Μια Μυρτώ έξω καρδιά που γιορτάζει βγάζει μεσοβδόμαδα καμιά δεκαριά συγγενείς και φίλους να τους κεράσει εκλεκτά τερψιλαρύγγια, να της ευχηθούν, να γελάσουν, να κοροϊδέψουν τα ντέρτια τσουγκρίζοντας, να περάσουν μια όμορφη βραδιά βρε αδελφέ. Επιλέγει τον «Ρούκουνα», ένα καινούργιο μαγαζί που δεν το πιάνει το μάτι στην Ηρακλείου, κοντά στην Αγίας Λαύρας, στα Πατήσια. Ανοιξε τη χειρότερη εποχή, μεσούντος του Αυγούστου, αλλά βλέπω πάντα κόσμο περνώντας.
Ευπροσήγοροι ο Γιώργος κι ο Μάνος προμηθεύονται μυρωδάτη ρακή απ' την Κρήτη, χύμα κρασιά με σπουδαία επίγευση, ελληνικές μπίρες μικρών παραγωγών που διαδίδονται από στόμα σε στόμα και τα σερβίρουν συνοδεία απλών πλην μερακλίδικων μεζέδων. Ανεργοι πτυχιούχοι κι οι δυο προσπαθούν να επιβιώσουν στην κρίση κάνοντας το κέφι τους. Σύνθημά τους: «Η φτήνια τρώει τον παρά». Η εορτάζουσα και οι συν αυτή καταλαμβάνουν τρία-τέσσερα τραπεζάκια και από τις δώδεκα και μετά τελούν εν βακχική ευθυμία.
Θελξικάρδια ατμόσφαιρα δημιουργεί η μικρή συντροφιά. Η θερμοκρασία ανεβαίνει όταν ο Θάνος κι ο Παναγιώτης βγάζουν από τις θήκες τα άτιμα ζητιανόξυλα, μπουζούκι και κιθάρα πά' να πει, και σκορπίζουν στον χώρο αθάνατες ρεμπέτικες μελωδίες – τι άλλο; Καίτοι νεαροί βαδίζουν στέρεα πάνω στα παλιά πατήματα, παίζουν λιτά, απέριττα, στακάτα. Σέβονται τα ιερά τέρατα του πάλκου και ακολουθούν απαρέγκλιτα τα χνάρια τους.
Εκθύμως συμμετέχουν από δίπλα μια Αφροδίτη, μια Ισιδώρα, μια Αγγελική. Φοιτήτριες κι οι ίδιες, είναι ζήτημα χρόνου να πλαισιώσουν τη νεανική παρέα. Γνωρίζουν και τα πιο σπάνια τεκετζίδικα και άδουν τις καντάδες με στεντόρεια, γλυκύτατη φωνή. Σε λίγο όλα τα τραπέζια λειτουργούν σαν ένα. Συνένοχοι σε μια αλλόκοτη μυσταγωγία οι θαμώνες, ευνοούμενοι μιας αλήτισσας μοίρας, ακροβατούν στις νότες και μετεωρίζονται στους ρυθμούς, δραπετεύουν απ' την κατάθλιψη των καιρών και φτερουγίζουν στους ουρανούς της μουσικής και του συνανήκειν.
Ξεμυαλίζονται κι οι λιγοστοί περαστικοί. Παρατηρούν σαστισμένοι. Αλλοι απομακρύνονται βιαστικοί, κάποιοι φεύγουν διστακτικοί για τα κρεβάτια τους και ορισμένοι κάθονται και παραγγέλνουν ποτό. Βιώνουν έτσι τον αυθεντικό τρόπο αντίστασης στη λαίλαπα των επαχθών μέτρων. Κάνουν τα μνημόνια χαρτοπόλεμο και τους ξενέρωτους απόγονους των Βησιγότθων κουρέλι.
Η ομήγυρις εξακολουθεί ακάθεκτη. Κάπου στο βάθος νομίζεις πως βλέπεις τον Μπάτη, τον Μάρκο, τον Ανέστο, τον Στράτο, τον Παπαϊωάννου, τον Τσιτσάνη, τον Χατζηχρήστο, τον Τζουανάκο, τον Μπαγιαντέρα, τη Νίνου, τη Ρόζα, την Μπέλλου, τη Γεωργακοπούλου, τη Χασκήλ, τη Ρίτα. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη δικαίωση για όλους αυτούς από το να γλεντούν δροσερά κορίτσια κι αγόρια με τραγούδια που γράφτηκαν πριν από οκτώ δεκαετίες. Τα μετέωρα απαντούν με καταιγίδες και ισχυρούς ανέμους σε όλη τη χώρα.
Μετέωρος [email protected]