Του Βίκτωρα Νέτα
Αν οι συμφορές, που προκάλεσε τον περασμένο αιώνα ο εθνικός διχασμός, είχαν γίνει μάθημα, τα κόμματα θα είχαν παραμερίσει τις όποιες διαφορές τους και θα είχαν αντιμετωπίσει με μια οικουμενική κυβέρνηση την οικονομική και κοινωνική κρίση, που έχει βυθίσει στο χάος τη χώρα. Αντί να ομονοήσουν, όμως, κάνουν ό,τι είναι δυνατόν για να αποδειχθούν κατώτερα των περιστάσεων, να απαξιώσουν τον ρόλο τους και να εισπράξουν την περιφρόνηση του ελληνικού λαού, όπως δείχνουν όλες οι δημοσκοπήσεις. Ξαναζούμε, λοιπόν, στις μέρες μας το κλίμα του εθνοκτόνου διχασμού, που μας το θυμίζει η 78η επέτειος του θανάτου του Ελευθερίου Βενιζέλου. Τέτοιες μέρες το 1936, όταν μεταδόθηκε από το Παρίσι η είδηση ότι ο Ελευθέριος Βενιζέλος είναι σοβαρά ασθενής, η πλειονότητα των Ελλήνων με δάκρυα στα μάτια ζούσε στιγμές αγωνίας και ευχόταν να μην έρθει ποτέ το κακό νέο για τον ηγέτη που λάτρεψαν γενιές ολόκληρες. Ο Βενιζέλος υπέστη στις 13 Μαρτίου, ώρα 7 το πρωί, εγκεφαλική συμφόρηση. Η σύζυγός του Ελενα ειδοποίησε τον καθηγητή Ντε Ζεν, ο οποίος, όταν έφτασε στην οδό Μποζόν, ο Βενιζέλος είχε χάσει τις αισθήσεις του και κάθε επαφή με το περιβάλλον. Επί πέντε μέρες πάλεψε με τον θάνατο, αλλά δεν απέφυγε το μοιραίο.
Η βενιζελική Ελλάδα, που αγρυπνούσε, πληροφορήθηκε στις 18 Μαρτίου ότι ο ηγέτης που διπλασίασε την Ελλάδα έφυγε για πάντα στις 8.05 το πρωί. Αφησε την τελευταία του πνοή μακριά από την πατρίδα σε ηλικία 72 χρόνων. Ενώ ο λαός θρηνούσε, στην πολιτική ηγεσία ξέσπασε έντονη διαμάχη για το πώς θα έπρεπε να γίνει η κηδεία του μεγάλου πολιτικού. Βενιζελικοί και αντιβενιζελικοί συγκρούονταν πάνω από τη σορό του Βενιζέλου. Η κυβέρνηση Δεμερτζή αποφάσισε να μεταφερθεί η σορός σιδηροδρομικώς από το Παρίσι στο Μπρίντιζι και από εκεί με αντιτορπιλικό στον Πειραιά για να εκτεθεί σε λαϊκό προσκύνημα στη Μητρόπολη Αθηνών και η ταφή να γίνει στην Κρήτη. Οι ακραίοι αντιβενιζελικοί αντέδρασαν με ύβρεις, κατηγορώντας την κυβέρνηση, τους βενιζελικούς και τον νεκρό. Η κυβέρνηση φοβήθηκε ότι θα γίνουν ταραχές και τελικά ύστερα από συνεννόηση του Δεμερτζή με τον Θεμ. Σοφούλη αποφασίστηκε η σορός να μεταφερθεί κατ’ ευθείαν στα Χανιά και εκεί να γίνουν η κηδεία και η ταφή.
Ενδεικτικό του αντιβενιζελικού πάθους είναι το άρθρο του Γεωργίου Βλάχου, που δημοσιεύθηκε στην «Καθημερινή» στις 19 Μαρτίου, την επομένη του θανάτου του Βενιζέλου. Πρόκειται για ένα άρθρο-μνημείο κακότητας και εμπάθειας. Εγραφε ο Βλάχος:
«Ο Ελευθέριος Βενιζέλος απέθανε χθες, σχεδόν εξόριστος, μακράν της Ελλάδος. Ο άνθρωπος του οποίου η μορφή ηπλώθη άλλοτε ως παμμέγιστον φως και άλλοτε ως βαρυτάτη σκιά εις τον τόπον, ο οποίος έφερε προ είκοσι πέντε ετών την χαράν διά να καταλίπη προ έτους το πένθος, ο οποίος υψώθη κάποτε ως δικαία πυγμή και κατέπεσε ύστερα ως άδικος γρόνθος, ο οποίος ήλθε ως ηδονική φρικίασις ολοκλήρου του έθνους και έφυγε ως τρομακτικός σεισμός του Πανελληνίου, ο οποίος εχαιρετήθη ως υπόσχεσις της εκ των κρητικών βουνών υπερτάτης ελληνικής αρετής και κατεδιώχθη ως οικτρά από το ελληνικόν υπέδαφος αμαρτία, ο οποίος έκτισε και κατεδάφισε, ο οποίος εζωογόνησε και εμάρανε, ο οποίος ύψωσε και διέσεισε και κατέστησε με τον πλούτον του νου του διπλήν την πατρίδα του διά να καταστήση με την διαδήλωσιν των ελαττωμάτων του την εκθεμελίωσίν της διπλήν, ο άνθρωπος αυτός δεν εύρε τέσσαρα μέτρα γης ελληνικής, διά να στήση την επιθανάτιον κλίνην του. Απέθανεν έξω».
Ο λίβελος κατέληγε: «Το δράμα ετελείωσεν: Ο Ελευθέριος Βενιζέλος απέθανεν (…). Ο Υψιστος, ανεξίκακος ως είναι εξ επαγγέλματος, ας τον αναπαύση».
Ο Γ. Βλάχος ζητούσε από τον Υψιστο να αναπαύσει τον Βενιζέλο. Η Ιερά Σύνοδος της Ελλάδος, όμως, με επικεφαλής τον αρχιεπίσκοπο Θεόκλητο τον αναθεμάτισε στις 12 Δεκεμβρίου 1916, με ένα κείμενο χειρότερο από τον χειρότερο λίβελο. Ελεγε: «Αφορισμένος και επικατάρατος είη Ελευθέριος Βενιζέλος παρά πατρός Παντοκράτορος και των Αγίων Θεοφόρων Πατέρων των επτά Οικουμενικών Συνόδων. Κληρονομησάτω την λέπραν του Γιεζή και των αγχόνων του Ιούδα. Εσθαι σθένων και τρέμων επί της Γης και προκοπήν ου μη ίδη.
Ο λίθος και ο σίδηρος λυθήτωσαν, αυτός δε μηδαμώς εις τους αιώνας. Κατά Ελευθερίου Βενιζέλου καταπροδόσαντος πατρίδα και ιερά, ανάθεμα έστω».
Πάνδημη έγινε η κηδεία του Βενιζέλου στα Χάνια, στις 29 Μαρτίου έγινε η ταφή στο Ακρωτήρι. Στον τάφο του χαράχθηκε ο επιτάφιος, που είχε απαγγείλει ο ίδιος ο Βενιζέλος στη Βουλή το 1932: «Ο προκείμενος νεκρός ήτο ένας αληθινός άνδρας, με θάρρος μεγάλο, με αυτοπεποίθησιν και δι’ εαυτόν και διά τον λαόν, τον οποίον εκλήθη να κυβερνήση. Ισως έκαμε πολλά σφάλματα, αλλά ποτέ δεν του απέλειψε το θάρρος, ποτέ δεν υπήρξε μοιρολάτρης, διότι ποτέ δεν επερίμενε από την μοίραν να ίδη την χώραν του προηγμένην, αλλά έθεσε εις την υπηρεσίαν της όλο το πυρ που είχε μέσα του, κάθε δύναμιν ψυχικήν και σωματικήν».
Στις 22 Απριλίου 1936 έγινε στη Βουλή το πολιτικό μνημόσυνο για τον Ελευθέριο Βενιζέλο. Στον σύντομο λόγο που εξεφώνησε ο Γεώργιος Παπανδρέου είπε μεταξύ άλλων: «Εις την περιοχήν του θρύλου ανήκει πλέον ο Ελευθέριος Βενιζέλος. Η διάβασίς του από την ζωήν της Ελλάδος προκαλεί την θρησκευτικήν έκστασιν του θαύματος (…). Ο Ελευθέριος Βενιζέλος πραγματοποιεί εντός δέκα ετών όσα, εις μάτην, στενάζον, επί αιώνας, επόθει το Γένος… Γίνεται ο Προφήτης και ο Δημιουργός και το Σύμβολον της Μεγάλης Ελλάδος. Αλλά γίνεται ακόμη και ο μεγαλουργός Κυβερνήτης. Είπε: Γεννηθήτω Κράτος. Και εγένετο Κράτος!».
Ποιος επιτέλους θα πει και σήμερα «Γεννηθήτω Κράτος» και θα γίνει Κράτος; Αυτό είναι το πανελλήνιο αίτημα.




