14/07/13 ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

ΥΠΟ ΣΚΙΑΝ...

Πτήση

      Pin It

Δέκα συγγραφείς –ένας κάθε Σάββατο–θα μας συντροφεύουν με μια καλοκαιρινή ιστορία. Αστικό ή υπαίθριο φόντο, νοσταλγική, ευτράπελη, σαρκαστική, αλλόκοτη ή ενδοσκοπική διάθεση, κείμενα σε τόνους ραστώνης ή θερινής νεύρωσης, σκιαγραφούν το γενικό αφηγηματικό πλαίσιο. Δέκα πρωτότυπα μικροδιηγήματα έγραψαν, ειδικά για τους αναγνώστες του «Ανοιχτού Βιβλίου», σημαντικοί Ελληνες πεζογράφοι. Δέκα συγγραφείς λοιπόν «υπό σκιάν», στον καύσωνα της εποχής και της γραφής.

 

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: Μισέλ Φάις

 

Της Αντζελας Δημητρακάκη

 

Δεν υπήρχε θέμα, το ’βλεπε και μόνος του, δεν χρειαζότανε να του το υποδείξει το βλήμα ο Χριστόφορος. Η κοπέλα ήτανε βλαμμένη. Η φάση δεν τραβούσε. Τις προάλλες έκατσε κι αυτό με το μπαλκόνι. Τι τα ’χουμε τα μπαλκόνια άμα είναι να μην πηδάμε όταν μας κάνει κέφι. Ρε, πού πέσαμε. Δεν πέσαμε, είχε αντιπαραθέσει ο Χριστόφορος, ακόμα. Δεν, μας χέζεις, ρε Κρις. Τι καθότανε και του τα ’λεγε, του μαλάκα. Τέλος πάντων, το θέμα παρέμενε. Σκηνές ζηλοτυπίας μετά απειλών αυτοκτονίας. Ανοιχτές μπαλκονόπορτες στους Αμπελόκηπους. Πτώση με μάρτυρες. Κάθεσαι να φας το καρπούζι σου και παίρνεις μάτι και τη γειτόνισσα που πηδάει. Τώρα που ’πε πηδάει. Τι το σκέφτηκε, το τελευταίο πράγμα που έπρεπε να σκεφτεί. Αλλά το σκέφτηκε. Το σκεφτότανε συχνά. Της είχε προτείνει να πάνε και διακοπές. Τρελά σχέδια. Θα πιάνανε, λέει, ένα δωμάτιο με θέα. Απ’ αυτά που βλέπεις μόνο μπλε και κανένα κάκτο. Με σκληρά άσπρα σεντόνια. Από το οποίο θα βγαίνανε στις έξι το απόγευμα. Αυτό το ’χε πει επίτηδες, να της δείξει πως θυμότανε ότι της άρεσε το πλάγιο, βραδινό φως. Κάθονταν και πίνανε τα κερασμένα ποτά. Κέρασμα του Χριστόφορου, φιλική χειρονομία. Κοινωνική αλληλεγγύη. Δηλαδή, ελεημοσύνη. Για συνέχισε με τα όνειρα θερινής νυκτός, του ’χε πει με το απερίγραπτο βλέμμα της, πλάκα έχει. Ωραίο φουστάνι, της είχε πει γελώντας, Ζάρα; Μπα, H&M, είχε διευκρινίσει, γιατί ρωτάς, έχεις πρόβλημα με το πάτερν μαύρα αστέρια σε λευκό φόντο; Οχι, ποτέ δεν είχε πρόβλημα με το ανάποδο της πραγματικότητας, είχε σκεφτεί κι είχε κοιτάξει ψηλά, τα ελάχιστα άσπρα αστέρια στο μαύρο φόντο.

 

Δεν ήμουν ειρωνικός, είναι πράγματι ωραίο, ήταν έτοιμος να πει. Αλλά εκείνη τη στιγμή εμφανίζεται μια κοπέλα με το ίδιο φουστάνι. Θεά. Το οποίο έβγαζε και μάτι, δεν ήτανε να μην το προσέξεις. Πήγε να της τραβήξει την προσοχή σε κάτι άλλο, αλλά δεν είχε επιλογές: το τιγκαρισμένο τασάκι, τη μαλακία του Νίτσε που ’τανε γραμμένη στον απέναντι τοίχο, τον Χριστόφορο που εκτελούσε και χρέη dj από τότε που απολύσανε τον κανονικό. Δέκα ευρώ, δημοφιλές το σχέδιο, είχε πετάξει η Μάρθα, με το ίδιο βλέμμα, αυτό που ήτανε αδύνατο να περιγραφεί. Κι ύστερα είχε τυλιχτεί στο φουλάρι της, κατακόκκινη. Από δω και μπρος θα φοράω μόνο μαύρα, είχε δηλώσει περίπου λυπημένη. Συνέχισε να της μιλάει για την προοπτική των διακοπών. Από το δωμάτιο με θέα πέρασε σε πιο ρεαλιστικά πλάνα. Ανετα βρίσκουμε σκηνή. Κανένα πρόβλημα. Ενώ στην πραγματικότητα ήθελε να μιλάνε για άλλα. Ποια άραγε; Αμα κοιτάς την άβυσσο, θα σε κοιτάξει κι εκείνη. Απίστευτο τι μαλακίες γράφανε πια στους τοίχους αυτής της πόλης. Τι γνώμη έχεις; τον είχε ρωτήσει. Για ποιο πράγμα; Στο οποίο ερώτημα δεν έλαβε απάντηση εκείνο το βράδυ, όπως ούτε και κανένα άλλο.

 

Το σκηνικό με τα μπαλκόνια είχε γίνει μερικά εικοσιτετράωρα μετά, μια νύχτα που ’χε γυρίσει από την κατάληψη εξαντλημένος και σχετικά απελπισμένος. Μετά από μια συνέλευση χάος. Είχε τη φαεινή ιδέα να πάει σπίτι της. Δεν είχε χτυπήσει το κουδούνι φυσικά, δεν ήξερε ότι οι γονείς της είχανε μεταβεί ήδη στο εξοχικό, να ’ναι κοντά στις ντομάτες τους. Την είχε πάρει τηλέφωνο, δύο η ώρα, να κατέβει να πάνε μια βόλτα. Που θα ’τανε τόσο ωραία. Μια βόλτα στην άσφαλτο, χέρι χέρι με τη Μάρθα, γιατί στο πεζοδρόμιο δεν χωράγανε να περπατάνε δίπλα δίπλα. Ελα πάνω, του ’χε πει. Του ’χε βάλει ένα κρασί που δεν πινότανε, θα ‘τανε ανοιγμένο μέρες. Φορούσε μαύρα, όπως είχε υποσχεθεί. Ενα ρούχο σαν σακί, από ένα ύφασμα που το ’βλεπες ότι ήτανε για κρύο καιρό. Της γιαγιάς της, από τη δεκαετία του ’50. Αυτή λοιπόν ήταν η κατάσταση. Η Μάρθα μόνη στο σπίτι, με ανοιχτές τις πόρτες για να μπαίνει αέρας, καταϊδρωμένη μέσα σ’ ένα μαύρο σακί. Γιατί δεν φορούσε μια νυχτικιά σαν κανονικός άνθρωπος; Δεν τη ρώτησε όμως. Δεν είχε όρεξη για ερωτήσεις. Δεν είχε όρεξη να μάθει τίποτε που δεν γνώριζε ήδη.

 

Τελευταία τού φαινότανε εξάλλου πως γνώριζε τα πάντα. Οπως και η Μάρθα, αισθανότανε κι ο ίδιος ότι κατείχε το νόημα της πραγματικότητας. Για το οποίο είχε φτάσει να πιστεύει ότι ήτανε διαφορετικό από το νόημα της ζωής. Πίπες, είχε απαντήσει η Μάρθα λίγο αργότερα, όταν της το είχε πει φωναχτά. Κι ύστερα είχε πιάσει να καπνίσει μια γόπα, απ’ το τασάκι. Αν και της είχε προσφέρει τσιγάρο, το τελευταίο του. Το σκέφτηκα, του είπε, με τη γόπα να κρέμεται απ’ το στόμα της. Δεν θέλω να πάω διακοπές. Ε, φυσικά, της είχε χαμογελάσει, μια τόσο ευχάριστη κατάσταση γιατί να θέλεις να τη διακόψεις; Η Μάρθα τον κοιτούσε που ’τανε ξαπλωμένος στον καναπέ. Πώς πήγε η πολιτική δράση σήμερα; Κάνατε ποδήλατο ώς το σκατόπαρκο να φυτέψετε ραδίκια; Οχι, δεν πήγαμε, είχαμε άλλα θέματα. Α, έτσι. Για πότε ορίστηκε η επανάσταση; Δεν ήτανε να κάνεις συζήτηση με τη Μάρθα. Ητανε να τη γαμάς και να φεύγεις. Ή έστω να γυρνάς από την άλλη πλευρά. Το πνεύμα της άρνησης, ενσαρκωμένο. Επρεπε να τη τελειώνει τη φάση. Αλλά στο τέλος αυτής της σκέψης, η Μάρθα είχε βγει στο μπαλκόνι κι αφού είχε κοιτάξει τριγύρω, είχε ανέβει κι είχε κουρνιάσει στα κάγκελα. Σηκώθηκε απ’ τον καναπέ κι έφυγε. Βγαίνοντας από την πολυκατοικία, του φάνηκε πως την είδε ν’ απλώνει φτερά και να πετάει πάνω απ’ τις ταράτσες.

 

*Τελευταίο βιβλίο της Αντζελας Δημητρακάκη είναι η μελέτη «Τέχνη και παγκοσμιοποίηση. Από το μεταμοντέρνο σημείο στη βιοπολιτική αρένα» (Εστία, 2013).

Scroll to top