Της Βίκυς Καπετανοπούλου
Για διάπραξη πολυάριθμων εγκλημάτων πολέμου κατά των εγκλωβισμένων κατοίκων του Γιαρμούκ κατηγορεί το καθεστώς Ασαντ η Διεθνής Αμνηστία, στην πολυσέλιδη έκθεσή της για τον ασφυκτικό, πολύμηνο αποκλεισμό του παλαιστινιακού προσφυγικού καταυλισμού από τον συριακό στρατό. Οι Αρχές χρησιμοποιούν σκόπιμα την τακτική της λιμοκτονίας των αμάχων ως όπλο πολέμου, καταγγέλλει η οργάνωση και παραθέτει αναλυτικό κατάλογο 194 θυμάτων, που έχουν αφήσει την τελευταία τους πνοή από τον Ιούλιο του 2013 στο ανταρτοκρατούμενο Γιαρμούκ: τα δύο τρίτα εξ αυτών (128 τον αριθμό) από ασιτία, οι υπόλοιποι από στέρηση ιατρικής φροντίδας, από τυφλές επιθέσεις και βομβαρδισμούς ή από πυρά ελεύθερων σκοπευτών κατά τη διάρκεια απέλπιδων αναζητήσεων τροφής εντός του ερειπωμένου καταυλισμού, που βρίσκεται μόλις 8 χιλιόμετρα νοτίως του κέντρου της Δαμασκού.
Οι 17.000 – 20.000 ψυχές όλων των ηλικιών, που αργοπεθαίνουν παγιδευμένες στο Γιαρμούκ, κυριολεκτικά φυτοζωούν τρώγοντας χόρτα και φύλλα ή βράζοντας μπαχαρικά. Εχουν μήνες να δουν λαχανικά ή φρούτα. Σπαρακτικές μαρτυρίες κάνουν λόγο για οικογένειες που αναγκάζονται να τρώνε γάτες και σκύλους, ακόμα και ζωοτροφές -συχνά χαλασμένες- που προκαλούν δηλητηριάσεις.
«Τρέφομαι με οτιδήποτε μπορώ να βρω. Τρώω κατά μέσον όρο ένα γεύμα κάθε 30 ώρες. Καταφεύγω είτε σε μικρά χωράφια, που επιβλέπονται από ελεύθερους σκοπευτές, ψάχνοντας για βότανα είτε αγοράζουμε ομαδικά ένα κιλό ρύζι ή φακές για 10.000 συριακές λίρες και το μαγειρεύουμε, αλλά δεν μπορούμε να το κάνουμε συχνά λόγω του υψηλού κόστους. Είμαστε χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα επί ένα χρόνο και δύο μήνες» δήλωσε τον περασμένο μήνα ένας Σύρος κάτοικος του Γιαρμούκ στη Διεθνή Αμνηστία. Το 60% των αμάχων του καταυλισμού υποφέρει από υποσιτισμό. Η οργάνωση κάνει λόγο για «συλλογική τιμωρία» του τοπικού πληθυσμού κατά παράβαση του Διεθνούς Δικαίου, καλώντας (εις μάτην) το συριακό καθεστώς να άρει άμεσα τη «φρικτή» πολιορκία και να επιτρέψει την απρόσκοπτη πρόσβαση στις ανθρωπιστικές οργανώσεις. Την ίδια έκκληση απευθύνει και στους αντάρτες, που έχουν αποκλείσει άλλες περιοχές.
Στα τρία χρόνια της εμφύλιας σύρραξης το εθνικό σύστημα υγείας ολόκληρης της Συρίας έχει καταρρεύσει, με το 60% των νοσοκομείων να έχουν καταστραφεί ολοσχερώς ή να έχουν υποστεί σοβαρές ζημιές από τις εχθροπραξίες και σχεδόν τους μισούς γιατρούς να έχουν εγκαταλείψει τη χώρα, σύμφωνα με έκθεση της φιλανθρωπικής οργάνωσης «Save the Children» (Σώστε τα Παιδιά).
Οι επιπτώσεις περιγράφονται ως «φρικιαστικές», καθώς το ιατρικό προσωπικό που έχει απομείνει, δίνει υπεράνθρωπο αγώνα να περιθάλψει εκατοντάδες χιλιάδες τραυματίες και αρρώστους με πενιχρότατα μέσα. «Ακούσαμε μαρτυρίες για γιατρούς που χρησιμοποιούν παλιά ρούχα αντί για γάζες και ασθενείς που επιλέγουν να χτυπηθούν με μεταλλικές ράβδους προκειμένου να χάσουν τις αισθήσεις τους, επειδή δεν υπάρχουν καθόλου αναισθητικά… Η έλλειψη καθαρού νερού καθιστά σχεδόν αδύνατη την αποστείρωση επιδέσμων, απειλώντας με μολύνσεις και πιθανούς θανάτους», αναφέρει η έκθεση.
Από το ξέσπασμα του πολέμου περίπου 200.000 Σύροι εκτιμάται ότι έχουν καταλήξει από χρόνιες νόσους, γιατί δεν είχαν πρόσβαση σε θεραπεία και φάρμακα. Νεογέννητα πεθαίνουν σε θερμοκοιτίδες εξαιτίας συνεχών διακοπών στην ηλεκτροδότηση, ανήλικοι ακρωτηριάζονται λόγω ένδειας ιατρικών υλικών κι εξοπλισμού, γονείς κάνουν μόνοι τους ενδοφλέβιες εγχύσεις στα παιδιά τους καθώς το ιατρικό προσωπικό δεν επαρκεί, ασθενείς χάνουν τη ζωή τους λόγω μεταγγίσεων λανθασμένης ομάδας αίματος.
Οι εμβολιασμοί ανηλίκων έχουν διακοπεί προ πολλού οδηγώντας σε επανεμφάνιση της πολιομυελίτιδας στη χώρα, από την οποία πάσχουν ήδη 80.000 παιδιά. Μηνιγγίτιδα, ιλαρά και δερματικές παθήσεις θερίζουν. Ενώνοντας τη φωνή της με πλείστες άλλες οργανώσεις, η «Save the Children» ζητά άμεση πρόσβαση των συνεργείων αρωγής σε όλες τις πληγείσες περιοχές, προκειμένου να σταματήσουν επιτέλους οι μαζικοί θάνατοι των παιδιών της Συρίας από ιάσιμα τραύματα και αρρώστιες. Το θέμα είναι ποιος ακούει…