Pin It

Του Πάνου Κουργιώτη*

 

Γράφονται πολλά για ισλαμιστές, σαλαφιστές και τζιχαντιστές. Ας ξεκαθαρίσουμε ότι δεν πρόκειται για θρησκευτικές διακλαδώσεις των δύο μεγάλων μουσουλμανικών δογμάτων -σουνιτών και σιιτών- αλλά για τάσεις και ιδεολογικά φαινόμενα σε συνάρτηση με τις μεταβολές που γνώρισε ο σουνιτικός μουσουλμανικός κόσμος κατά τους δύο τελευταίους αιώνες. Είναι άλλο πράγμα ο αλαουίτης σε σχέση με τον σιίτη και άλλο ο ισλαμιστής ή ο τζιχαντιστής σε σχέση με τον σουνίτη.

 

Πρόκειται για «ρεύματα» του νεότερου και σύγχρονου σουνιτικού Ισλάμ, τα οποία επικαιροποιήθηκαν μετά την «αραβική άνοιξη», ιδίως λόγω των απρόβλεπτων κοινωνικών και γεωπολιτικών επιπτώσεών της. Και εδώ έχουμε πολλά εννοιολογικά προβλήματα. Οπως συνήθως συγχέονται οι μωαμεθανοί με τους μουσουλμάνους, έτσι ακούμε συχνά να ταυτίζεται ο μουσουλμάνος με τον ισλαμιστή και το Ισλάμ με τον ισλαμισμό, με αποκορύφωμα την έκφραση «ασπάστηκε τον ισλαμισμό», ενώ πολλές φορές μιλάμε με την ίδια ευκολία για σαλαφιστές, ισλαμιστές και τζιχαντιστές, χρησιμοποιώντας εναλλακτικά τους όρους λες και πρόκειται για ταυτόσημες έννοιες. Ποιοι είναι όλοι αυτοί και πώς σχετίζονται μεταξύ τους;

 

Οι παλαιότεροι όλων είναι οι σαλαφιστές (σάλαφ =πρόγονος), οι οποίοι θέλουν τον εξαγνισμό της θρησκείας μέσω της επιστροφής στο παράδειγμα των πρώτων μουσουλμάνων. Η πιο πουριτανική εκδοχή του σαλαφισμού εκφράστηκε με τον ουαχαμπισμό στην Αραβία του 18ου και 19ου αιώνα, ο οποίος αποτέλεσε μετεξέλιξη παρόμοιων σαλαφιστικών θεολογικών κινήσεων του Μεσαίωνα και μετατράπηκε σε επίσημο δόγμα της υπερσυντηρητικής Σαουδικής Αραβίας, μετά την ίδρυση του βασιλείου το 1932. Οι σαλαφιστές θεωρούν τους εαυτούς τους τους μόνους «γνήσιους» σουνίτες, ενώ σχεδόν όλοι οι επιστήμονες του χώρου συμφωνούν ότι ο ουαχαμπισμός αποτέλεσε την αυγή του σύγχρονου φονταμενταλισμού στο Ισλάμ.

 

Αυτό που δεν γνωρίζει το ευρύ κοινό είναι ότι, κατά το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα, υπήρξε και μία φωτισμένη–μεταρρυθμιστική εκδοχή του σαλαφισμού, που ακτινοβολούσε από τους ουλεμάδες του Πανεπιστημίου Αζχαρ στο Κάιρο. Αυτή ήταν η μόνη σοβαρή προσπάθεια ανάγνωσης της νεωτερικότητας. Κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου στην Αίγυπτο, η πουριτανική εκδοχή του σαλαφισμού επικράτησε επί της φωτισμένης και οι επόμενες γενιές σαλαφιστών επέμεναν σε μια αυστηρή, μη πολιτική θεολογία, ενώ μόνο κατά τα τελευταία χρόνια άρχισαν να πειραματίζονται με την πολιτική, ιδρύοντας κόμματα κι εκλέγοντας εκπροσώπους. Η μεγάλη διαφορά τους με τους ισλαμιστές έγκειται στην πρόσληψη του Ισλάμ και με τους τζιχαντιστές στον τρόπο δράσης για την πραγμάτωση των αιτημάτων τους.

 

Η εμφάνιση των ισλαμιστών χρονολογείται μεταξύ της μεσοπολεμικής και της μεταπολεμικής περιόδου και ήρθε να δώσει απάντηση σε όσα οι σαλαφιστές σιωπούσαν. Η πρώτη τους οργανωμένη έκφραση υπήρξε η Μουσουλμανική Αδελφότητα, η οποία ιδρύθηκε το 1928 από τον δάσκαλο Χάσαν αλ Μπάνα στην περιοχή της Διώρυγας του Σουέζ. Οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι υιοθέτησαν το μοντέλο δράσης και κατήχησης των χριστιανικών ιεραποστολών κι επένδυσαν στις κοινωνικές υπηρεσίες, δημιουργώντας «σχολή» που θα αντέγραφαν οι επόμενες ισλαμιστικές οργανώσεις, όπως η Χαμάς, το τυνησιακό κόμμα Νάχντα, ακόμα και η σιιτική Χεζμπολάχ. Υπήρξαν προϊόν του εκσυγχρονισμού της πνευματικής, κοινωνικής και πολιτικής ζωής στις χώρες όπου εμφανίστηκαν και σε αντίθεση με τους σαλαφιστές, που προέρχονταν από τον θεολογικό κόσμο, οι ισλαμιστές εκπροσωπούσαν τις κοινωνικές συμμαχίες μεταξύ των νέων μορφωμένων μεσοστρωμάτων και των παραδοσιακών επαγγελματιών των πόλεων και της υπαίθρου. Αυτή υπήρξε και η πραγματική τομή στο σουνιτικό Ισλάμ, εκλαϊκεύοντας ό,τι αποτελούσε άβατο των νομομαθών για αιώνες και ταυτόχρονα ιδεολογικοποιώντας τη θεολογία.

 

Ο όρος ισλαμιστής προήλθε από τη μετατροπή του επιθέτου ισλάμι (ισλαμικός) σε ουσιαστικό, για να χαρακτηριστούν οι μουσουλμάνοι που αντιλαμβάνονταν το Ισλάμ όχι απλά ως μια θρησκεία, αλλά ως ένα «πλήρες σύστημα», ικανό να ρυθμίζει κάθε πτυχή του δημόσιου και του ιδιωτικού βίου. Οι ισλαμιστές προχώρησαν πιο πέρα, επινοώντας εκ νέου τη «χρυσή εποχή» του Ισλάμ και προωθώντας τη δική τους ιστορικά άχρονη και απεδαφοποιημένη εκδοχή για το Ισλάμι. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι μη μουσουλμάνοι μελετητές του ισλαμισμού για να περιγράψουν το φαινόμενο επινόησαν τον όρο «Πολιτικό Ισλάμ», όμως ο όρος αυτός φαντάζει ακατανόητος για τους ισλαμιστές, οι οποίοι ανταπαντούν: «Αν το Ισλάμ δεν είναι ούτως ή άλλως πολιτικό, τι είναι;». Η σύγχυση μεταξύ μουσουλμάνου και ισλαμιστή αποτελεί σοβαρό ζήτημα, αφού προσδίδουμε άθελά μας ιδεολογική χροιά σε οποιονδήποτε τυγχάνει να είναι μέλος της συγκεκριμένης μονοθεϊστικής πίστης. Επιπλέον, δεν είναι σε καμία περίπτωση ορθό να χρησιμοποιούμε έναν σύγχρονο πολιτικό όρο της Μέσης Ανατολής για να περιγράψουμε αναδρομικά μια θρησκεία 15 αιώνων.

 

Οι τζιχαντιστές, τέλος, βρίσκονταν ανέκαθεν στις τάξεις των ισλαμιστών, ωστόσο αποτέλεσαν μια διακριτή τάση μόνο κατά τη διάρκεια της δεκαετίας ’70, όταν άρχισαν να αυτονομούνται από την ευρύτερη μήτρα των Αδελφών Μουσουλμάνων, συγκροτώντας τις δικές τους ένοπλες ομάδες για να πολεμήσουν τα «άθεα» αραβικά καθεστώτα. Η διάσπαση αυτή ήρθε ως απάντηση στην αδυναμία του ισλαμισμού να προσφέρει επαναστατική προοπτική. Οι τζιχαντιστές, που οφείλουν το όνομά τους στη λέξη τζιχάντ (αγώνας), θεώρησαν ότι θα μπορούσαν να καλύψουν έστω και με τη βία το κενό αυτό, ωστόσο η στρατηγική τους δεν οδήγησε ποτέ στη δημιουργία κάποιου μαζικού λαϊκού κινήματος. Αν και η κοσμοαντίληψή τους βρίσκεται εγγύτερα στους σαλαφιστές απ’ ό,τι στους ισλαμιστές, λόγω της ανελεύθερης και κατά γράμμα τήρησης όσων προστάζει το Κοράνι, παρ’ όλα αυτά η βασική διαφοροποίηση των τζιχαντιστών έχει να κάνει με τον τακφιρισμό (takfir), δηλαδή τον χαρακτηρισμό κάποιου μουσουλμάνου ως άπιστου, γεγονός που τους εξουσιοδοτεί ακόμα και να τον σκοτώσουν.

 

Ολα αυτά τα σουνιτικά ρεύματα επιθυμούν τον επανεξισλαμισμό κοινωνιών που είναι ήδη μουσουλμανικές, ωστόσο οι τακτικές τους και η πρόθεσή τους να συγκρουστούν με τις υφιστάμενες πολιτικές δομές ποικίλλουν. Από την άλλη, στο σιιτικό Ισλάμ, η αδιαμφισβήτητη θέση του κλήρου ως θεματοφύλακα των θρησκευτικών πηγών αφήνει ελάχιστα περιθώρια στις πρωτοβουλίες ιδιωτικών ομάδων και οργανώσεων να ερμηνεύσουν τα κείμενα κατά το δοκούν και να δράσουν στο όνομα των ιδεολογικών τους αναγνώσεων.

 

………………………………………………………………………………………………………………………….

 

*Δρ Πολιτικών Επιστημών ΑΠΘ, αραβολόγος pkourgiotis@gmail.com

 

Scroll to top