Της Μικέλας Χαρτουλάρη
Από το παράθυρο μιας αστικής πολυκατοικίας στο Κολωνάκι, την άνοιξη του 1944, ένα αγοράκι βλέπει μια τρίκυκλη μοτοσικλέτα με δυο κρανοφόρους να κάνει απότομη στροφή και τον συνοδηγό να πυροβολεί εν ψυχρώ ένα παλικαράκι, που με το χωνί φώναζε συνθήματα ενάντια στους Γερμανούς, υπέρ της ελευθερίας, υπέρ του ΕΑΜ. Ηταν «παιδί κι αυτός» θυμάται, «ξανθομπάμπουρας σαν εμένα, μόνο κάτι λίγα χρόνια πιο μεγάλος». Το 1979 το αγοράκι δηλώνει νεομαρξιστής, είναι 40 χρόνων, έχει μόλις αναλάβει την οργάνωση του πολύτιμου αρχείου της Εθνικής Τράπεζας και έχει εκλεγεί «επιστημονικός συνεργάτης» για να διδάξει Οικονομική Ιστορία στη Νομική Αθηνών. Μια μέρα, δίπλα στο ισόγειο αμφιθέατρο γίνεται χαμός από κάποιους φοιτητές που παίζουν ποδόσφαιρο. Εκείνος τους καλεί να έρθουν στο μάθημα να… ξεκουραστούν, κι αυτοί μπαίνουν παίζοντας μπάλα. Είναι αναρχικοί, αλλά θα καταφέρει να συνεχίσει την παράδοσή του προκαλώντας το ενδιαφέρον τους καθώς προτείνει τη σύγκριση του ατελούς Κράτους Δικαίου με την τέλεια Αναρχία. Εναν χρόνο αργότερα, θα δει την κομβική μελέτη του Το ζήτημα των τραπεζών, οικονομική και πολιτική διαμάχη στην Ελλάδα του 19ου αιώνα να εκδίδεται αλογόκριτη από την Εθνική Τράπεζα, παρά το γεγονός ότι η επικριτική του ματιά ενοχλεί κάποια στελέχη της.
Το αγόρι θα εξελιχθεί σε μια έκκεντρη περίπτωση ιστορικού με κοινωνιολογικά και ανθρωπολογικά ενδιαφέροντα, ο οποίος θα μελετήσει συστηματικά τον διάλογο του ελληνικού κράτους με την κοινωνία- που-αλλάζει, κατά την κρίσιμη περίοδο από την ίδρυσή του έως το 1920. Στο τέλος θα παραιτηθεί από καθηγητής στην Αθήνα (2000) για να διδάξει (ώς το 2009) στην περίφημη παρισινή Ecole des Hautes Etudes en Sciences Sociales, όπου θα καλλιεργήσει ένα καινούργιο ενδιαφέρον για τη σύγχρονη Ελλάδα. Ο λόγος για τον Γιώργο Δερτιλή, που σήμερα, στα 74 του, κάνει την έκπληξη ανοίγοντας τα προσωπικά του χαρτιά στο αυτοβιογραφικό βιβλίο Συνειρμοί, μαρτυρίες, μυθιστορίες (εκδ. Πόλις).
Δεν θα βρούμε εδώ τη συνήθη ύλη των απομνημονευμάτων, τις λεπτομέρειες της ιδιωτικής ζωής, τα μυητικά διαβάσματα, τις καθοριστικές φιλίες, τις πικρίες του επιστήμονα, ούτε θα νιώσουμε την ακαδημαϊκή σοβαροφάνεια (ή ματαιοδοξία). Ο Δερτιλής μιλά για την καριέρα του ως ιστορικού μόνο στο τελευταίο τέταρτο του βιβλίου του. Αντ’ αυτού, επιστρατεύει αναμνήσεις, βιώματα, μαρτυρίες, για να αναπλάσει με εντυπωσιακή γλαφυρότητα τη μικροϊστορία της οικογένειάς του και να χρησιμοποιήσει τα μέλη της ως μάρτυρες των μετασχηματισμών της ελληνικής κοινωνίας. Μέσα από αυτό το μικροσκόπιο, παίρνοντας υπόψη του και τη σημερινή κρίση, σχολιάζει τη μεγάλη ιστορία του τόπου μας κατά τα τελευταία 200 χρόνια.
Ετσι, από τα σπονδυλωτά κείμενα του βιβλίου ξεπηδά ένας πολύχρωμος κόσμος σε συνεχή κίνηση, με ανάγλυφους χαρακτήρες που συχνά επισκιάζουν τον αφηγητή. Είναι ο αυτοδημιούργητος πατέρας του που έφτασε 11χρονος στον Πειραιά. μαθήτευσε δίπλα σε έναν γνωστό κοσμηματοπώλη, έγινε αναγνωρισμένος πραγματογνώμων στις πολύτιμες πέτρες, και στα μέσα του ’20 εύπορος αστός που θα αρνηθεί δελεαστικές προτάσεις επιχειρηματικής συνεργασίας με τις δυνάμεις του Ράιχ, και θα καταστραφεί τελικά από τη μεταρρύθμιση του φορολογικού συστήματος το 1957. Είναι η καλοαναθρεμμένη μάνα, που δεν την άφησαν να σπουδάσει και έκανε μαθήματα σε αναλφάβητες γυναίκες. Είναι ο ουρανοκατέβατος ξάδελφος, αρχηγός φρουράς στο αεροδρόμιο του Τατοΐου τη νύχτα της 21ης Απριλίου, που εξηγεί πως το πραξικόπημα κρεμόταν από μια κλωστή.
Οι συγγενείς που με τις περιπέτειές τους δείχνουν «τις στρατηγικές των αστικών και μικροαστικών οικογενειών της επαρχίας, και το πώς σχηματίστηκαν τα εύπορα στρώματα των μεγάλων πόλεων». Ακραιφνείς δεξιοί, μετριοπαθείς βασιλικοί, βενιζελικοί, φιλελεύθεροι, κάλυπταν ολόκληρο το πολιτικό, κοινωνικό, επαγγελματικό, φάσμα στο μετεμφυλιακό κράτος, μαζί με τον σοσιαλιστή που έγινε υπουργός του Καραμανλή, τον ταγματασφαλίτη υπάλληλο στα ανθρακωρυχεία «που η ανάγκη για επιβίωση καθόρισε τις πολιτικές του επιλογές», την αποσυνάγωγη θεατρίνα, και τον κομμουνιστή που τον «σκότωσε» η οικογένεια αποσιωπώντας την ύπαρξή του… Οταν ο Δερτιλής το έμαθε 60 χρόνια αργότερα, ένιωσε, λέει, να μεταλλάσσεται η αλήθεια του. Κι αυτή η παραδοχή συνιστά μια έμμεση κριτική στο σινάφι του.
Είναι ελάχιστοι οι ιστορικοί, σημειώνει αλλού, οι οποίοι καταφέρνουν να απογαλακτιστούν από τα στερεότυπα και τις προκαταλήψεις που τους έχουν θρέψει. Δεν είναι τυχαίο ότι στο βιβλίο του ξεχωρίζει μονάχα τον «αείμνηστο Φίλιππο Ηλιού», τον Σπύρο Ασδραχά και τον Κ.Θ. Δημαρά. «Ηταν ο σημαντικότερος και θερμότερος δάσκαλος που είχα στη ζωή μου».
………………………………………………………………………………………………………………………………..
Η γνώμη του ιστορικού
Η λέξη «λαός» δεν υπάρχει στην αφήγηση του Γ.Β. Δερτιλή, ούτε και η αγωνία ή οι αγώνες των «από κάτω». Κι όμως, αυτός ο ιστορικός με τις ελιτίστικες καταβολές που συμφωνούσε στις πολιτικές αρχές με τον Αγγελο Ελεφάντη, δεν έχει αντιλαϊκή οπτική σε τούτο το βιβλίο, όσο κι αν κρατά ισορροπίες καταδικάζοντας τα κακώς κείμενα τόσο της Δεξιάς όσο και της Αριστεράς. Το 1974 ήταν ο πρώτος που μίλησε για «ανομία», και υπογράμμισε πως μια πολιτική λιτότητας για την ανασυγκρότηση του κράτους είναι καταδικασμένη να αποτύχει εάν δεν εξασφαλίσει τη συνεργασία των λαϊκών τάξεων. Σήμερα προσθέτει πως δεν θα μπορέσουμε να υπερβούμε την κρίση εάν δεν υπερβούμε την εμφυλιοπολεμική νοοτροπία που, κατά τη γνώμη του, παραμένει κυρίαρχη. Στα σχόλιά του γράφει: «Η συλλογική μνήμη που το παίγνιο της εξουσίας σχημάτισε στην Ελλάδα ήταν ανέκαθεν μια σκόπιμη λήθη για ορισμένα πράγματα, και για τα περισσότερα ήταν και είναι μια ιστορία μίσους εντελώς διαστρεβλωμένη από όσους την καταχράστηκαν για να μας εξουσιάζουν».
Ο Δερτιλής στέκεται ιδιαίτερα στους πλουτίσαντες επί Κατοχής, «από τους οποίους ελάχιστοι τιμωρήθηκαν μετά το τέλος του πολέμου», και στο στρώμα των νεόπλουτων μικροαστών που γέννησαν η μαύρη αγορά και η κερδοσκοπία. Οι περισσότεροι θαυμαστές της δικτατορίας, θα επισημάνει παρακάτω, «ήταν απλοί άνθρωποι από τα αγροτικά και τα μικροαστικά στρώματα της υπαίθρου και των πόλεων». Αυτοί είχαν κάθε συμφέρον στις πρώτες μεταδικτατορικές εκλογές «να ψηφίσουν ένα από τα κόμματα εξουσίας, ελπίζοντας ότι αργά ή γρήγορα θα μπορούσαν να δικτυωθούν σε νέα πελατειακά δίκτυα». Mε άλλα λόγια, oι συμπαθούντες τη δικτατορία διαχύθηκαν στο εκλογικό σώμα. Γι’ αυτό, σχολιάζει, «οι εκλογικές επιτυχίες που έχει το ακροδεξιό και φιλοναζιστικό κόμμα στην Ελλάδα του 2012-13 δεν είναι τυχαίες και δεν οφείλονται μόνο στην κρίση».




