ΠΕΡΙΔΙΑΒΑΙΝΟΝΤΑΣ
Η καταδίκη – πριν από 47 χρόνια – φοιτητών που το τραγουδούσαν
Toυ Δημήτρη Γκιώνη
Τον Οκτώβριο του 1966 (πριν από 47 χρόνια), 13 φοιτητές και ηγέτες του φοιτητικού κινήματος, Κρήτες οι περισσότεροι, συνελήφθησαν σε ταβέρνα της Πλάκας επειδή τραγουδούσαν το γνωστό παραδοσιακό κρητικό άσμα «Πότε θα κάνει ξαστεριά». Και αυτό επειδή εκτιμήθηκε από τις διωκτικές αρχές ότι είναι «υπόπτου περιεχομένου και προελεύσεως». Εκτίμηση που συμμερίστηκε απόλυτα στη δίκη που ακολούθησε (με βάση τον εμφυλιοπολεμικό Α. Ν. 942/46) το δικαστήριο, με αποτέλεσμα οι φοιτητές να εισπράξουν από 50 ημέρες φυλακή ο καθένας (δεν γνωρίζω τι έγινε αργότερα στο Εφετείο).
Συνέβαλε βέβαια τα μέγιστα ο ζήλος των κατήγορων αστυνομικών, ένας μάλιστα από τους οποίους άκουσε, είπε, τους φοιτητές να προσθέτουν στο τραγούδι και το σύνθημα «θα πάρουμε τα όπλα να βγούμε στα βουνά!» Στην περίοδο της κυβέρνησης των αποστατών βρισκόμασταν (που έστρωσε τον δρόμο στη δικτατορία), οπότε απαγορεύσεις, διώξεις και καταδίκες ήταν στο «πνεύμα» των καιρών.
Απ’ την Τουρκοκρατία
Το αλλοπρόσαλλο είναι ότι το εν λόγω τραγούδι δεν έπαψε να μεταδίδεται από το δημόσιο ραδιόφωνο (δεν υπήρχε άλλωστε και τίποτ’ άλλο τότε) και μάλιστα από τον σταθμό των Ενόπλων Δυνάμεων, χωρίς να ανησυχεί κανένας από τους κρατούντες.
Συνέβη τότε, ως συντάκτης της εφημερίδας «Δημοκρατική Αλλαγή», να έχω παρακολουθήσει τόσο τη δίκη όσο και μια συζήτηση που έγινε, λίγες ημέρες αργότερα, στον Σύλλογο Κρητών Σπουδαστών, με τη συμμετοχή φοιτητών και άλλων τοπικών παραγόντων, με θέμα αν το «Πότε θα κάνει ξαστεριά» είναι «υπόπτου περιεχομένου και προελεύσεως». Κι ας θυμίσω (μέρα που έχουμε τη Δευτέρα) μερικά από αυτά που ειπώθηκαν στην ενδιαφέρουσα εκείνη συζήτηση. Παραλείπω τα ονόματα των ομιλητών επειδή στο σχετικό ρεπορτάζ (17 Οκτωβρίου 1966) δεν είναι πλήρη τα στοιχεία τους:
* «Το «Πότε θα κάνει ξαστεριά» έχει τις ρίζες του στην Τουρκοκρατία και συγκεκριμένα στη μεγάλη κρητική επανάσταση 1866–69. Ο δημιουργός του χάνεται στο πέρασμα των καιρών, το τραγούδι όμως πέρασε από στόμα σε στόμα, ζυμώθηκε με τους πόθους και τις ελπίδες του λαού μας κι έγινε θούριο. Σαν περιεχόμενο έχει τους αγώνες για λευτεριά».
* «Οχι μόνο δεν είναι «υπόπτου περιεχομένου και προελεύσεως», αλλά είναι ένα θούριο που στέκεται δίπλα στον Εθνικό μας Υμνο – άμεσα συνδεδεμένο με τους απελευθερωτικούς αγώνες της φυλής μας και το τραγούδημά του δεν είναι κολάσιμη πράξη, αλλά τιμή και χρέος κάθε Ελληνα, ειδικότερα όταν ο τόπος μας περνάει δύσκολες στιγμές. Στους κάμπους και στα βουνά τραγουδήθηκε από τους τίμιους αγωνιστές με πάθος και φανατισμό, πριν και μετά τις μάχες, ακόμα και μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα. Το έχει τραγουδήσει ο Ελευθέριος Βενιζέλος το 1928, στα εγκαίνια του εργοστασίου τής «Κολούμπια», ηχογραφήθηκε σε δίσκο και σώζεται μέχρι σήμερα και ακούγεται σε κάθε γιορτή».
«Θα το ξαναπούμε»
* «Η καταδίκη των φοιτητών αποτελεί μέτρο εκφοβισμού και αποκεφαλισμού των νεολαιίστικων οργανώσεων. Μέτρο που έχει σαν σκοπό των παραγκωνισμό των δημοκρατικών ηγετικών στελεχών, για να αναρριχηθούν εκείνοι που εξυπηρετούν την Ασφάλεια. Η καταδίκη των φοιτητών είναι τίτλος τιμής».
* «Την κυβέρνηση πειράζει κάθε ξαστεριά. Ο αγώνας θα συνεχιστεί», πρόσθεσε ένας από τους καταδικασθέντες φοιτητές. «Οι διώξεις μάς δυναμώνουν. Θα το ξαναπούμε κι ας μας ξαναπιάσουν. Είναι βλακώδης η αντίληψη ότι μπορούν να υποτάξουν το φρόνημα των νέων».
Η συζήτηση έκλεισε με το «Πότε θα κάνει ξαστεριά» απ’ όλους τους παρευρισκόμενους, χωρίς να ενοχληθούν από κανέναν αστυνομικό. «Θα ήταν σίγουρα μεγάλη αστυνομική επιτυχία η σύλληψη όλων ετούτων των θερμόαιμων τραγουδιστών!», σημείωνα στο τέλος του ρεπορτάζ.
Ας θυμίσω ότι το «Πότε θα κάνει ξαστεριά» τραγουδιέται σε κάθε εθνική και αγωνιστική εκδήλωση: στα γεγονότα στη Νομική και στην εξέγερση του Πολυτεχνείου το 1973, σε επετείους και διαδηλώσεις, ενώ το διεκδικεί και η… Χρυσή Αυγή (το τραγούδησαν τον περασμένο μήνα σε εκδήλωση μνήμης για τα Ιμια). Η καλύτερη ωστόσο απόδοσή του είναι από τον αείμνηστο Νίκο Ξυλούρη, στον δίσκο «Ριζίτικα» του Γιάννη Μαρκόπουλου (1971).
…………………………………………………………………………..
Στο πλαίσιο
Προς οριστική κατάργηση το υπουργείο Πολιτισμού, όπως ακούω και διαβάζω, μετά το σαμαρικό «κούρεμά» του. «Οικονομία κάνε» που λέει και το τραγούδι του Λουκιανού. Κι ας αφορά ένα υπουργείο που σε κανένα μέρος του κόσμου να μην υπήρχε, εδώ θα έπρεπε να λάμπει.
***
Δεν το εννοούσε, είπε, το παλικάρι, όταν ύψωνε το χέρι σε ναζιστικό χαιρετισμό. Μοιραία κίνηση που στοίχισε το ποδοσφαιρικό του μέλλον – αν και δεν ξέρεις… («τον βλέπω βουλευτή» είπε κάποιος σε κουβέντα).
***
Αυξάνονται και πληθύνονται οι τηλεοπτικές μαγειρικές (συν τα σχετικά έντυπα) γιατί, φαίνεται, ο κόσμος διαθέτει όλα τα καλούδια, αλλά του λείπουν οι συνταγές, οι περιχαρείς μάγειροι και οι παρουσιαστές. (Στην πραγματικότητα, να έχουν τουλάχιστον την εικόνα κάποιων φαγητών.)
***
Δημοσιογράφοι–άμεσοι διαφημιστές εμπορικών προϊόντων σε εκπομπές τους, κι ας το απαγορεύει το επαγγελματικό μας καταστατικό. Τόσο έχουν αγριέψει τα πράγματα, τόσο απαιτητικοί έχουν γίνει οι διαφημιζόμενοι. Αντε, και απευθείας πωλητές.
***
Ο Ηλία Ερενμπουργκ είχε έρθει και στην Ελλάδα, με πληροφορεί ο νομικός και λόγιος Παναγιώτης Σκούφης. Κάπου το ήξερα – δεν ήμουν βέβαιος για το πότε. Ούτε κι ο ίδιος θυμάται (πιθανότατα αρχές του ’60), αλλά είναι σίγουρος ότι αφίχθη κι έτυχε θερμής υποδοχής από συντρόφους και θαυμαστές.
ΚΑΙ… Σαρακοστιανό: «Το να μην αμαρτάνεις καθόλου είναι τ’ όνειρο των αγγέλων. Κάθε γήινο ον υπόκειται στην αμαρτία. Το αμάρτημα είναι ανθρώπινη ροπή» (του -όχι όποιου κι όποιου- επισκόπου Μυριήλ, στους «Αθλίους» του Ουγκό – μετ. Μάρκου Αυγέρη).




