Pin It

Της Νόρας Ράλλη

 

Μπισκοτάκι, θέλετε; Κουλουράκι, μήπως;

 

Κάπως έτσι άρχισαν όλα να κινούνται αντιστρόφως ανάλογα με την περίσταση. Γιατί στην έναρξη των καλοκαιρινών διακοπών αρμόζει, πώς να το κάνουμε, ένας κάποιος ενθουσιασμός, ακόμη κι αν πρόκειται να πας στο εξοχικό της συννυφάδας της Ματούλας, που έπεσε η πεθερά της κι έσπασε το γοφί και πρέπει να την κοιτάει μέρα-νύχτα στο νοσοκομείο (η συννυφάδα, όχι η Ματούλα), γιατί πού λεφτά για αποκλειστικές, και έτσι θα δούμε και λίγη θάλασσα φέτος, γιατί μόνο πικροθαλασσινό νερό μάς κερνούσαν κυβέρνηση και τρόικα και Σόιμπλε, που ακόμη κι αυτός ήρθε στην Ελλάδα και πήρε λίγο κουράγιο (η πεθερά, όχι η συννυφάδα) που ήταν κι αυτή καθηλωμένη στην καρέκλα, μέχρι να γιάνει ο γοφός. «Είδες μητέρα; Καλά καλά δεν μπορεί να περπατήσει και γυρνάει στις Ευρώπες κι εσείς στενοχωριέστε για ένα χτυπηματάκι;».

 

Δεν έχω συννυφάδα, ούτε γνωρίζω καμία Ματούλα με εξοχικό ή άνευ. Και για να γίνω σαφής και επαρκώς απελπισμένη από την αρχή, ένα έχω να πω: πολλά περάσαμε τον χειμώνα τούτο κι όμως λέμε (ακόμα δυστυχώς) «Υπάρχουν και χειρότερα!»! Μέχρι να 'ρθει εκείνη η αποφράδα ώρα που νιώθεις πως το χειρότερο είναι πως τα χειρότερα άρχισαν να χειροτερεύουν… Ταξίδι για το νησί, μόνη, ήρεμη και, κυρίως χωρίς έννοιες, καθώς η τελευταία επιτυχία της κυβέρνησης στο εξ-ασφαλιστικό μόνο ξέγνοιαστη θα μπορούσε να σε αφήσει! Ουδέν, πάντως, αποδεικτικότερον τούτου, από ένα ταξίδι σε οικονομική θέση εν όψει διακοπών!

 

Ανέβηκα στο λεωφορείο (από την μπροστινή πόρτα φυσικά!), κατέβηκα στον Πειραιά, ανέβηκα στο καράβι, κατέβηκα στην οικονομική θέση, άφησα τις βαλίτσες και ανέβηκα στο κατάστρωμα να χαρώ τη θέα.

 

Μπισκοτάκι, θέλετε; Κουλουράκι, μήπως;

 

Η ευτραφής κυρία άρχισε να μου προσφέρει καλούδια κατά συρροήν. Αυτό δεν ήταν τάπερ, ο Ηλίας Μαμαλάκης στην τσάντα του Sport Billy ήταν. Και σαν να μην έφτανε αυτό, παιδάκια ομπρός, παιδάκια πίσω, παιδάκια παραπέρα. Και μη μου πει κανείς πως των Ευρωπαίων τα παιδιά είναι ήσυχα και πειθαρχημένα. Τα ίδια και χειρότερα με τα ανίψια της Ματούλας. Φωνή, τσιρίδα και κότσο βασιλιά (το τιμούν βλέπεις οι Ευρωπαίοι ακόμα το στέμμα!). Παιδάκια που, όπως και εμείς στην ηλικία τους γνώριζαν τον κόσμο με χαρά, στερώντας ταυτόχρονα κάθε παρόμοιο συναίσθημα από τους υπόλοιπους: «Γιατί, μαμά;», «Οχι. Οοοχι. Σου είπα, θέλω κόκα κόλα!», «Σταματία, δώσε το ηλεκτρονικό στον αδερφό σου», «Γρηγοράκη, μη φτύνεις τα σποράκια στους άλλους, αγόρι μου. Πέτα τα στη θάλασσα. Ναι, εκεί που πέταξε πριν ο μπαμπάς το τσιγάρο του!». Και η τροφαντή κυρία: «Τι γλυκά παιδάκια! Τι όμορφα φιογκάκια είναι αυτά καλέ;! Πάτε σχολείο; Παίρνετε άριστα; Κουλουράκι θέλετε; Να τρώτε για να μεγαλώσετε γρήγορα!». Η ράχη μου αναρίγησε στο άκουσμα αυτών των λόγων.

 

Παρ' όλα αυτά, συμμάζεψα όσα αποθέματα ψυχραιμίας μού είχαν απομείνει και σκέφτηκα: «Δεν μπορεί! Υπάρχουν και χειρότερα». Πόσο δίκιο είχα! Διότι, ο κύριος, του μπροστινού μου καθίσματος αυτή τη φορά, σαν σύγχρονος Λανσελότος, θέλησε να θέσει ένα τέλος, τέλος πάντων, στη διαμάχη για μια θέση (όχι κοντά μου. Εγώ ήμουν ήδη περικυκλωμένη).

 

Στην αρχή, πολιτισμένα (τι διάολο Ευρωπαίοι είμαστε;!):

 

Τι σας πείραξε, κύριε, το κορίτσι; (όχι εγώ. Αλλη ατυχήσασα.). Πού να ήξερε ότι καθόσασταν εδώ, αφού λείπατε;

 

Και η απάντηση, άκρως αποκαρδιωτική για πολίτη της σύγχρονης Ελλάδας:

 

Και σένα ποιος σε ρώτησε, ρε;

 

Αυτό ήταν! Και ο Ελλην ξεσπαθώνει, ξεσπαθώνει.

 

Ποιον είπες «ρε», ρε;

 

Εσένα! Και κάτσε κάτω!

 

Κάτσε με κάτω εσύ!

 

Μετά την τελευταία αυτή πρόταση, παρέδωσα τα όπλα. Οχι, χειρότερα δεν υπήρχαν!

 

Μ’ αεροπλάνα και βαπόρια και με τους φίλους τους παλιούς, διακοπές δεν συμβιβάζονται. Δεν ταιριάζουν, δεν δένουν, πώς το λένε! Υιοθετούμε, ως εκ τούτου, το γνωστό και μέσα απ’ τη ζωή βγαλμένο: «Θα κάτσω σπίτι, θ’ αράξω σπίτι, κι ό,τι κι αν γίνει, δεν πρόκειται να βγω». Είμαστε τώρα να κυνηγάμε χίμαιρες τύπου «ηρεμία στις καλοκαιρινές μου διακοπές»; Α, πα πα. Θα κάτσω σπίτι, θ’ αράξω σπίτι κι άμα πεινάσω τηγανίζω κι ένα αυγό. Σφιχτό.

 

Scroll to top