη επιτυχία: την ανανέωση του βασικού οικήματος του Εθνικού, τη διεύθυνση των εργασιών αναστήλωσης του κτιρίου στην οδό Κωνσταντίνου. Χωρίς ιδιαίτερο αντίλογο στη διάρκεια της μακρόχρονης ηγεσίας του, με γερές βάσεις και ακόμα πιο γερές πλάτες, ο Κούρκουλος διηύθυνε το Εθνικό από τη θέση του διευθυντή σαν πρίγκιπας, σε μια εποχή που άφηνε χώρο σε βασιλιάδες.

 

Από την αρχή κιόλας ο Χουβαρδάς ξάφνιασε ακολουθώντας ένα δρόμο που έμοιαζε ορισμένες φορές να διακόπτει την προηγούμενη πορεία του Εθνικού. Η αναστολή από μέρους του της Πειραματικής Σκηνής ήταν ίσως η μεγαλύτερη έκπληξη της μάλλον αμήχανης αφετηρίας του. Από μόνο του ειρωνικό, αν σκεφτεί κανείς πως ακριβώς 30 χρόνια πίσω, το 1987, ήταν ο νεότατος τότε Γιάννης Χουβαρδάς που έθετε τις βάσεις τής τότε Τρίτης Σκηνής-Γκαράζ του Εθνικού, του χώρου που θα αποτελούσε κάποτε το πρόπλασμα της Πειραματικής Σκηνής! Τώρα ο ίδιος θα έθετε και το τέλος της.

 

 Μια ομάδα ηθοποιών χωρίς βεντετισμούς

 

Μαζί με τον Χουβαρδά πέρασε βέβαια τις πύλες του Εθνικού μια ολόκληρη παρέα ταλαντούχων ηθοποιών, που ωρίμασαν στις συνθήκες του «Αμόρε», διαμόρφωσαν εκεί το παράδοξο υποκριτικό τους στιλ και εκεί δημιούργησαν ένα σκηνικό ήθος αταίριαστο με τις μέχρι τότε εκφράσεις της εθνικής μας σκηνής. Οι κακές γλώσσες έλεγαν πως δεν ήταν στην πραγματικότητα ο Χουβαρδάς που πήγαινε στο Εθνικό, αλλά το Εθνικό που πήγαινε στον Χουβαρδά, εννοώντας πως ολόκληρη η «παράδοση», που έστω και φαινομενικά έμοιαζε να υπάρχει γύρω από την κρατική σκηνή, επαφιόταν τώρα στους κώδικες και τρόπους τού «Αμόρε».

 

Και έτσι πράγματι έγινε. Από τις πρώτες κιόλας παραστάσεις του Εθνικού επί Χουβαρδά το πράγμα έμοιαζε να αποτελεί τη συνέχεια –σε άλλες προδιαγραφές βέβαια- του «Αμόρε», είτε από τη μεριά των βασικών πρωταγωνιστών είτε από τη μεριά των επιλογών του ρεπερτορίου είτε ακόμα στον ίδιο τον αέρα της διοίκησης, που τουλάχιστον κατά τις πρώτες μέρες έφερνε στον νου πολλών τη γωνιά τής Ευελπίδων. Η εμμονή ιδιαίτερα του νέου διευθυντή να χτίσει το βασικό δραματολόγιο του Εθνικού πάνω σε συγκεκριμένους πρωταγωνιστές αποτέλεσε εξαρχής βασικό επιχείρημα εναντίον του. Και η αλήθεια είναι πως μια δράκα ηθοποιών πήρε τη μεγαλύτερη δόση από το μεγαλείο των ρόλων που ανεβάζει συνήθως ένα Εθνικό Θέατρο.

 

Ωστόσο, για να είμαστε ειλικρινείς, η κρατική μας σκηνή υπήρξε πάντα ευάλωτη στην κατηγορία του «πρωταγωνισμού». Κι εξάλλου στην περίπτωση του Χουβαρδά υπάρχει αντίλογος: ανεξάρτητα από τα ονόματα, το Εθνικό στελεχώθηκε με ικανότατους ηθοποιούς που στην καριέρα τους δεν εκδήλωσαν ποτέ το παραμικρό ίχνος βεντετισμού. Αντίθετα, εργάστηκαν πάντα ως ομάδα, στο ύφος του θεάτρου συνόλου, συνεργάσιμοι σε κάθε σκηνοθετική επιδίωξη. Αυτό που φαντάζει σαν φαβοριτισμός δεν έδωσε ποτέ πάτημα για παραγοντισμό.

 

Το πιο ενδιαφέρον ίσως σημείο της ιστορίας είναι πως ,όπως έγινε γρήγορα φανερό, ο Χουβαρδάς δεν είχε κάποιο όραμα για το Εθνικό Θέατρο, αλλά για ένα θέατρο που ο ίδιος θα ήθελε να θεωρείται «εθνικό». Με άλλα λόγια έβλεπε το Εθνικό Θέατρο σαν πυκνωτή της περιρρέουσας ενέργειας που διαχέεται –και συχνά ξοδεύεται- στις διάφορες σκηνές της χώρας. Κι έτσι, με μια πολύ σύγχρονη θεώρηση της οργάνωσης ενός κρατικού θεάτρου, ο Χουβαρδάς άλλαξε την παλιότερη ανά σκηνή διάταξη του ρεπερτορίου (κεντρική, νέα σκηνή, πειραματική) σε μια νέα οργάνωση που αφορούσε πια όχι «χώρους», αλλά διακριτές «δράσεις».

 

Νέα συλλογιστική στη μάζωξη του κοινού

 

Και υπήρξε σε αυτό γονιμότατος. Στη θητεία του το Εθνικό ανέβασε πάνω από 100 παραγωγές όλων των τυπικών κατηγοριών του ρεπερτορίου, διεθνούς και ελληνικού, κλασικού, νεοκλασικού, σύγχρονου, συμβατικού, διερευνητικού έως και εξαιρετικά προχωρημένου. Βρήκε την ευκαιρία να συνεργαστεί –ως όφειλε- με ελληνικούς και ξένους θιάσους και με ομάδες παραγωγής, να προβάλλει ελληνικούς θιάσους και τρόπους έκφρασης, συζητήσεις και διαλόγους για το θέατρο. Βρήκε ακόμα την ευκαιρία να δοκιμαστεί και στον χώρο της Επιδαύρου, όπως και να βγει από τα σύνορα και να διαγράψει μια επιτυχημένη πορεία στο εξωτερικό. Και άλλα πολλά ακόμα.

 

Εντούτοις, ίσως το πιο σημαντικό ανάμεσα σε όλα αυτά είναι πως το Εθνικό τα έκανε όλα μέσα από μια συνεχή δραστηριότητα που διέθετε και ενότητα και συνοχή, σαν ένα είδος εσωτερικού φεστιβάλ, με τις επιμέρους δράσεις να ανοίγουν τις περισσότερες φορές μεταξύ τους διάλογο και να βρίσκονται σε ανοιχτή επικοινωνία με την κοινωνία.

 

Περνάμε έτσι σε ένα εξίσου σημαντικό παράγοντα ανανέωσης του Εθνικού, στον οποίο η φυσιογνωμία του Χουβαρδά έπαιξε καθοριστικό ρόλο. Είναι η ολοκλήρωση κατά τη διάρκεια της θητείας του των εργασιών συντήρησης –ή ίσως θα έπρεπε να πούμε επανοικοδόμησης- της Αγίου Κωνσταντίνου πρώτα και του «Ρεξ» πρόσφατα. Εδώ θα πρέπει να σταθούμε σε ένα σημείο. Αν και οι ικανότητες του Χουβαρδά στη διοίκηση θα έπρεπε να έπαιξαν οπωσδήποτε ρόλο στην ευτυχή αποπεράτωση του έργου, ήταν η δική του κυρίως συμβολή ο παράγοντας που διαμόρφωσε την εντός του οίκου εξαιρετικά γόνιμη και ελαφριά ατμόσφαιρα, πολύ μακριά από τις όποιες αναθυμιάσεις του παρελθόντος.

 

Με τη δική του παρουσία το Εθνικό είχε, εκτός από ένα «νέο κτίριο», μια νέα δική του προβολή, μια νέα συλλογιστική στη μάζωξη του κοινού και στην κατεύθυνση του κόσμου στα θεάματα – πετυχαίνοντας να υλοποιήσει ακόμα και το διακαές όραμα του «εναλλασσόμενου ρεπερτορίου».

 

Κι αυτό την ώρα που ο χώρος περιμετρικά του Εθνικού έφτανε εν μέσω κρίσης στον απόλυτο εκφυλισμό και την αστική καταρράκωση.

 

…………………………………………………………

 

Τελευταία τριετία: επετέλεσε εθνική αποστολή

 

Η πιο σημαντική περίοδος της θητείας του Χουβαρδά ήταν η τελευταία τριετία. Ο Χουβαρδάς είχε την ευτυχία ή ατυχία να αντιμετωπίσει την εθνική κρίση από τη διεύθυνση ενός εθνικού φορέα τέχνης, πράγμα που αν το καλοσκεφτεί κανείς ζητεί κάτι μεγαλύτερο από τη διαχείριση των οικονομικών αναταραχών που γεννά η κρίση. Η ευθύνη βρίσκεται στο να πείσει το Εθνικό Θέατρο ότι, πέρα από τις καλές παραγωγές, αποτελεί επίσης τον κύριο τόπο έκφρασης των μεγάλης κλίμακας προβλημάτων του έθνους. Την ώρα που θα μπορούσε κανείς να υποθέσει πως η κρίση καθιστά ανάλογους φορείς «περιττούς»- και είναι αλήθεια πως ακούστηκαν φωνές που ζητούσαν την αναστολή εργασιών του Εθνικού (και του Φεστιβάλ),- η διεύθυνση του Γιάννη Χουβαρδά απέδειξε πως είναι ακριβώς η κρίση που κάνει τους φορείς αυτούς απαραίτητους.

 

Με μότο το ερώτημα «Τι είναι η πατρίδα μας;», το Εθνικό έδειξε πού καταλήγει κάποιος που ψάχνει το ό,τι εθνικό στα εναπομείναντα ρετάλια του αληθινού. Στην καλύτερη στιγμή του –κι από τις καλύτερες που υπήρξαν ποτέ στην ιστορία του-, το Εθνικό βρέθηκε εν μέσω κρίσης να επιτελεί εθνική αποστολή. Παλιά η αποστολή του ήταν να αποδεικνύει το λαμπρό επίπεδο της νεοελληνικής έκφρασης στον χώρο της αναβίωσης της αρχαίας τραγωδίας. Τώρα είναι να δείχνει πως υπάρχει ακόμα στους καλλιτέχνες και στους θεατές τσαγανό, τόλμη και ενθουσιασμός για να μην κολλήσει ο αρνητισμός των ημερών στο δέρμα του σύγχρονου ελληνισμού.

 

Με άλλα λόγια, ο καλύτερος Χουβαρδάς ήταν ο Χουβαρδάς των τελευταίων χρόνων, ακόμα και στον τομέα της σκηνοθεσίας, με λαμπρές εργασίες στο αρχαίο δράμα και το διεθνές ρεπερτόριο. Αυτός ο Χουβαρδάς κι αν δεν είναι ασφαλώς αναντικατάστατος ως διευθυντής, είναι σίγουρα πολύ σημαντικός για να ξεχαστεί εύκολα. Προχώρησε το ελληνικό θέατρο παραπέρα, σε μια θέση από την οποία δύσκολα θα οπισθοχωρήσει. Τουλάχιστον έβαλε στην παράδοση του Εθνικού τη δυναμική όσων ελπίζουν σε αυτό.

 

.…………………………………………………..

 

Δέκα στιγμές του Εθνικού που θέλω να θυμάμαι

 

1.Το Πένθος ταιριάζει στην Ηλέκτρα (σκην. Γιάννης Χουβαρδάς)

 

2. Λιωμένο βούτυρο (σκην. Σίμος Κακάλας)

 

3. Ορέστης (σκην. Γιάννης Χουβαρδάς)

 

4. Ηρακλής Μαινόμενος (σκην. Μιχαήλ Μαρμαρινός)

 

5. Ιλιάδα (συλλ.)

 

6.Το ξύπνημα της άνοιξης (σκην. Νίκος Μαστοράκης)

 

7.Το τρίτο στεφάνι (σκην. Σταμάτης Φασουλής)

 

8. GUNS! GUNS! GUNS! (ομάδα Blitz)

 

9. Αλκηστη (σκην. Θωμάς Μοσχόπουλος)

 

10. Νίκη (σκην. Βίκτωρ Αρδίττης)

 

………………………………………………………

 

*Ο Χουβαρδάς, αν και δεν είναι ασφαλώς αναντικατάστατος ως διευθυντής, είναι σίγουρα πολύ σημαντικός για να ξεχαστεί εύκολα. Προχώρησε το ελληνικό θέατρο παραπέρα, σε μια θέση από την οποία δύσκολα θα οπισθοχωρήσει. Τουλάχιστον έβαλε στην παράδοση του Εθνικού τη δυναμική όσων ελπίζουν σε αυτό.

 

 

 

 

 

 

Scroll to top