Aμερικανικές και βρετανικές Αρχές τιμώρησαν με 612 εκατ. δολάρια τη Royal Bank of Scotland για τη συμμετοχή της στο σκάνδαλο χειραγώγησης
Του Μπάμπη Μιχάλη
Με πρόστιμο 612 εκατ. δολαρίων τιμωρήθηκε χθες από τις αμερικανικές και τις βρετανικές αρχές η Royal Bank of Scotland, για τη συμμετοχή της στο μέγα σκάνδαλο χειραγώγησης του Libor.
Η σκοτσέζικη τράπεζα -η οποία μέσω σειράς εξαγορών στην προηγούμενη εικοσαετία εξελίχθηκε σε μια εκ των κορυφαίων της Βρετανίας και όλου του κόσμου- είναι η τρίτη που τιμωρείται από τις εποπτικές αρχές ΗΠΑ και Βρετανίας για τη χειραγώγηση του επιτοκίου της διατραπεζικής αγοράς του Λονδίνου (Libor), μετά την ελβετική UBS και τη βρετανική Barclays.
Συνολικά, περίπου 20 από τις μεγαλύτερες τράπεζες του κόσμου -μεταξύ αυτών και οι JP Morgan, Deutsche Bank και Citigroup- εμπλέκονται στο εν λόγω σκάνδαλο, που αρκετοί αναλυτές θεωρούν ως το μεγαλύτερο στην ιστορία του τραπεζικού τομέα. Τόσο το Libor όσο και άλλα επιτόκια της διατραπεζικής αγοράς -όπως το Euribor και το Τibor- χρησιμοποιούνται καθημερινά σε όλον τον κόσμο για την αποτίμηση στεγαστικών δανείων, ομολόγων, καταναλωτικών δανείων, παραγώγων και άλλων χρηματοπιστωτικών συμβολαίων συνολικής αξίας τρισεκατομμυρίων δολαρίων. Τυχόν χειραγώγησή τους μπορεί έτσι να αποφέρει τεράστια κέρδη σε έναν χρηματιστή που παίζει καθημερινά στις αγορές κεφάλαια εκατοντάδων εκατομμυρίων δολαρίων.
Από τις έρευνες που πραγματοποίησαν στην τελευταία διετία οι εποπτικές αρχές 10 χωρών σε τρεις ηπείρους, διαπιστώθηκε ότι υπάλληλοι των παραπάνω τραπεζών διαμόρφωναν από κοινού το ύψος των εν λόγω επιτοκίων στα επίπεδα που αυτοί ήθελαν. Ειδικά για την RBS, οι αρχές διαπίστωσαν εκατοντάδες απόπειρες χειραγώγησης του Libor μεταξύ 2006 και 2010 από τουλάχιστον 21 υπαλλήλους της στο Λονδίνο, τη Σιγκαπούρη και το Τόκιο.
Οι πρακτικές χειραγώγησης δεν σταμάτησαν ακόμη και όταν μετά την κρίση του 2008 η RBS διασώθηκε από τη χρεοκοπία με χρήματα των φορολογουμένων και το 82% αυτής πέρασε στην ιδιοκτησία του βρετανικού κράτους. Συνεχίστηκαν ώς τον Νοέμβριο του 2010, όταν κάποιοι από τους traders της αντιλήφθηκαν ότι είχαν ξεκινήσει οι έρευνες.
Η διοίκηση της RBS ανακοίνωσε ότι 15 από τους 21 παραπάνω υπαλλήλους της έχουν ήδη απολυθεί ή αφήσει την τράπεζα ενώ οι υπόλοιποι τιμωρήθηκαν.
Από το συνολικό πρόστιμο που της επιβλήθηκε, η RBS θα καταβάλει 87,5 εκατ. δολάρια στη βρετανική Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, 150 εκατ. δολάρια στο αμερικανικό υπουργείο Δικαιοσύνης και 325 εκατ. δολάρια στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς των ΗΠΑ που εποπτεύει τις συναλλαγές παραγώγων εμπορευμάτων.
Κατόπιν απαίτησης της βρετανικής κυβέρνησης Κάμερον, η RBS έχει ανακοινώσει ήδη ότι θα περικόψει 470 εκατ. δολάρια από τα μπόνους των υπαλλήλων της προκειμένου να αποπληρώσει τα πρόστιμα προς τις παραπάνω αρχές.
Ωστόσο, το μεγάλο ζητούμενο της χθεσινής απόφασης είναι ότι, όπως και στις περιπτώσεις της UBS και της Barclays νωρίτερα, η αυστηρότητα των αμερικανικών και των βρετανικών αρχών εξαντλήθηκε στα μεγάλα πρόστιμα. Καμία εκ των αρχών δεν κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η RBS -ως εταιρεία- έκανε κάτι εσκεμμένα. Καμία δεν έβαλε το μαχαίρι βαθιά στο κόκαλο εστιάζοντας στο αν η διοίκηση της τράπεζας γνώριζε τη χειραγώγηση. Καμία δεν διαπίστωσε αν οι εμπλεκόμενοι υπάλληλοί της έφεραν με τις απάτες τους κέρδη στην εταιρεία, στα στελέχη και τους μεγαλομετόχους. Καμία δεν απέδωσε ποινικές ευθύνες.
Φυσικό επόμενο αυτής της πρακτικής, της επιβολής δηλαδή ποινών -χρηματικών- μόνο προς τις επιχειρηματικές οντότητες και όχι προς φυσικά πρόσωπα, είναι σχεδόν κανείς να μη φυλακίζεται. Ετσι, η ασυδοσία και η απληστία που οδήγησαν στο κραχ το 2008 και στη χειρότερη ύφεση των τελευταίων 60 ετών παγκοσμίως συνεχίζουν να βασιλεύουν στον κλάδο.




