Λέγεται ότι γνωστός καναλάρχης, ο οποίος διαπραγματευόταν με το μόρφωμα τη διαμόρφωση τηλεοπτικού διαύλου για την προβολή της ναζιστικής ιδεολογίας, πρότεινε στον Ηλία Παναγιώταρο να αναλάβει παρουσιαστής εκπομπής με αντικείμενο τη μαγειρική. Και αμέσως ο υπόδικος βουλευτής μπήκε στο πετσί του νέου του ρόλου. Δεν εξηγείται αλλιώς το ότι φώναζε σιδηροδέσμιος το Σάββατο έξω από τη ΓΑΔΑ: «Φάτε τώρα Μνημόνιο για βραδινό».
Ο ίδιος, έπειτα από την απελευθέρωσή του προχθές, αναζητώντας ταξί με προορισμό την οικία στην οποία μετακόμισε την επομένη της δολοφονίας του Φύσσα, προέτρεπε το φιλοθέαμον κοινό να γευθεί για πρωινό τούς ψευδομάρτυρες. Το μενού της εκκολαπτόμενης από το αυγό του φιδιού τηλεπερσόνας μπορεί να φαντάζει ολίγον δύσπεπτο και μακάβριο, ωστόσο ο σεφ δεν έχει ανοίξει ακόμα όλα του τα χαρτιά. Απομένει να δούμε τις προτάσεις του για τα δεκατιανά, τα μεσημεριανά και τα επιδόρπια.
Για τον Δημητράκη, ιδιοκτήτη της γνωστής χασαποταβέρνας στην Πλάτσα τ' Απεράθου, η κουζίνα δεν ήταν τόσο πολύπλοκη υπόθεση. Ετοίμαζε συνήθως βραστό κριάς και τηγάνιζε αρδούμια και σε εξαιρετικές περιπτώσεις σπληνοάρδουμα. Ο θυμόσοφος ταβερνιάρης ταξίδευε σ' ολόκληρη τη Νάξο. Στα προπολεμικά χρόνια, το λεωφορείο φάνταζε χάι τεκ καινοτομία και αργούσε συχνότερα απ' ό,τι σήμερα. Μια μέρα όμως το ’χε παρακάνει.
Ιδιαζόντως αγανακτισμένος ο κόσμος στη στάση καταριόταν οδηγούς και εισπράκτορες. «Ηθελα να ’ξερα ήντα σημαίνει ΚΤΕΛ;» λέει κάποιος. Κι ο Δημητράκης πάραυτα δίνει τη δική του εκδοχή για το αρκτικόλεξο: «Καθημερινή Ταλαιπωρία Ελληνικού Λαού». Οταν βρισκόταν στη Χώρα ένας άλλος Απεραθίτης, ο Μαργαριτο(γ)ιώργης, ήτρωε στο μαγαζί ενός Βαγγέλη. Επειδή δεν υπήρχε ρευστό –καλή ώρα όπως σήμερα- του πρότεινε το εξής στοίχημα:Θα φάω και θα πιω όσο θέλω.
Κι ύστερα θα σου πω τρία τραγούδια. Εάν δεν σ΄ ευχαριστήσει κανένα, θα σου δώσω τα διπλά. Εστω και ένα απ’ αυτά αν σ' αρέσει όμως, δεν θα σε πληρώσω καθόλου. Ο μαγαζάτορας συμφώνησε μετά χαράς. Αφού ντερλίκωσε ο πελάτης, του κάνει: «Βαγγέλη μου θα σου το πω και θα σου το φωνάξω/ πως είσαι ο καλύτερος μάγειρας μες στη Νάξο». Το αφεντικό δήλωσε γελώντας την απαρέσκειά του.
Ηρθε η σειρά του επόμενου τραγουδιού: «Απού το μαγειρείο σου όποιος και να περάσει/ τσι νόστιμοι μεζέδες σου ποτές δεν θα ξεχάσει». Ο ταβερνιάρης είπε και πάλι «όχι» μειδιών. Η τρίτη στροφή ήταν σατανικά διατυπωμένη: «Αφού ήφαες (Γ)ιώργη μου και (γ)έμωσε η κοιλιά σου/ πλήρωσε το κατάστημα και άμε στη δουλειά σου». «Αυτό μάλιστα» απάντησε χωρίς δεύτερη σκέψη ο Βαγγέλης, διαπιστώνοντας την επόμενη στιγμή πως έχασε το στοίχημα. Αλλά ακόμα κι αν δεν του άρεσε το τραγουδάκι, θα έδινε τη δυνατότητα στον ευφυή στιχοπλόκο να αποχωρήσει χωρίς να καταβάλει δραχμή. Προσπαθώ απλώς να υποψιάσω τον Παναγιώταρο για τις παγίδες του επαγγέλματος σε μέρες, μάλιστα, συννεφιασμένες και βροχερές.
Μετέωρος [email protected]




