ΜΙΚΕΛΑ ΧΑΡΤΟΥΛΑΡΗ

13/08/14 ONLINE ΕΚΔΟΣΗ

Ελεγεία στη χαμένη γενιά

      Pin It

Της Μικέλας Χαρτουλάρη

 

«Δεν βγαίναμε έξω. Αποφεύγαμε τους δημόσιους χώρους. Ωραία εποχή… Να μην ξέρεις πότε θα ’ρθει η σειρά σου. Ν’ ανησυχείς μήπως δεν έρθει κάποιος που περιμένεις. Να ξέρεις ανά πάσα στιγμή πού βρίσκεται το πλησιέστερο κερματοτηλέφωνο για να ενημερώσεις κάποιον ότι είσαι καλά. Ετσι ζούσαμε: παίζοντας με τις πιθανότητες να σκοτωθούν οι δικοί μας άνθρωποι, καθησυχάζοντας συνέχεια τους δικούς μας ότι δεν είμαστε ανάμεσα στους νεκρούς…» Αυτή ήταν η καθημερινότητα στην Μπογκοτά από τα μέσα του ’80 μέχρι τα μέσα του ’90, όταν, χωρίς να έχει κηρυχτεί κανένας συμβατικός πόλεμος, οι πυροβολισμοί, οι βόμβες, η βαρβαρότητα, ο φόβος, κυριαρχούσαν στους δρόμους, στα δάση και στον αέρα της Κολομβίας.

 

Ηταν η εποχή της παντοδυναμίας του Πάμπλο Εσκομπάρ, του βασιλιά της κοκαΐνης, και η εποχή του πολέμου ενάντια στο καρτέλ του Μεδεγίν. Δολοφονήθηκαν υποψήφιοι πρόεδροι, υπουργοί Δικαιοσύνης, κρατικοί αξιωματούχοι και δημοσιογράφοι, ανατινάχτηκαν Μπόινγκ και εμπορικά κέντρα, δηλητηριάστηκαν συνειδήσεις. Η γενιά που ενηλικιώθηκε εκείνα τα χρόνια –οι σημερινοί 40άρηδες, 45άρηδες– σημαδεύτηκε ανεξίτηλα. Πώς να διαχειριστεί τις ναυτίες, την αγοραφοβία, τα σύνδρομα καταδίωξης, την αδυναμία να βιώσει την έννοια του «μαζί», την κατήφεια, την απομάγευση, και κυρίως το αίσθημα όσων σώθηκαν, ότι σαν να είχαν προδώσει… Πώς να μάθει να σκέφτεται αλλιώς; Τι να κάνει για να προχωρήσει;

 

Διαβάζεις τον Ηχο των πραγμάτων όταν πέφτουν, το θαυμάσιο μυθιστόρημα του 41χρονου Κολομβιανού Χουάν Γκαμπριέλ Βάσκες (Ικαρος, μτφ. Αχιλλέας Κυριακίδης), και αναπόφευκτα σκέφτεσαι τους άμαχους στον κλοιό της Γάζας και τα «έξυπνα» ισραηλινά όπλα που στοχεύουν Παλαιστίνιους στο καταφύγιό τους προκαλώντας εκρήξεις μη ανιχνεύσιμες από τους δορυφόρους. Σκέφτεσαι και τους σημερινούς νέους που μεγαλώνουν χωρίς διεξόδους στο περιβάλλον της κοινοτοπίας της κρίσης. Ο τίτλος που διάλεξε ο Βάσκες αναφέρεται σε ένα αεροπορικό δυστύχημα του 1995, που έβαλε τέλος στις ελπίδες των βασικών πρωταγωνιστών του να ξαναβρούν τη ζωή τους. Αλλά, ουσιαστικά, παραπέμπει στις ζωές που χάνονται. Μη μιλάτε για ατυχήματα ή για συμπτώσεις, μη μιλάτε για μοίρα, μας λέει ο Κολομβιανός συγγραφέας. Δείτε την αλυσίδα των συγκυριών, των ένοχων σφαλμάτων, των ατυχών αποφάσεων που προκαλούν συνέπειες οι οποίες κρατάνε για χρόνια. Κρατάνε για μια γενιά τουλάχιστον…

 

mikela.loximatia@gmail.com

 

…………………………………………………………………………………………………………………………………..

 

Ο Κένεντι και ο Εσκομπάρ

 

Το μυθιστόρημα ανοίγει το 2009, αλλά τα κρίσιμα γεγονότα ξεκινούν το 1969, δυο χρόνια αφότου ο κορυφαίος Κολομβιανός συγγραφέας, ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, εκδίδει το εμβληματικό λατινοαμερικανικό μυθιστόρημα της γενιάς των εμφυλίων, Εκατό χρόνια μοναξιά. Η κοινωνία που παρουσιάζει ο Βάσκες είναι διαφορετική από εκείνη του Μάρκες. Ο ξένος παράγοντας έχει πλέον εισχωρήσει βαθιά μέσα της διαφθείροντάς την, και το εμπόριο ναρκωτικών την εκμαυλίζει παγιδεύοντάς την «σε έναν ζωντανό εφιάλτη».

 

Ο Βάσκες σκαλίζει αυτή την εποχή βήμα-βήμα φωτίζοντας τα μυστικά και τα ταμπού της, και παρακολουθεί παράλληλα τη γενιά των αυτουργών και τη γενιά (τη δική του) των θυμάτων της. Ιδιαίτερα επιμένει στα ψυχροπολεμικής έμπνευσης μέτρα του Κένεντι. Θυμίζει τη «Συμμαχία για την Πρόοδο» και για την ενίσχυση δήθεν των οικονομικών δεσμών μεταξύ ΗΠΑ και Λατινικής Αμερικής (Alliance for Progress), που έδειξε το πραγματικό της πρόσωπο υποστηρίζοντας στρατιωτικές δικτατορίες και υποθάλποντας αντικομμουνιστικούς αγώνες. Και εστιάζει στο πρόγραμμα εθελοντών Peace Corps, με τους απόφοιτους αμερικανικών πανεπιστημίων οι οποίοι διαδήλωναν ενάντια στον πόλεμο του Βιετνάμ και ήθελαν να αλλάξουν τον κόσμο καταπολεμώντας τον αναλφαβητισμό και την πολιομυελίτιδα στη Νότια Αμερική. Εκεί είχαν παρεισφρήσει οι γκρίνγκος, που έμαθαν στους χωρικούς της Κολομβίας τεχνικές για την καλλιέργεια καλύτερης μαριχουάνας και τρόπους επεξεργασίας της πάστας κοκαΐνης. Οι βετεράνοι του Peace Corps, μας λέει ο Βάσκες, ήταν οι σύνδεσμοι του Εσκομπάρ με τις διεθνείς αγορές. Κάτι παραπλήσιο, πιο αθώο, τραγουδούσε και ο Φρανκ Ζάππα ήδη από το 1968: Who needs the Peace Corps, we’re only in it for the money.

 

Το παιχνίδι ήταν πολύ μεγάλο. Ο Βάσκες στήνει μια ιστορία που διαβάζεται απνευστί, και τα έχει όλα. Τις ματαιωμένες προοπτικές της κολομβιανής αστικής τάξης, τον έρωτα του πιλότου ζεν πρεμιέ με την Αμερικανίδα εθελόντρια που βοηθούσε τους αγρότες, τη σαγήνη του εύκολου κέρδους και τις αρπαχτές «κάποιων αθώων Κολομβιανών», τις μπίζνες των Αμερικανών πρακτόρων με την τοπική μαφία, τη «στραβή» και τις παράπλευρες απώλειες της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, τις διαλυμένες λατινοαμερικανικές οικογένειες που ζούσαν με το ψέμα των υποτιθέμενων νεκρών τους, οι οποίοι σάπιζαν στις αμερικανικές φυλακές, τις ελπίδες της άνοιξης μετά την εξόντωση του Εσκομπάρ και τα ξεκαθαρίσματα λογαριασμών που δεν έχουν τέλος… Ο ίδιος ο αφηγητής, ένας νεαρός καθηγητής στη Νομική, γίνεται μάρτυρας μιας δολοφονίας στο κέντρο της Μπογκοτά και τρώει μια σφαίρα στην κοιλιά. Πώς να επαναξιολογήσεις ένα τέτοιο παρελθόν; Πώς να λυτρωθείς;

 

………………………………………………………………………………………………………………………………….

 

Ο Βάσκες και ο Μάρκες

 

Υπάρχουν φράσεις σε τούτο το μυθιστόρημα που θυμίζουν έντονα τη γραφή του νομπελίστα (1982) Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες στον περίφημο τρόπο με τον οποίο συνέδεε το μέλλον με το παρελθόν και το παρόν. Ο Χουάν Γκαμπριέλ Βάσκες γεννήθηκε στην Μπογκοτά 44 χρόνια μετά από τον Μάρκες, και ανήκει σε μια λογοτεχνική γενιά που προσπαθεί να βρει τη φωνή της έξω από τη σκιά των μεγάλων του «λατινοαμερικανικού μπουμ» (Μάρκες – Φουέντες – Λιόσα), αλλά χωρίς να τους απορρίπτει. Είναι χαρακτηριστικό ότι έκανε σπουδές λατινοαμερικανικής λογοτεχνίας στη Σορβόνη. Ο Ηχος των πραγμάτων όταν πέφτουν τιμήθηκε με τα διεθνή βραβεία Alfaguarra (2011), IMPAC (2014), και είναι το τρίτο του μυθιστόρημα. Εδώ (σ.169), υπάρχει μια αναφορά στον Μάρκες με μια ειρωνική αποστροφή για το Εκατό χρόνια μοναξιά.

 

Είναι το μυθιστόρημα που χαρίζει στην Αμερικανίδα εθελόντρια του Peace Corps ο Κολομβιανός σπιτονοικοκύρης και κατοπινός πεθερός της. Το έγραψε της λέει, ένας δημοσιογράφος, ένας τύπος άξεστος, αλλά του είπαν πως δεν είναι κακό και πάντως πουλάει πολύ. Εκείνη παρατηρεί τη γιορτή των «μαγικών» συμβόλων στο εξώφυλλο της έκδοσης χωρίς να συγκινείται, και νομίζει πως το ανάποδο τρίτο Ε στον τίτλο (Cien an~os de soledad) είναι τυπογραφικό λάθος. Λίγο αργότερα, γράφει στην οικογένειά της στο Μαϊάμι πως «είναι το πιο κουραστικό βιβλίο που έχω διαβάσει εδώ και καιρό»…

 

Αραγε κατάλαβαν ποτέ οι γκρίνγκος το μεγαλείο και την τραγωδία των λαών της Νότιας Αμερικής;

 

 

 

Scroll to top