Tου Τάσου Παππά
Το τελευταίο διάστημα, ενδεχομένως να πρυτάνευσε η σωφροσύνη, ενδεχομένως να συνέβαλε η θερινή ραστώνη, οι αψιμαχίες στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ έχουν μειωθεί. Πλειοψηφία και μειοψηφία απέφυγαν τις αντεγκλήσεις, ενώ ο επικεφαλής του κόμματος Α. Τσίπρας χρησιμοποιεί καθαρή γραμμή σ’ ό,τι αφορά τους κεντρικούς στόχους του ΣΥΡΙΖΑ, αφαιρώντας από τον λόγο του φράσεις, λέξεις και προτάσεις που στο παρελθόν είχαν προκαλέσει παρεξηγήσεις.
Οι βασικές κατευθύνσεις του ΣΥΡΙΖΑ, όπως έχουν αποτυπωθεί στο πρόγραμμα, περιλαμβάνονται στις τοποθετήσεις των στελεχών, στα άρθρα και στα κομματικά κείμενα, σε μια προσπάθεια να διασκεδαστούν οι ανησυχίες των μελών και των ψηφοφόρων και να απαντηθεί η κριτική των αντιπάλων, οι οποίοι προβλέπουν (άλλοι με χαιρεκακία, άλλοι με ανακούφιση) ότι ο ΣΥΡΙΖΑ όσο πλησιάζει προς την εξουσία τόσο πιο πολύ θα «νερώνει το κρασί του», «θα σοσιαλδημοκρατικοποιείται», θα προσαρμόζεται, ρίχνοντας άγκυρα στο λιμάνι της ευθύνης και του ρεαλισμού, όπως αυτοί αντιλαμβάνονται την ευθύνη και τον ρεαλισμό.
Για την προσέγγιση αυτού του τύπου είναι σχεδόν μοιραίο να λειάνει ο ΣΥΡΙΖΑ τις πιο ριζοσπαστικές πλευρές του προγράμματός του, εφόσον δεν θέλει, όπως λέει, να βάλει τη χώρα σε επικίνδυνες περιπέτειες. Προς ενίσχυση των εκτιμήσεών τους παραπέμπουν στις θρυλικές κωλοτούμπες του ΠΑΣΟΚ τη δεκαετία ’75 –’85. Πράγματι, και το ΠΑΣΟΚ ξεκίνησε φουριόζικα και με υψιπετείς στόχους (κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής, αυτοδιαχείριση, έξοδο από την ΕΟΚ και το ΝΑΤΟ κ.ά. ), γρήγορα όμως προσγειώθηκε ανώμαλα στη δύστροπη πραγματικότητα που αντιστεκόταν πεισματικά στις φαντασιώσεις των μαθητευόμενων μάγων του εγχώριου «τριτοδρομικού σοσιαλισμού». Ο συμβιβασμός δεν είναι κατ’ ανάγκην κακός, υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα είναι ηττοπαθής και σάπιος.
Ετσι, είναι καλό (από την άποψη της συνέπειας) που στην τελευταία απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής του ΣΥΡΙΖΑ αναφέρονται αυτούσιες ορισμένες εκ των βασικών αποφάσεων του συνεδρίου, όπως είναι «η ακύρωση των μνημονίων και των εφαρμοστικών νόμων» και «η επαναδιαπραγμάτευση των δανειακών συμβάσεων με στόχο τη διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του χρέους». Η αξιοπιστία όμως ενός σχηματισμού πολλές φορές δεν κερδίζεται από τα μεγάλα -η υλοποίηση των οποίων άλλωστε εξαρτάται και από άλλους παράγοντες (την ισχύ του αντιπάλου, τη συγκυρία, τα κληρονομημένα προβλήματα, τον διεθνή περίγυρο, τις απρόβλεπτες καταστάσεις)-, αλλά από τα θεωρούμενα μικρά, δηλαδή από τις υποσχέσεις που δίνονται σχετικά με τη βελτίωση της καθημερινότητας των πολιτών.
Το ΠΑΣΟΚ δεν έχασε εκλογικά, παρά το γεγονός ότι αναδιπλώθηκε θεαματικά σ’ ό,τι αφορά τις ιδρυτικές αρχές του, γιατί ο αρχηγός του είχε την ικανότητα να πείθει το ακροατήριο και τον εαυτό του με «ειλικρινή ψεύδη», κυρίως όμως επειδή προώθησε μια γενναιόδωρη (με δανεικά, φυσικά) κοινωνική πολιτική και κάποιες θεσμικές μεταρρυθμίσεις που κάλυψαν τα κενά τα οποία είχε αφήσει η κοντόθωρη και μισαλλόδοξη πολιτική της μεταπολιτευτικής Δεξιάς.
Σήμερα όμως δεν βρισκόμαστε εκεί. Ούτε ο Τσίπρας έχει το χάρισμα του Ανδρέα ούτε οι πολίτες (ευτυχώς) τσιμπάνε πια με καθρεφτάκια ούτε ο δανεισμός είναι εύκολος. Συνεπώς όταν δεσμεύεσαι για «την αποκατάσταση στα προ Μνημονίου επίπεδα των κατώτατων μισθών, συντάξεων, οικογενειακών επιδομάτων και επιδομάτων ανεργίας» ή για «την ακύρωση των ιδιωτικοποιήσεων και επαναφορά στο Δημόσιο των επιχειρήσεων στρατηγικής σημασίας που έχουν ιδιωτικοποιηθεί», οφείλεις, για να κερδίσεις την εμπιστοσύνη τους και να αξιοποιήσεις δημιουργικά τον θυμό τους, να τους πεις το «πώς» θα τα πετύχεις. Στο ερώτημα αυτό δεν χωράνε αμήχανες και αφελείς απαντήσεις σαν κι αυτές που δίνει η Αριστερά παντού στον κόσμο, ότι «θα τα πάρουμε από τους πλούσιους και θα τα μοιράσουμε δίκαια». Χρειάζεται κάτι παραπάνω.