01/07/13 ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

«Η γενιά μου μεγάλωσε με άγνοια γύρω από Κατοχή και Αντίσταση»

Μια ζωγράφος της γενιάς τού ’30 που εκτελείται από τους Γερμανούς. Ενας μεγάλος έρωτας. Ενας χαμένος πίνακας, από τους τόσους που ίσως κλάπηκαν από τους ναζί. Και μια σημερινή κοπέλα, που προσπαθεί να ρίξει φως στην οικογενειακή της ιστορία. Με το δεύτερο βιβλίο της, η Ντορίνα Παπαλιού κρατάει αμείωτο το ενδιαφέρον σαν να είναι αστυνομικό,.
      Pin It

Μια ζωγράφος της γενιάς τού ’30 που εκτελείται από τους Γερμανούς. Ενας μεγάλος έρωτας. Ενας χαμένος πίνακας, από τους τόσους που ίσως κλάπηκαν από τους ναζί. Και μια σημερινή κοπέλα, που προσπαθεί να ρίξει φως στην οικογενειακή της ιστορία. Με το δεύτερο βιβλίο της, η Ντορίνα Παπαλιού κρατάει αμείωτο το ενδιαφέρον σαν να είναι αστυνομικό, ενώ συγχρόνως εξερευνά τους εύθραυστους δεσμούς που ενώνουν το παρελθόν με το παρόν, τον μύθο με την πραγματικότητα

 

Της Παρής Σπίνου

 

getFile5Επειτα από τρία χρόνια γεμάτα έρευνα και συγγραφή, το νέο μυθιστόρημα της Ντορίνας Παπαλιού βρίσκεται στα βιβλιοπωλεία, από τις εκδόσεις «Ικαρος». Χορταστικό -πάνω από 600 σελίδες-, αριστοτεχνικά δομημένο, με συναρπαστική πλοκή, «Το απαραίτητο φως» μας μεταφέρει στην Αθήνα της Κατοχής και στην Αθήνα του 2000, μέσα από τις ιστορίες δύο γυναικών, γιαγιάς και εγγονής, που εκτός από το κοινό όνομα τις ενώνει το μυστήριο ενός πίνακα.

Η Λουίζα Λασκαράτου, νεαρή ανθρωπολόγος, επιστρέφει από την Οξφόρδη ύστερα από τον ξαφνικό θάνατο του δικηγόρου πατέρα της και ανακαλύπτει το τελευταίο του μήνυμα: μια παλιά φωτογραφία της μητέρας του, Λουίζ Χατζηλουκά, σε νεαρή ηλικία, μπροστά στον πίνακα του παππού της, διάσημου Σκοτσέζου ζωγράφου του 19ου αιώνα. Αυτόν τον πίνακα πρόσφερε ο σύζυγός της στους Γερμανούς προκειμένου να σώσει τη Λουίζ, που κατηγορήθηκε για προδοσία καθώς συμμετείχε στην Αντίσταση με τις μυστικές υπηρεσίες των Αγγλων και εκτελέστηκε. Γιατί ο πίνακας δεν έφτασε ποτέ στα χέρια του Γερμανού διοικητή, και αν έφτασε, γιατί τελικά η νεαρή γυναίκα έχασε τη ζωή της;

Παθιασμένη με την τέχνη όσο και με την πατρίδα της, η Λουίζ αναζητά, όπως η περίφημη εικαστική γενιά του ’30, το «ελληνικό φως» μέσα από τη ζωγραφική. Προσφέρει τις υπηρεσίες της ως εθελόντρια νοσοκόμα, και εκεί, στο νοσοκομείο που γεμίζει από διαμελισμένα σώματα στρατιωτών, γνωρίζει έναν γοητευτικό αγωνιστή, ο οποίος τη μυεί στην Αντίσταση.

Πολυεπίπεδο το δεύτερο μυθιστόρημα της Ντορίνας Παπαλιού, κρατάει αμείωτο το ενδιαφέρον μέχρι την τελευταία σελίδα, συνδυάζει την Ιστορία με την Ιστορία της Τέχνης, το σασπένς με τη δράση, τη μαρτυρία με το ψυχογράφημα και σκιαγραφεί διαφορετικές εποχές και ανθρώπινες σχέσεις. Κυρίαρχος ο έρωτας, που μπορεί να οδηγήσει σε αιώνια αφοσίωση ή στη χειρότερη προδοσία. Κυρίως όμως, εξερευνά τους εύθραυστους δεσμούς που ενώνουν το παρελθόν με το παρόν, τη σχέση της απώλειας με τη μνήμη, αλλά και την αναζήτηση της αλήθειας ανάμεσα στον μύθο και την πραγματικότητα.

• Το πρώτο σας μυθιστόρημα, «Γκάτερ», με ήρωα έναν έφηβο κομίστα, ήταν περισσότερο αστυνομικό. «Το απαραίτητο φως» διαφέρει. Πώς προέκυψε η ιδέα;

«Κυρίως μέσα από βιβλία ιστορικά, του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Αρχικά μου είχε κινήσει το ενδιαφέρον η κλοπή έργων τέχνης από τους ναζί και η προσπάθεια να στήσουν ένα μουσείο όπως το φαντάστηκε ο Χίτλερ. Κατέληξα όμως σε κάτι διαφορετικό. Επέλεξα το νέο μου μυθιστόρημα να διαδραματίζεται στον ελληνικό χώρο, γιατί ήθελα να βρω μια ηρωίδα που θα μπορούσα να ταυτιστώ μαζί της, να αναζητήσω τις δικές της αγωνίες και να εκφράσω το ενδιαφέρον μου για την τέχνη και ειδικά για τη γενιά του ’30. Ηθελα να τονίσω το υπαρξιακό ζήτημα. Πως όταν βρεθείς σε κατάσταση πολέμου, η τύχη και οι προσωπικές επιλογές μπλέκονται, οι προτεραιότητες αλλάζουν και μπορεί να οδηγήσουν αλλού».

• Ταυτίζεστε με κάποιον από τους ήρωές σας ιδιαίτερα;

«Στον βαθμό της εσωτερικής αναζήτησης με τη Λουίζ, γιατί κι εγώ έχω παλέψει με την ταυτότητά μου. Το να είσαι συγγραφέας εξαρτάται και από την αποδοχή του κοινού. Δεν σε παίρνουν στα σοβαρά αν δεν έχεις γράψει ένα βιβλίο που να έχει πάει καλά».

• Ηταν δύσκολο να σκιαγραφήσετε μια γυναίκα που έζησε στην Κατοχή καταστάσεις που οι νεότερες γενιές δεν έχουν βιώσει;

«Η Λουίζ είναι μισή Ελληνίδα, μισή Σκοτσέζα. Εχει το δυτικό στοιχείο μέσα της και προσπαθεί να γίνει αποδεκτή στην Ελλάδα. Συμβαίνει το αντίστροφο από αυτό που ήθελε η εικαστική γενιά του ’30, να αποδεχτεί, δηλαδή, η Δύση την ελληνική τέχνη. Η ηρωίδα προσπαθεί να κατακτήσει μια ελληνική εικόνα στη ζωγραφική φτιάχνοντας τοπία που προβάλλουν το ιδιαίτερο ελληνικό φως. Η αγωνία της στη ζωγραφική καθορίζει και την προσωπική της πορεία, τις επιλογές της. Ετσι, μέχρι την εκτέλεσή της, χτίζω την περίοδο της Κατοχής και της Αντίστασης, γιατί θεωρώ ότι η δική μου γενιά μεγάλωσε με άγνοια γύρω από αυτό το κομμάτι της Ιστορίας. Νομίζω ότι είμαστε η γενιά που δεν έζησε τρομερά γεγονότα… Τώρα, βέβαια, τα πράγματα είναι διαφορετικά για τους σημερινούς 20άρηδες».

• Και η σύγχρονη ηρωίδα όμως, η εγγονή τής Λουίζ, έχει πρόβλημα ταυτότητας…

«Γεννημένη στα μέσα της δεκαετίας του ’70, έχει διαφορετικό πρόβλημα ταυτότητας, που εντοπίζεται στην κακή σχέση με τους γονείς της. Αυτό βρίσκεται πιο κοντά στη δική μου γενιά ως προβληματισμός: οι χωρισμοί, η έλλειψη εμπιστοσύνης, η δυσκολία επικοινωνίας… Η Λουίζα συνεχίζει κάτι που είχε αρχίσει ο πατέρας της και προσπαθεί να εξιλεωθεί απέναντί του, προσπαθώντας να βρει τον χαμένο πίνακα».

• Φαίνεται πως έχει προηγηθεί μεγάλη έρευνα για το μυθιστόρημά σας.

«Οταν σπούδαζα, ασχολήθηκα ειδικότερα με την εποχή του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και τη σύγχρονη ευρωπαϊκή ιστορία. Αυτό με βοήθησε στην έρευνα για το βιβλίο, προσέγγισα πρωτογενές υλικό, πήρα συνεντεύξεις από ανθρώπους που συμμετείχαν στην Αντίσταση. Μίλησα με τον Ρήγα Ρηγόπουλο, που ήταν στη Μέση Ανατολή, αρχικά με δική του μυστική οργάνωση – δυστυχώς πέθανε πέρυσι. Συνάντησα τον Θέμη Μαρίνο, ο οποίος συμμετείχε στη βρετανική ομάδα αλεξιπτωτιστών στον Γοργοπόταμο. Βεβαίως, διάβασα ιστορικά βιβλία και με πιο αριστερές και με πιο δεξιές προσεγγίσεις. Με ενδιέφερε να δείξω πώς ζούσε και τι σκεφτόταν τότε ο κόσμος. Κατάλαβα ότι προς το τέλος του πολέμου η κοινωνία είχε αρχίζει να διχάζεται. Εβγαιναν οι προσωπικές διαφορές και η εκδίκηση με αφορμή τα πολιτικά. Υπάρχει μια έρευνα ότι την περίοδο εκείνη στη Γαλλία, γύρω στους 500 χιλιάδες Γάλλους κατέδωσαν άλλους συμπατριώτες τους ως Εβραίους ή αντιστασιακούς, κ.λπ. Τις περισσότερες φορές δεν υπήρχε πολιτικός λόγος από πίσω. Φαίνεται ότι και στην Ελλάδα το ίδιο συνέβη».

• Πιστεύετε ότι η ιστορία της Αντίστασης στη χώρα μας έχει καταγραφεί πιο πολύ από αριστερή οπτική;

«Η βιβλιογραφία, γιατί δεν μπορώ να πω για την κοινή γνώμη, σαφώς έχει μια πιο αριστερή ματιά στα γεγονότα. Νομίζω ότι η Αριστερά έχει οικειοποιηθεί την Αντίσταση. Γενικότερα, όμως, η Αντίσταση δεν είχε τόσο μεγάλα αποτελέσματα στον πόλεμο όσο στην εμψύχωση των ανθρώπων και στην αίσθηση ότι δεν έχουμε παραδοθεί. Πάντως, βγαίνουν βιβλία με νέες ματιές για τη συγκεκριμένη περίοδο, γιατί όσο περνάει ο χρόνος, οι γενιές αποστασιοποιούνται ώστε να μπορούν να δουν τα πράγματα αλλιώς, ενώ επίσης υπάρχει πρόσβαση σε περισσότερα αρχεία».

• Στο βιβλίο σας γράφετε ότι η νεότερη γενιά είναι ανιστόρητη. Γιατί;

«Αυτό το κομμάτι της Ιστορίας δεν μας απασχολεί όπως τους γονείς μας, βλέπουμε πόσο αποστασιοποιημένοι είναι οι νεότεροι. Ποιος στα 18 του διαβάζει ελληνική ιστορία; Πιστεύω άλλωστε ότι η Ιστορία δεν μαθαίνεται έτσι όπως διδάσκεται στα ελληνικά σχολεία. Τα βιβλία κατ’ αρχάς δεν έχουν συνοχή. Κάθε κεφάλαιο είναι γραμμένο από άλλον άνθρωπο και δεν υπάρχει η λογική μιας μεγάλης σύνθεσης. Δεν γίνεται να αποστηθίζεις γεγονότα και ημερομηνίες. Ενα παιδί θέλει αφήγηση που θα το προσελκύσει, πρέπει να ακούσει και προσωπικές, ηρωικές ιστορίες για να ταυτιστεί».

• Με τον σύζυγό σας, επίσης συγγραφέα, Απόστολο Δοξιάδη, υπάρχει συναγωνισμός;

«Οχι, ο ένας καταλαβαίνει τις αγωνίες του άλλου. Βοηθάει το ότι δεν μιλάμε ποτέ μεταξύ μας για τα γραπτά μας μέχρι να τα ολοκληρώσουμε. Εγώ είμαι λίγο πιο αδύναμη, μου ξεφεύγουν πράγματα, εκείνος είναι πιο σκληρός, κρατάει το απόρρητο…».

• Τελικά, ο τίτλος «Το απαραίτητο φως» αναφέρεται μόνο στη ζωγραφική;

«Κυρίως. Ωστόσο είναι και το φως που χρειάζεται για να δεις την αλήθεια. Νομίζω ότι όλοι μέσα μας κρύβουμε μια σπίθα για κάτι που πρέπει να ανακαλύψουμε και να χαράξουμε πορεία. Ωστόσο, δεν είναι εύκολο. Ας πούμε, τι πιθανότητες έχει να αναδειχτεί μια ευφυΐα που γεννήθηκε σε ένα μικρό χωριό της Ινδίας; Πιστεύω πολύ στην πρωτοβουλία αλλά είναι και θέμα τύχης η ζωή».

p.spinou@efsyn.gr

Scroll to top