Η Γιασεμή Κηλαηδόνη πήρε έξι διηγήματα του Σωτήρη Δημητρίου και άφησε πρώτα τον ίδιο τον συγγραφέα να τη διδάξει το πώς ανασαίνει και τονίζεται ο λόγος του. Στη συνέχεια, μαζί με τη σκηνοθέτρια Νάντια Κούρκουλου έστησαν μια ωριαία παράσταση με τους ευάλωτους, περίεργους, λοξούς, ποιητικούς ήρωές του
Της Εφης Μαρίνου
«Καλοκαίρι στα σώματα». Με αυτό τον τίτλο έξι διηγήματα του Σωτήρη Δημητρίου μεταπηδούν στο θέατρο. Γίνονται μια σφιχτή και καλόγουστη ωριαία παράσταση στην αυλή του θεάτρου «Μεταξουργείο» κάθε Δευτέρα και Τρίτη. Η φωνή, το σώμα, η κίνηση της Γιασεμής Κηλαηδόνη, αλλά και η διαμόρφωση του χώρου αρκούν για να δώσουν λόγο και πνοή σ’ αυτές τις παράξενες και γοητευτικές ιστορίες του σημαντικού συγγραφέα.
Ολοι οι ήρωες είναι κάτοικοι της πόλης. Ο Σ. Δημητρίου επέλεξε επίτηδες διηγήματα που να μη φέρουν την ντοπιολαλιά της πατρίδας του, από τέσσερα διαφορετικά βιβλία του. Είναι άνθρωποι που δυσκολεύονται να ενταχθούν στην πραγματικότητα. Ευάλωτοι, περίεργοι, με ψυχές θρυμματισμένες, που κάποτε λοξοδρομούν σε συμπεριφορές αφύσικες, μη κανονικές. Για να αντιμετωπίσουν το πρόβλημά τους, επιλέγουν τη σκληρότητα, την ανοχή, την απάθεια, την εμμονή, τον εγκλεισμό.
Το «Γιαβρί μου» από τη συλλογή «Η φλέβα του λαιμού», «Ως κόρη οφθαλμού» με ήρωα ένα θύμα ερωτικής απογοήτευσης που χάνει τον εαυτό του, το «Γονείς και κηδεμόνες» με κάποιον που πνίγεται για να αποφύγει την αγάπη ενός σκύλου που τον ακολουθεί, «Οι αυγουλιέρες» με ένα ζευγάρι που γυρίζει τον κόσμο για να πλουτίσει τη συλλογή του με κάθε είδος αυγουλιέρας, το «Κάι κάι Θεούλη μου» με ήρωα ένα στρατιώτη, ειδεχθή εγκληματία ζώων, το «Καλοκαίρι στα σώματα», το πιο αυτοβιογραφικό και ποιητικό όλων.
Η αυλή του Μεταξουργείου διαμορφώθηκε σε μια «πλατεία» τριάντα καθισμάτων. Η Γιασεμή Κηλαηδόνη ερμηνεύει τα διηγήματα πότε στην εξώπορτα, η μισή μέσα και η μισή έξω, πότε καθισμένη στο πάτωμα του μπαρ-εστιατορίου, πότε όρθια με μοναδικό σκηνικό στοιχείο μια χαρτοσακούλα, πότε να βηματίζει στο βάθος της αυλής. Κάποιες στιγμές οι τζαμαρίες καθρεφτίζουν το είδωλό της. Το σιντριβάνι και το νερό, τα έργα του Χόπερ στους τοίχους, μια ελιά φωτισμένη, οι φωτισμοί και η μουσική δίνουν λύσεις στην παράσταση που έστησε η νεαρή Νάντια Κούρκουλου.
«Ο Σωτήρης Δημητρίου είδε το “Μαράν Αθά”, του άρεσε και μου πρότεινε να επιχειρήσουμε κάτι με διηγήματά του», λέει η Γιασεμή Κηλαηδόνη. «Διάλεξε ο ίδιος τα διηγήματα και ζήτησε να μου διδάξει τον λόγο. Δεν ήθελε θεατρικές υπερβολές, τον ενδιέφεραν οι ανάσες, οι τονισμοί, ώστε το κείμενο να εκφέρεται σύμφωνα με τη δική του αίσθηση. Αλλωστε κι εγώ αυτό επιθυμούσα: να προβληθεί ο λόγος. Κι έτσι η πρόβα ξεκίνησε κάπως περίεργα. Πρώτα στο σπίτι του συγγραφέα κάνοντας ανάγνωση κι αργότερα με τη σκηνοθέτρια. Επίτηδες του ζητούσα να διαβάζει και τον μαγνητοφωνούσα. Ακουγα τη φωνή του και συγχρόνως έβαζα στην αφήγηση το δικό μου κομμάτι. Τα κείμενα αφορούν στην ιδιοσυγκρασία του Σ. Δημητρίου. Εκείνος κατάφερε να διοχετεύσει το πληγωμένο του κομμάτι στη γραφή. Κι όχι μόνο βρήκε θεραπευτική διέξοδο, αλλά έγινε σπουδαίος συγγραφέας».
• Η ιδιαίτερη αυλή του θεάτρου «συνόδευσε» τα διηγήματα.
«Η παράσταση αρχικά προοριζόταν να παιχτεί στην πλατεία Αυδή, σε μια εσοχή δίπλα στο καινούργιο κτίριο της Πινακοθήκης. Τελικά είπαμε να τη φέρουμε στην αυλή του Μεταξουργείου, μέχρι τώρα αναξιοποίητη. Με έναν μαγικό τρόπο και με τη βοήθεια της Νάντιας κούμπωσαν όλα. Κάθε τι βρήκε τη θέση του στον χώρο. Με τη Νάντια γνωρίστηκα στη Νέα Υόρκη όταν πριν από χρόνια παρακολουθούσα σεμινάρια θεάτρου. Εκείνη σπούδαζε σκηνοθεσία στο Κολούμπια. Συνομήλικες, με κοινά γούστα και απόψεις για το θέατρο, είπαμε να συνεργαστούμε. Οταν τα πράγματα δυσκολεύουν, ενώνεις τις δυνάμεις σου με φίλους που σκέφτονται σαν και σένα. Η κρίση μάς επηρέασε όλους. Νιώθω ευγνώμων που, παρά τις μεγάλες οικονομικές δυσκολίες συντήρησής του, υπάρχει το Μεταξουργείο ως βήμα έκφρασης και για μένα».
• Τελικά σας ελκύει περισσότερο η θεατρική αφήγηση;
«Πρέπει να παραδεχτώ ότι, ναι, μου ταιριάζει η λογοτεχνία. Διαβάζω περισσότερο απ’ ό,τι θέατρο και κυρίως μικρά διηγήματα που φέρουν μια θεατρικότητα. Κι έπειτα ο ηθοποιός είναι ορχήστρα. Με τον λόγο, το σώμα, την κίνηση μπορεί να δημιουργήσει δεκάδες δράσεις στη σκηνή. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν θα ασχοληθώ με κανονικά κείμενα. Μου αρέσει το θέατρο του παραλόγου».
• Τι σας άφησε η τολμηρή εμπειρία του «Μαράν Αθά». Ερμηνεύσατε έναν 90χρονο μοναχό που αλλάζει 19 πρόσωπα.
«Εχοντας πια περάσει καιρός, νιώθω κι εγώ δέος, αναρωτιέμαι πώς μπόρεσα – δεν το λέω καθόλου αστεία. Το έκανα γιατί δόθηκα ψυχή τε και σώματι σ’ αυτό το κείμενο. Εξαντλητικό φωνητικά, δύσκολη γλώσσα, 19 μεταμορφώσεις και απομνημόνευση ενός πυκνού λόγου δυόμισι ωρών. Με τον Δήμο Αβδελιώδη στηριχτήκαμε μόνο στη φωνή. Η παράσταση αποτέλεσε για μένα συγκλονιστικό μάθημα για την ουσία της υποκριτικής».
• Πώς τα βγάζετε πέρα με τη μητέρα σας, το «θωρηκτό» Αννα Βαγενά;
«Τα πρώτα χρόνια είχαμε θυελλώδεις συγκρούσεις, όχι ότι δεν γίνονται ακόμα… Το γεγονός ότι βρεθήκαμε μαζί στη σκηνή και μάλιστα σε σπουδαία έργα, όπως τον “Γυάλινο Κόσμο” του Τ. Ουίλιαμς ή τη “Φθινοπωρινή σονάτα” του Ι. Μπέργκμαν ως μάνα-κόρη, βοήθησε να λύσουμε βασικά προβλήματα. Τα ίδια τα κείμενα δημιουργούσαν μεταξύ μας αληθινούς διαλόγους στις πρόβες. Της χρέωνα ώρες απουσίας και μάλιστα νυχτερινής, όταν δούλευε στο θέατρο. Τώρα, παρόλο που δεν έχω γίνει ακόμα μάνα, μπορώ να καταλάβω. Η Αννα είναι παρορμητική κι αυτό έχει τα καλά και τ’ άσχημά του. Θέλει να παρεμβαίνει δυναμικά όχι μόνο στη ζωή των παιδιών ή του άντρα της, αλλά στη φύση ολόκληρη… Ομως πέρα από αυτή την τάση, διαθέτει αξιοθαύμαστο κουράγιο και ζωντάνια που ζηλεύουν και οι νέοι. Ο Λουκιανός βρίσκεται στο άλλο άκρο. Διακριτικός, αλλά καθόλου αδιάφορος. Κι εγώ έχω ήδη χαράξει τον δικό μου δρόμο ανεξάρτητα από το όνομα των γονιών μου».




