Εκκρεμής και μετέωρος στην αιώρα, υπό τον αμυδρό και τρεμοπαίζοντα φωτισμό μιας λάμπας θυέλλης, τακτοποιώ παλιές σημειώσεις. Κυλώντας γαλήνια δίπλα μου ο Αμαζόνιος ξελογιάζει τις λέξεις· τις υγραίνει, τις λιπαίνει, τις απενοχοποιεί, τις ταξιδεύει. Συγχωρήστε μου την αναίδεια, αλλά δεν έχω πρόσβαση στο Διαδίκτυο κι ο ταχυδρόμος υάκινθος μακάο ξεχάστηκε πάνω σ' ένα τηλεγραφόξυλο.
Η αιφνίδια φθινοπωρινή νεροποντή μεταμόρφωσε τον Νικάνορα στο σημαινόμενο του οχήματός του· τουτέστιν σε παπί. Μολυβένια σύννεφα διέκοψαν απειλητικά τη νοεμβριάτικη ευδία και τη στιγμή που περνούσε με τη μοτοσικλέτα το φανάρι της Αγίου Μελετίου, άνοιξαν διάπλατα οι ουρανοί. Ωσπου να φθάσει στη Δεριγνύ καρεκλοπόδαρα, μπράτσα πολυθρόνας, κομοδίνα και εταζέρες, τα οποία εκσφενδονίζονταν καταιγηδόν, έκαναν την Πατησίων να μοιάζει με λίμνη. Δεν είχε απολύτως κανένα νόημα να σταματήσει να προφυλαχτεί κάτω από κάποιο υπόστεγο ή στοά της λεωφόρου. Οι πρώτες κιόλας σταγόνες τον διαπότισαν ίσαμε το μεδούλι. Μόνη του έγνοια, άλλωστε, ήταν να προστατεύσει τον χαρτοφύλακα που έκρυβε κάτω απ’ το -όχι και τόσο αδιάβροχο, όπως αποδείχτηκε- πράσινο μπουφάν, όστις περιείχε τους καρπούς επίμοχθης εργασίας μηνών.
Παρουσίαζε θλιβερή και συνάμα γελοία εικόνα περιμένοντας στο σαλονάκι, έξω απ’ το γραφείο του αρχισυντάκτη της «Προχθεσινής». Η γραμματέας που του υπέδειξε να καθίσει εκεί, τον είχε οδηγήσει προηγουμένως στην τουαλέτα, όπου σκουπίστηκε και ευπρεπίστηκε τσάτρα πάτρα χρησιμοποιώντας σχεδόν ολόκληρο ρολό χαρτιού υγείας. Θρονιάστηκε στον χαμηλό καναπέ εμφανίζοντας ακόμα οικτρότερο θέαμα καθώς τώρα ο λαιμός, το πρόσωπο και τα μαλλιά του ήταν επιπροσθέτως διάστικτα από λευκούς λεκέδες. Καμωνόταν πως εντρυφεί στις πολύχρωμες σελίδες των ενθέτων του φύλλου, στην πραγματικότητα όμως, με όλες τις αισθήσεις εν εγρηγόρσει, παρατηρούσε τα τεκταινόμενα στη μεγάλη αίθουσα, όπου επικρατούσε πυρετός οχτώ Ρίχτερ.
Με ευελιξία τηλεσκόπιου το μάτι του, γαρίδα νούμερο ένα, διακτινιζόταν στον χώρο αρμέγοντας ακατάπαυστα και την παραμικρή λεπτομέρεια. Εβλεπε γνωστές από την τηλεόραση φάτσες ή άλλες, δυσκολότερα αναγνωρίσιμες, από τις προ δεκαετίας φωτογραφίες που συνοδεύουν συνήθως τα άρθρα τους, να πληκτρολογούν με ταχύτητα μυδραλιοβόλου κομμάτια που έπρεπε ήδη να έχουν παραδοθεί. Κόσμος μπαινόβγαινε στο γραφείο του προϊσταμένου της έκδοσης. Πανικόβλητοι συντάκτες και τεχνικοί συνεννοούνταν μαζί του με λίγες, στακάτες κουβέντες και αποχωρούσαν βιαστικοί να εφαρμόσουν τις ντιρεκτίβες του ή του έδειχναν φωτοκόπιες των υπό εκτύπωση σελίδων, στις οποίες έκανε τις τελικές διορθώσεις μ’ ένα κόκκινο στιλό και τις έστελνε στους φωτοστοιχειοθέτες διά τα περαιτέρω.
Ιδίως την ώρα του κλεισίματος στις εφημερίδες απελευθερώνονται τεράστιες ποσότητες αδρεναλίνης, η διεγερτική δύναμη των οποίων κάνει τους δημοσιογράφους να ανέχονται υπομονετικά τις ακατάστατες όσο και παράλογες συνθήκες εργασίας και πολλούς νέους να επιθυμούν να υπηρετήσουν με αφοσίωση το αμφιλεγόμενο επάγγελμα. Μια μικρή γεύση έπαιρνε ο Νικάνορας ρίχνοντας κλεφτές ματιές στις κινήσεις του αρχισυντάκτη μέσα απ’ το γυάλινο παραπέτασμα. (Συνεχίζεται…)
Μετέωρος [email protected]




