Του Φώτη Παπούλια
Με ένα 13σέλιδο κείμενο-παρέμβαση στον διάλογο για το 19ο Συνέδριο η Αλέκα Παπαρήγα επιχειρεί μια συνολική κριτική σε αποφάσεις του κόμματος με φόντο κυρίως το θέμα των συμμαχιών και τη συμμετοχή του ΚΚΕ σε κυβερνήσεις συνεργασίας.
Η παρέμβαση της γενικής γραμματέα στην ειδική έκδοση της Κομμουνιστικής Επιθεώρησης (ΚΟΜΕΠ, τεύχος 2/2013), που είναι αφιερωμένη στον προσυνεδριακό διάλογο, έχει δημοσιευτεί στο θεωρητικό περιοδικό της Ενωσης Κομμουνιστών Ουκρανίας «Μαρξισμός και σύγχρονη εποχή» αλλά επί της ουσίας «κοιτάζει» προς το εσωτερικό του κόμματος.
Η Αλέκα Παπαρήγα επιχειρεί μια ιστορική αναδρομή εκθέτοντας «την πείρα του ΚΚΕ από τη συμμετοχή του σε αστικές κυβερνήσεις, μια πείρα που είναι ακόμα πιο πλούσια όσον αφορά την Ευρώπη γενικότερα». Υποστηρίζει ότι «η συμμετοχή σε μια αστική κυβέρνηση συνιστά λάθος που δεν διορθώνεται εύκολα και μπορεί να αποδειχθεί ανεπανόρθωτο». Και προς επίρρωση του ισχυρισμού της αναφέρεται στην κυβέρνηση Γ. Παπανδρέου του 1944 με τη συμμετοχή τού ΕΑΜ- ΚΚΕ. Σημειώνει ότι η «η συγκατάθεση της Κ.Ε. του ΚΚΕ οδήγησε στη συμμετοχή στην κυβέρνηση με το επιχείρημα ότι η μη συμμετοχή θα ενίσχυε τις ακραίες μερίδες που επεδίωκαν να ματαιώσουν την ενότητα και να επιβάλλουν αντιλαϊκό καθεστώς με πρόκληση ανοικτού εμφυλίου πολέμου». Και προβαίνει σε κριτική: « η λαθεμένη πολιτική του Κόμματος… δεν ήταν λάθος της στιγμής… η εκτίμηση που κάνουμε σήμερα αφορά τη στρατηγική του Κόμματος που δεν είχε την πρόβλεψη και τη σταθερότητα να συνδέσει τον πόλεμο κατά του κατακτητή με την πάλη για την εξουσία».
Διαπιστώνει ότι μεταπολεμικά, φέροντας ως παραδείγματα τα κομμουνιστικά κόμματα της Γαλλίας και της Ιταλίας, « ύστερα από τέτοια (κυβερνητική) συμμετοχή τα Κ.Κ. έχαναν δυνάμεις… προς τη σοσιαλδημοκρατία, αδυνάτιζαν γιατί αναδεικνύονταν συνυπεύθυνα».
Αναφερόμενη στη σύγχρονη εμπειρία «από ένα είδος ιδιόμορφης συμμετοχής σε δύο διαδοχικές κυβερνήσεις το 1989», επισημαίνει ότι «είχαμε ζημιά σε ψήφους, το κυριότερο όμως ήταν ότι αναπτύχθηκε (σε μια περίοδο που ο οπορτουνισμός είχε σηκώσει κεφάλι μέσα στο κόμμα) η αντίληψη ότι δεν είναι θέμα αρχής η συμμετοχή σε μια αστική κυβέρνηση». Συνδέει δε εκείνη την περίοδο με το σήμερα γράφοντας: «Στα μέσα του 2012 ασκήθηκε στο ΚΚΕ μεγάλη πίεση να υιοθετήσει την επιλογή σε μια κυβέρνηση της «αριστεράς» όπως ονομάστηκε, με δυνάμεις του οπορτουνισμού που απότομα πήραν μεγάλη κοινοβουλευτική δύναμη». Και αφού αναλύει την αύξηση του «οπορτονισμού» και παραδέχεται τις «σοβαρές εκλογικές απώλειες… χάσαμε το 50% των ψήφων», συμπεραίνει: «Είναι πεποίθησή μας ότι η στάση μας αυτή σε μια περίοδο που κυριαρχεί η μοιρολατρία, ο συμβιβασμός, η απογοήτευση αποτελεί θετική παρακαταθήκη για το λαό αλλά και για το ίδιο το κόμμα. Αν δεν αντέχαμε την πίεση θα μπαίναμε σε ένα δρόμο ολισθηρό και ανεπίστρεπτο».
Προβαίνει δε και σε (αυτο)κριτική: «… δεν παλέψαμε όσο έπρεπε εδώ και χρόνια τις κοινοβουλευτικές αυταπάτες που υπήρχαν σε φίλους και οπαδούς, ακόμα και σε ένα μέρος μελών του Κόμματος που δεν έχουν μακρόχρονη πείρα και απαιτούμενη ιδεολογικοπολιτική θωράκιση». Επισημαίνει ότι «ξεκίνησαν απόπειρες και σχεδιασμοί για την αναμόρφωση του αστικού πολιτικού συστήματος, στοιχείο της οποίας είναι και η αναστήλωση της σύγχρονης σοσιαλδημοκρατίας μέσω του οπορτουνιστικού ΣΥΡΙΖΑ που η ραχοκοκαλιά του προέρχεται από τη διάσπαση του ΚΚΕ». Και υπεραμυνόμενη της λαϊκής συμμαχίας τονίζει ότι «αυτή η συμμαχία είναι κοινωνική και πολιτική με την έννοια ότι πρέπει να έχει κατεύθυνση πάλης για τη λαϊκή εξουσία που ως αντίληψη δεν ταυτίζεται με το πρόγραμμα του ΚΚΕ».




