Pin It

ΑΝΟΙΧΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

 

Του Γιάννη Παπαθεοδώρου

 

Για τον Αλέξανδρο Κοτζιά, η λογοτεχνική κριτική μόνο πάρεργο δεν ήταν∙ αντίθετα, η κριτική μαζί με το δοκίμιο αποτέλεσαν σταθερή συγγραφική μέριμνα και διανοητική άσκηση με ώριμους καρπούς. Θα έλεγα μάλιστα πως ήταν ένας από τους λίγους μεταπολεμικούς συγγραφείς που συνέβαλε αποφασιστικά στην «επαγγελματοποίηση» του κριτικού λόγου, συνδέοντας τη δημοσιογραφική του ιδιότητα με τη δημόσια παρέμβαση γύρω από την τέχνη της αφήγησης.

 

Η αρθρογραφία στη «Μεσημβρινή», στο «Βήμα», η φιλολογική σελίδα της «Καθημερινής», τα κριτικά του δοκίμια και το «Αληθομανές Χαλκείον» (κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος, με την υποδειγματική επιμέλεια της Μαρίας Ρώτα) συγκροτούν σήμερα ένα συμπληρωματικό σώμα διαδοχικών προσεγγίσεων πάνω στην πεζογραφία, που συνδυάζουν τη συγχρονική αξιολόγηση των λογοτεχνικών έργων, την ιστορική αποτίμηση της παλαιότερης πεζογραφίας, τον αναστοχασμό πάνω στο δικό του «εργαστήρι της γραφής».

 

Αν κάτι ξεχωρίζει σε αυτή τη δραστηριότητα είναι η επιμονή του Κοτζιά στη διαμόρφωση κριτηρίων που θα επιτρέπουν στον κριτικό, αν όχι να υπερβεί την υποκειμενική του ματιά, τουλάχιστον να εξασφαλίσει το πλαίσιο μιας υποψιασμένης ανάγνωσης. Το πεζογραφικό έργο δεν αντιμετωπίζεται σαν ένα «στιγμιαίο» λογοτεχνικό προϊόν αλλά ως ιστορικός κρίκος μέσα σε μια αφηγηματική παράδοση με ρήξεις και συνέχειες. Αντίστοιχα, η ίδια η δημιουργία δεν εκλαμβάνεται ως αποτύπωμα μιας αυθόρμητης έμπνευσης αλλά ως μια κοπιώδης διαδικασία που παράγει ένα συνεκτικό μυθοπλαστικό σύμπαν με συγκεκριμένα υλικά: την παρατήρηση, την τεκμηρίωση, τη διάπλαση χαρακτήρων που, ακόμη κι όταν είναι φανταστικοί, αντιστοιχούν σε συγκεκριμένους κοινωνικούς τύπους.

 

Τέλος, τα εκφραστικά μέσα (το ύφος, η λεκτική τροπικότητα, οι αφηγηματικές τεχνικές) δεν αντιμετωπίζονται ως γλωσσική επένδυση της πλοκής, αλλά ως μια διαρκής πάλη με την υλικότητα του λόγου. Το «δεινό χαμαλίκι» της αφήγησης -όπως χαρακτηριστικά ονόμαζε ο Κοτζιάς αυτή την ιδιάζουσα τέχνη της μυθοπλασίας– είναι στενά συνδεδεμένο με την πεποίθησή του πως η αφήγηση εκβάλλει εν τέλει σε μια ηθική και πολιτική λειτουργία της γλώσσας, που μέσα από το επιτήδειο ψέμα της λογοτεχνίας, εκφέρει τη δική της «αλήθεια» για τον κοινωνικό κόσμο που μας περιβάλλει.

 

Απαλλαγμένος εξάλλου από το σύνδρομο του ελληνικού επαρχιωτισμού που επαναλαμβάνει συνήθως τη «ρητορική της απουσίας» και της πολιτισμικής καθυστέρησης, ο Κοτζιάς θα υποστηρίξει πως η νεοελληνική πεζογραφία διαθέτει ένα πλούσιο συμβολικό κεφάλαιο. Σε αντίθεση μάλιστα με όσους ταυτίζουν τη διεθνή προβολή της νεοελληνικής λογοτεχνίας με τη βραβευμένη ποίηση των Νόμπελ, θα διατυπώσει με τόλμη και παρρησία την άποψη πως «ο Παπαδιαμάντης και ο Βιζυηνός είναι δυο πεζογράφοι συγκρίσιμοι με οποιοδήποτε διεθνές μέγεθος». Διατυπώσεις σαν κι αυτή, σε μια εποχή που η πρόσληψη των δύο πεζογράφων του 19ου αιώνα ήταν ακόμη εγκλωβισμένη στα στερεότυπα του «κοσμοκαλόγερου» και του «ηθογράφου», δείχνουν καθαρά πως ο Κοτζιάς κάθε άλλο παρά «παραδοσιακά» βλέπει την πεζογραφική μας παράδοση.

 

Η διπλή ιδιότητα -του συγγραφέα και του κριτικού– εφοδιάζει τον Κοτζιά με μια κριτική ευαισθησία και με μια διαλογική αντίληψη για το λογοτεχνικό παρελθόν. Τι άλλο ήταν άλλωστε η ενασχόλησή του με τον Παπαδιαμάντη, παρά η επιβεβαίωση μιας ζωντανής σχέσης ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν; Μιας δημιουργικής συνομιλίας μεταξύ κειμένων και συγγραφέων που όφειλαν να «ξαναγράψουν το παρελθόν», πριν αυτό παραδοθεί στην «απόφαση της λησμονιάς». Κι αν αυτό ήταν το όπλο του συγγραφέα, το όπλο του κριτικού ήταν να υπενθυμίζει διαρκώς πως, εκτός από όλα τα άλλα, η κριτική είναι και μια διαδικασία ανάσχεσης της λήθης. «Είναι λοιπόν η λησμοσύνη ένας ακόμα από τους αρνητικούς όρους που διέπουν την ισχνή μας πνευματική ζωή», διαπίστωνε πικρά ο ίδιος, με αφορμή την εξαφάνιση των παλαιότερων πεζογράφων (Χατζόπουλου, Θεοτόκη, Χρηστομάνου) από την εκδοτική αγορά του καιρού του.

 

Με «θεωρία και μελέτη», λοιπόν, ο Κοτζιάς κρίνει, σχολιάζει και αναλύει την παλαιότερη και σύγχρονη πεζογραφία, προκειμένου όχι μόνο να διερευνήσει την αισθητική αξία της λογοτεχνίας, αλλά παράλληλα και για να εδραιώσει την ίδια την έννοια της λογοτεχνικής κριτικής ως συστατικό στοιχείο της νεοελληνικής πολιτισμικής ζωής. Αυτή, νομίζω, είναι μια πτυχή της «μάχιμης» συγγραφικής δράσης του Κοτζιά που δεν έχει προσεχτεί αρκετά, και θα άξιζε σήμερα, ιδιαίτερα μέσα στις συνθήκες της κρίσης, να εξεταστεί από μια νέα οπτική γωνία. Πιστεύω δηλαδή πως, για τον Κοτζιά, η κριτική δεν είναι απλώς μια υποστηρικτική λειτουργία σχολιασμού του λογοτεχνικού έργου, αλλά μια πολλαπλά διαμεσολαβητική πολιτισμική δραστηριότητα που συνδέεται άμεσα με το ευρύτερο «λογοτεχνικό φαινόμενο» και τη συνολική πολιτική του βιβλίου: τη διαμόρφωση αναγνωστικών συμπεριφορών, την κοινωνική αναγνώριση της συγγραφικής ιδιότητας, τη θεσμική προώθηση της μετάφρασης, της βιβλιοφιλίας και της κοινωνικοπολιτικής αυτογνωσίας.

 

………………………………………………………………………………………………………………………………………

 

Ο Γιάννης Παπαθεοδώρου διδάσκει Νεοελληνική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων

Scroll to top