15/07/14 ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Χαμένος στον Αμαζόνιο XΧΙ

      Pin It

Περί τα τέλη Ιουλίου η «Προχθεσινή» παρέμενε δεύτερη σε κυκλοφορία, αλλά τι τα θες, πελαγοδρομούσε κάτω από τα 25.000 φύλλα. Η έκρηξη στον δοκιμαστικό σωλήνα του πειράματος «Παπαθεοδωροκομουντορονικολουκόπουλος» σκόρπιζε στους πέντε ανέμους το σύνολο του Τύπου. Παρότι οι συντάκτες αφαιρούσαν ένα ένα τα επιπρόσθετα συνθετικά του επιθέτου τους σαν αφόρητο βάρος, η πολυπόθητη ανάκαμψη δεν ήρθε ούτε τον Σεπτέμβριο, ούτε τον Οκτώβριο.

 

Στις 29 Νοεμβρίου η εφημερίδα, της οποίας οι πωλήσεις ήταν σχεδόν όσες και οι απολύσεις, ανήγγειλε την αναστολή της έκδοσής της, βυθίζοντας δημοσιογράφους, τεχνικούς και διοικητικούς στα πυκνά σκοτάδια της ανεργίας. Διασώθηκαν ο Ευθυμίου και οι συν αυτώ μετακομίζοντας σε γραφεία Τύπου τραπεζών και υπουργείων. Ο Πρώιος, μεγάλο ταλέντο στους τίτλους, αποχαιρέτησε τον Νικάνορα με την παρακάτω διατύπωση: «Εκανα τ' όνομά σου νούμερο προς άγραν νούμερων και καταντήσαμε νούμερα».

 

Ο Ρωκ εγκατέλειψε διά παντός τις ειδησεολογικές του αναζητήσεις και ασχολήθηκε με τον, επικερδή σε καιρούς κρίσης, τομέα της μετονομασίας εμπορικών σημάτων. Πολλές επιχειρήσεις επιθυμούσαν να αλλάξουν προσωνυμία για να παραπλανήσουν τους πιστωτές τους κι όσο να 'ναι ο πρώην εκδότης είχε πια φήμη ειδήμονος στο αντικείμενο. Με χρηματοδότες αμφιλεγόμενους αναδόχους της νύχτας ο Μπουκ έβγαλε τη «Χθεσινοβραδινή», «εφημερίδα που γράφεται από και απευθύνεται σε ξενύχτηδες», όπως εξηγούσε το σλόγκαν κάτω απ' τον λογότυπο. Εχανε πολλά σε αποδοχές και κύρος αλλά τουλάχιστον μπορούσε να πνίγει τον πόνο του στις τρεις-τέσσερις φιάλες που άνοιγαν κάθε βράδυ για χάρη του στις μεγάλες πίστες της Παραλιακής και στα παρακμιακά σκυλάδικα της Θηβών.

 

Ο Μπρης με τον Πρώιο δημιούργησαν υπόγειο ταβερνείο ψηλά στη Νεάπολη Εξαρχείων. Φιλοσοφία του καταστήματος να γεύεσαι μ' ένα δεκάευρω αξιοπρεπείς μεζέδες και να πίνεις άφθονο κεχριμπαρένιο κρασί απ' τα δεκατρία βαρέλια, την μπροστινή όψη των οποίων είχε φιλοτεχνήσει ο άνεργος καρικατουρίστας Ιων Καλαϊτζανετάκης. Ασε που ξεχνούσες την κρίση με πενιές από κομπανίες πιτσιρικάδων που βάδιζαν επαξίως στα ίχνη του Τσιτσάνη, του Χατζηχρήστου και του Παπαϊωάννου. Κλου του μαγαζιού οι λαδόκολλες-τραπεζομάντιλα που σχεδιάζονταν κάθε Δευτέρα σαν πρωτοσέλιδο εφημερίδας με αιχμηρό σχολιασμό της επικαιρότητας.

 

Ο Νικάνωρ σιχάθηκε αμέσως το δημοσιογραφικό σινάφι. Ο φθόνος και η εχθρότητα των συναδέλφων τού προξενούσε φρίκη. Η ανατολίτικη φιλοσοφία είχε κάνει περισσότερο μειλίχιο τον νηφάλιο χαρακτήρα του και στο γυαλί, που τον καλούσαν συχνά, ευδοκιμούν μόνο υστερικές, ψυχοπαθολογικές προσωπικότητες. Δευτέρες και Σάββατα έπαιζε κιθάρα στο κουτούκι του Μπρη. Ξόδεψε τα δεκαπέντε χιλιάρικα που κατόρθωσε να αποθησαυρίσει η μάνα του στο βιβλιάριό του στην ανεξάρτητη παραγωγή σι ντι με διασκευές ρεμπέτικων και λαϊκών σε σιτάρ και ουστάντ, το οποίο πήγε άπατο κι έτσι ξεκίνησε καριέρα τραγουδιστή στο Ισραήλ με το ψευδώνυμο Νικ Τέως από την πόλη της ιωνικής κοινοπολιτείας απ' όπου καταγόταν η γιαγιά του.

 

ΥΓ. Ολα τα επώνυμα του πονήματος περιέχονται στη μελέτη του Μανόλη Τρανταφυλλίδη «Τα οικογενειακά μας ονόματα», έκδοση του Ινστιτούτου Νεοελληνικών Σπουδών του ΑΠΘ, Θεσσαλονίκη 1982.

 

Μετέωρος [email protected]

 

Scroll to top