Στην Κουμουνδούρου δεν θεωρούν το θέμα των τηλεφωνικών παρακολουθήσεων ζήτημα επικοινωνιακού χαρακτήρα
Του Φώτη Παπούλια
Νέο επεισόδιο προστίθεται στο σίριαλ της έντασης των σχέσεων κυβέρνησης – αντιπολίτευσης, έπειτα από χθεσινό δημοσίευμα της εφημερίδας «Real News». Σύμφωνα με αυτό, φέρεται ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ να έχει καταγγείλει στην κοινοβουλευτική ομάδα του κόμματός του ότι «τα τηλέφωνά μας παρακολουθούνται, τόσο το δικό μου όσο και των βουλευτών μας».
Αποτέλεσμα, να ανοίξει ένα νέο κεφάλαιο αντιπαράθεσης, το οποίο διανθίζεται από γεγονότα του παρελθόντος, υποψίες, καταγγελίες, προκλήσεις.
Συνεργάτες του Αλέξη Τσίπρα διαψεύδουν κατηγορηματικά και επιμένουν ότι ο πρόεδρος «δεν έχει πει τίποτα δημόσια, πόσο μάλλον σε συνεδρίαση της κοινοβουλευτικής ομάδας», παραπέμποντας και στους βουλευτές του κόμματος. Με όσους επικοινώνησε η «Εφ.Συν.» αρνήθηκαν ότι έχει ειπωθεί κάτι τέτοιο, «ούτε ως αστείο» έλεγαν κατηγορηματικά.
Αυτό που προκαλεί απορία στα στελέχη του κόμματος είναι η σπουδή με την οποία υιοθέτησαν το δημοσίευμα και αντέδρασαν τόσο ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη όσο και ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, «εγκαλώντας τον ΣΥΡΙΖΑ και καλώντας τον να δώσει στοιχεία, διαφορετικά θα παραμείνει υπόλογος απέναντι στην Πολιτεία».
Με ανακοίνωσή του, το γραφείο Τύπου του ΣΥΡΙΖΑ διέψευσε το δημοσίευμα, επισημαίνοντας ότι «δεν έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα, οφείλουμε όμως να συγχαρούμε τον κ. Δένδια και τον κ. Κεδίκογλου για τα αντανακλαστικά που δείχνουν απέναντι σε ανυπόστατα δημοσιεύματα, όταν δεν ήταν ίδια η αντίδρασή τους απέναντι σε συγκεκριμένες καταγγελίες του ΣΥΡΙΖΑ αναφορικά με την εγκληματική δράση της Χρυσής Αυγής όπου και σφύριζαν αδιάφορα».
«Να γίνει συζήτηση στη Βουλή»
Ομως, το γεγονός των τηλεφωνικών παρακολουθήσεων φαίνεται να απασχολεί την Κουμουνδούρου και δεν είναι τυχαία η επισήμανση ότι «αφού ανοίγει έστω και με αυτό τον τρόπο το ζήτημα των παρακολουθήσεων, θα έπρεπε, σε μια χώρα μάλιστα όπου έχει ερευνηθεί υπόθεση παρακολούθησης πρώην πρωθυπουργού, να γίνει συζήτηση στη Βουλή για το θέμα και να τεθούν η ΕΥΠ και η αντιτρομοκρατική υπό κοινοβουλευτικό έλεγχο». Η ευθεία αναφορά στην παρακολούθηση των τηλεφώνων του πρώην πρωθυπουργού Κ. Καραμανλή και το άρον άρον κλείσιμο της υπόθεσης του τότε «σκανδάλου των υποκλοπών»(4/3/2005), δείχνει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα επιδιώκει να «κρατάει» ζεστό το θέμα.
Και αυτό γιατί ουδείς στην Κουμουνδούρου θεωρεί το ζήτημα επικοινωνιακού χαρακτήρα, αφού, όπως επισημαίνεται, «σε ένα κρίσιμο θέμα εθνικής ασφάλειας και δημοκρατίας, η κυβέρνηση διαλέγει το δρόμο των φτηνών επικοινωνιακών παιχνιδιών». Αυτό που φοβούνται είναι η πιθανή εκμετάλλευση «τηλεφωνικών υποκλοπών», που θα επιδιωχθεί να στιγματίσουν στελέχη του κόμματος και τα οποία μπορεί να χρησιμοποιηθούν από την κυβέρνηση για να τεκμηριωθεί (!) η θεωρία των δύο άκρων.
Το γεγονός ότι η κυβέρνηση δεν προχωρά σε συζήτηση στη Βουλή για την έξαρση της νεοναζιστικής βίας και του ρατσισμού δεν περνά απαρατήρητο από στελέχη της Κουμουνδούρου, τα οποία εκτιμούν ότι η κυβέρνηση, με τη μέθοδο της «μετάθεσης» της συζήτησης, επιδιώκει να κερδίσει χρόνο ώστε, όταν και όποτε γίνει αυτή, απλά να περιοριστεί στα επινίκια για το χτύπημα κατά της Χρυσής Αυγής.




