Pin It

Τα δακτυλικά αποτυπώματα και οι αυτόπτες μάρτυρες φαίνεται πως δεν θεωρούνται πλέον επαρκή ή αντικειμενικά αποδεικτικά στοιχεία για τη λήψη δίκαιων δικαστικών αποφάσεων. Ισως γι’ αυτό οι εγκληματολογικές έρευνες επικεντρώνονται σήμερα σε «αδιάψευστα» βιολογικά αποτυπώματα: στη γενετική ταυτοποίηση του DNA των υπόπτων και, όπως είδαμε στο προηγούμενο άρθρο μας, σε νευροεγκεφαλικές αναλύσεις της εγκληματικής συμπεριφοράς.

 

Πρόκειται ασφαλώς για μια νέα, υβριδική δικαστική-επιστημονική πρακτική, που προκαλεί έντονες συζητήσεις (και αμφισβητήσεις) μεταξύ των ειδημόνων στην Αμερική και στην Ευρώπη. Πώς είναι δυνατόν, αναρωτιούνται ορισμένοι επιφανείς νομικοί, οι εκάστοτε εξελίξεις στις επιστήμες –π.χ. στην ανθρώπινη γονιδιωματική ή στις νευροεπιστήμες– να επηρεάζουν ή και, ακόμη χειρότερα, να καθορίζουν τις νομικά αμερόληπτες δικαστικές αποφάσεις;

 

Μήπως οι σύγχρονοι Ποινικοί Κώδικες θα πρέπει να θεωρούνται αναχρονιστικοί όταν δεν προβλέπουν ρητά τη δυνατότητα προσφυγής σε γονιδιακά ή και νευροεγκεφαλικά δεδομένα; Αυτά τα νέα επιστημονικά τεκμήρια, αλλά και οι τεχνικές για την αποκάλυψή τους, αποτελούν όντως ασφαλή αποδεικτικά στοιχεία για την ενοχοποίηση ή την απαλλαγή ενός πολίτη;

 

Γράφει ο Σπύρος Μανουσέλης

 

Οταν ο Σέρλοκ Χολμς έγινε γενετιστής, η δίκαιη Θέμις τυφλώθηκε από την επιστήμη

 

Οι πιο πρόσφατες κατακτήσεις και τεχνικές της γενετικής και της νευροεπιστήμης έχουν πλέον τεθεί ανεπιστρεπτί στην υπηρεσία των αστυνομικών ερευνών και επηρεάζουν αποφασιστικά τις δικαστικές αποφάσεις.

 

Στο προηγούμενο άρθρο μας επικεντρώσαμε το ενδιαφέρον μας στις πιο πρόσφατες εξελίξεις της νευροεγκληματολογίας: πώς δηλαδή κάποιες ανωμαλίες στη δομή και τη λειτουργία του εγκεφάλου μπορούν να επηρεάζουν την εγκληματική συμπεριφορά. Σήμερα, θα επιχειρήσουμε την κατάβαση σε ένα ακόμη πιο θεμελιώδες και ευρέως αποδεκτό επίπεδο επιστημονικής ανάλυσης της ανθρώπινης εγκληματικής συμπεριφοράς: τις εφαρμογές της ανάλυσης του ανθρώπινου DNA και της γονιδιωματικής στις εγκληματολογικές και δικαστικές έρευνες.

 

Ακούγεται ίσως απίστευτο, όμως στις μέρες μας, για να αποκαλυφθεί η ακριβής «ταυτότητα» ενός ατόμου, αρκεί ένα ελάχιστο δείγμα από το σώμα του, υπό την προϋπόθεση ότι αυτό το δείγμα θα περιέχει ικανή ποσότητα καθαρού DNA. Λίγες σταγόνες αίματος, σάλιου, ιδρώτα, ούρων, σπέρματος, μια τρίχα, ένα δόντι, θραύσμα από ένα οστό ή από ένα νύχι επαρκούν στους σημερινούς γενετιστές εγκληματολόγους για να αποφανθούν τελεσίδικα για την «αθωότητα» ή την «ενοχή» ενός υπόπτου.

 

Γενετικά αποτυπώματα

 

Η πρώτη ιστορικά καταγεγραμμένη περίπτωση εφαρμογής των τεχνικών γενετικής ανάλυσης του ανθρώπινου DNA για δικαστικούς σκοπούς έγινε στην Αγγλία, στις 31 Ιουλίου του 1986, και αποδείχτηκε αποφασιστικής σημασίας όχι μόνο για την ταυτοποίηση του πραγματικού ενόχου αλλά, κυρίως, για την αθώωση ενός νεαρού που είχε κατηγορηθεί αδίκως για κάποια αποτρόπαια εγκλήματα.

 

Η Ντον Ασγουορθ, μια έφηβη δεκαπέντε ετών, εξαφανίστηκε. Μετά από δύο μέρες βρέθηκε νεκρή. Την είχαν στραγγαλίσει αφού πρώτα τη βίασαν. Οι υποψίες της αστυνομίας επικεντρώθηκαν στο πρόσωπο του Ρίτσαρντ Μπάκλαντ, ενός νοητικά καθυστερημένου δεκαεπτάχρονου που γνώριζε πολλά για το έγκλημα. Ο νεαρός, κάτω από την ασφυκτική πίεση των αστυνομικών, αναγκάστηκε να ομολογήσει.

 

Tρία χρόνια νωρίτερα, το 1983, ένα άλλο δεκαπεντάχρονο κορίτσι, η Λίντα Μαν, είχε επίσης εξαφανιστεί και λίγο αργότερα βρέθηκε και αυτή βιασμένη και στραγγαλισμένη με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Η αστυνομία ήταν πεπεισμένη ότι και γι’ αυτό το έγκλημα υπεύθυνος ήταν ο Μπάκλαντ, μολονότι ο ίδιος δεν το παραδέχτηκε ποτέ.

 

Εκείνα τα χρόνια ο Αλεκ Τζέφρις (Alec Jeffreys), ένας πρωτοπόρος Βρετανός μοριακός γενετιστής, είχε μόλις επινοήσει την πρώτη εγκληματολογική μέθοδο ανάλυσης του DNA για δικαστικούς σκοπούς.

 

Με την πρόθεση «να φορτώσει» και τα δύο ειδεχθή εγκλήματα στον άτυχο Μπάκλαντ, η βρετανική αστυνομία αποφάσισε να χρησιμοποιήσει ως αποδεικτικό στοιχείο τη νέα μέθοδο ανάλυσης του DNA. Προς μεγάλη όμως απογοήτευση των επίδοξων διαδόχων του Σέρλοκ Χολμς, οι εργαστηριακές αναλύσεις απέδειξαν ότι τα δείγματα από το DNA του δράστη ανήκαν πράγματι στο ίδιο πρόσωπο, αλλά αυτό δεν ήταν ο Μπάκλαντ, ο οποίος αυτομάτως απαλλάχτηκε από κάθε κατηγορία. Και λίγο αργότερα έφτασαν στον πραγματικό ένοχο, τον Κόλιν Πίτσφορκ.

 

Στη γενετική εγκληματολογία ως «γενετικά αποτυπώματα» κάθε ατόμου θεωρούνται κάποια ευδιάκριτα και επαναλαμβανόμενα τμήματα από το DNA του που είναι μοναδικά. Τα τεστ DNA για δικαστικούς σκοπούς βασίζονται στην αντιπαραβολή ανάμεσα σε δύο κατηγορίες δειγμάτων DNA: στα δείγματα αναφοράς, που αντιστοιχούν σε ένα γνωστό πρόσωπο στο οποίο ανήκει το ήδη ταυτοποιημένο «προφίλ DNA αναφοράς», και στα άγνωστα δείγματα, που προκύπτουν από τα ίχνη που άφησε ο δράστης στον τόπο του εγκλήματος (αίμα, σίελος, σπέρμα, κ.ο.κ.) και τα οποία αντιστοιχούν στο ακόμη «αταυτοποίητο προφίλ DNA».

 

Η όλη διαδικασία αντιπαραβολής των δύο βασικών δειγμάτων είναι σήμερα αυτοματοποιημένη και περιλαμβάνει τρία στάδια: 1) εξαγωγή και ανάλυση της αλληλουχίας DNA των δειγμάτων• 2) σύγκριση των αποτελεσμάτων της προηγούμενης ανάλυσης για να επιβεβαιωθεί ή όχι το ίδιο προφίλ DNA• και 3) εφόσον βρεθεί το ίδιο προφίλ DNA στα δυο δείγματα, ακολουθεί το τελικό στάδιο του στατιστικού υπολογισμού των πιθανοτήτων. Προφανώς, το πιο δύσκολο και ενίοτε προβληματικό στάδιο αυτών των εργαστηριακών αναλύσεων είναι το τρίτο, επειδή σε αυτό υπεισέρχονται κάποιες ερμηνευτικές παρεμβάσεις του αναλυτή.

 

Η επιτυχία των τεστ DNA

 

Από γενετικής και βιοχημικής άποψης, όλα τα μέλη του ανθρώπινου είδους μοιράζονται από κοινού το 99,1% του DNA, ενώ η απίστευτη ποικιλομορφία των ανθρώπινων πληθυσμών οφείλεται στις γενετικές διαφοροποιήσεις του υπόλοιπου 0,9%.

 

Συνεπώς, πάνω στη Γη δεν υπάρχουν δύο άνθρωποι που να μοιράζονται το ίδιο ακριβώς DNA, με εξαίρεση ίσως τους μονοωογενείς διδύμους. Αυτήν ακριβώς την ασύλληπτη γενετική ποικιλομορφία εκμεταλλεύονται τα τεστ DNA προκειμένου να καταλήξουν στην ταυτοποίηση των ανθρώπων.

 

Πού οφείλεται, όμως, η ευρύτατη χρήση και η μεγάλη επιτυχία των διαφόρων τεστ DNA; Προφανώς στην απίστευτη ευαισθησία της μεθόδου, δηλαδή στη δυνατότητα ανίχνευσης του DNA ακόμη και στα πιο ελάχιστα και αόρατα ενοχοποιητικά στοιχεία. Αλλά και στην ταχύτητα εκτέλεσης και την αυτοματοποίηση των πρωτοκόλλων ανάλυσης: πλην ορισμένων σημαντικών εξαιρέσεων, αρκούν μερικές ώρες για να καταλήξουν οι ειδικοί στο γενετικό προφίλ του υπόπτου. Τέλος, στη μεγάλη ακρίβεια των αποτελεσμάτων, δεδομένου ότι οι διαθέσιμες τεχνικές επιτρέπουν συνήθως την ακριβή ταυτοποίηση των ατόμων.

 

Παρ' όλα αυτά, αξίζει να σημειωθεί ότι η προσφυγή σε τεστ DNA δεν προσφέρει πάντοτε τα επιθυμητά αποτελέσματα στις εγκληματολογικές έρευνες. Για παράδειγμα, τα ίχνη που εντοπίζονται στον τόπο του εγκλήματος είναι συχνά ανεπαρκή ή και αναμεμειγμένα με γενετικά ίχνη άλλων ατόμων. Σε αυτές τις περιπτώσεις η εξαγωγή και η εργαστηριακή ανάλυση του DNA δεν είναι καθόλου εύκολες. Και τα συμπεράσματα που εξάγονται είναι επισφαλή, αν όχι παραπλανητικά.

 

Εκ γενετής δολοφόνοι;

 

Γιατί άραγε ορισμένοι άνθρωποι εκδηλώνουν μια ακραία επιθετική και αντικοινωνική συμπεριφορά που ενδέχεται να τους οδηγήσει σε φονικές πράξεις, ενώ κάποιοι άλλοι όχι; Μήπως οι ακραίες πράξεις βίας, όπως η ανθρωποκτονία, δεν εξαρτώνται από τον κοινωνικά εύπλαστο εγκέφαλο, αλλά καθορίζονται από «δολοφονικά γονίδια»;

 

Η ανάπτυξη της γενετικής μηχανικής επέτρεψε τον εντοπισμό και την ταυτοποίηση ορισμένων γονιδιακών παραλλαγών που φαίνεται να σχετίζονται με τη βίαιη συμπεριφορά. Για παράδειγμα, από το 2002 επιχειρούν να αναγάγουν τις εκδηλώσεις επιθετικότητας στην παρουσία ενός αλληλόμορφου του γονιδίου MAO-A. Το γονίδιο αυτό ελέγχει τη σύνθεση ενός ενζύμου (ΜονοΑμινική Οξειδάση Α), το οποίο διασπά τη σεροτονίνη στο εσωτερικό του εγκεφάλου. Η σεροτονίνη με τη σειρά της συνδέεται με τις αντιδράσεις άγχους και πανικού.

 

Διαπίστωσαν όμως ότι η έκφραση του συγκεκριμένου γονιδίου –όπως εξάλλου συμβαίνει με τα περισσότερα γονίδια– εξαρτάται από εξωγενείς παράγοντες. Για μια ακόμη φορά επιβεβαιώνεται πως η αναγωγή στα γονίδιά μας μιας πολυσύνθετης ανθρώπινης συμπεριφοράς –όπως η δολοφονική βία– δεν είναι ούτε εύκολη ούτε προφανής.

 

Ενα πολύ συνηθισμένο σφάλμα είναι να περνάμε –εντελώς αυθαίρετα– από την ανάλυση και την ταυτοποίηση της αλληλουχίας του DNA στην υποτιθέμενη ταυτοποίηση των γονιδίων που καθορίζουν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και τα ατομικά γνωρίσματα των ανθρώπων. Εντούτοις, όσο βέβαιο είναι ότι τα γονίδιά μας αποτελούνται από DNA άλλο τόσο βέβαιο είναι ότι τα ιδιαίτερα ανθρώπινα χαρακτηριστικά δεν κωδικοποιούνται από μεμονωμένα γονίδια! Αντίθετα, οι ειδικοί είναι πλέον πεπεισμένοι ότι τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε ανθρώπου εξαρτώνται από πολύπλοκους πολυγονιδιακούς και επιγενετικούς παράγοντες. Κοντολογίς, είναι απολύτως ανέφικτο να χρησιμοποιήσουμε τα τεστ DNA για να προβλέψουμε την ενδεχόμενη εγκληματική προδιάθεση των ατόμων.

 

Ουδείς σοβαρός μοριακός γενετιστής θα τολμούσε να μιλήσει σήμερα για γονίδια που, από μόνα τους, μας προδιαθέτουν σε εκδηλώσεις δολοφονικής βίας.

 

Βιολογικά ή κοινωνικά εγκλήματα;

 

Κάθε προσπάθεια επιστημονικής εξήγησης της ανθρώπινης εγκληματικότητας ενέχει πάντοτε τον κίνδυνο να λειτουργήσει νομιμοποιητικά: εκλογικεύοντας και δικαιολογώντας «επιστημονικά» τις πλέον απάνθρωπες και αντικοινωνικές πράξεις βίας.

 

Οπως προκύπτει από πλήθος σχετικών ερευνών, κάθε άνθρωπος διαθέτει όντως «εκ γενετής» μια βιολογική προδιάθεση για επιθετική συμπεριφορά. Ομως, στην πλειονότητα των περιπτώσεων, αυτή η γενετική προδιάθεση δεν είναι καθόλου αιμοδιψής ή παράλογη• αντίθετα, επαναρρυθμίζεται και προσαρμόζεται αδιάκοπα στις εξωτερικές κοινωνικές-πολιτισμικές συνθήκες, ώστε να διασφαλίζεται η επιβίωση του ατόμου στο κοινωνικό του περιβάλλον.

 

Παραδόξως, χάρη στην ανεπτυγμένη νοημοσύνη του, ο άνθρωπος κατάφερε να «παρακάμψει» την ενστικτώδη και άρα γονιδιακή επιταγή: Ου φονεύσεις τον συνάνθρωπόν σου εκτός κι αν απειλείται η ζωή σου. Ενώ τα περισσότερα είδη ζώων δεν παραβιάζουν τη σχεδόν καθολική απαγόρευση της δολοφονικής βίας ανάμεσα σε μέλη του ίδιου είδους (ενδοειδική βία), οι άνθρωποι το κάνουν πολύ συχνά, επειδή θεωρούν τους άλλους ως μη ανθρώπινα ή υπάνθρωπα όντα. Ετσι αν, μετά από πολύχρονη ρατσιστική προπαγάνδα, πεισθώ ότι κάποιοι συνάνθρωποί μου ανήκουν σε διαφορετικό «είδος» ή «ράτσα», μπορώ αδίστακτα, ή έστω πολύ πιο εύκολα, να τους δολοφονήσω, χωρίς καθόλου τύψεις για την αποτρόπαιη πράξη μου!

 

Το γεγονός αυτό αποτελεί μια σαφέστατη ένδειξη για τις εξαιρετικά περίπλοκες και οπωσδήποτε αμφίδρομες σχέσεις μεταξύ φύσης και πολιτισμού στην ανθρώπινη συμπεριφορά. Η τυφλή βία και εγκληματικότητα δεν μπορεί να θεωρηθούν απλώς ως τα προϊόντα της ατομικής και «εγωιστικής» έκφρασης κάποιων δολοφονικών γονιδίων ή των ενστίκτων μας, αλλά μάλλον το αποτέλεσμα των περίπλοκων αλληλεπιδράσεων της ανθρώπινης βιολογίας με τις εκάστοτε απάνθρωπες κοινωνικές συνθήκες.

 

Ωστόσο, η προβολή αποκλειστικά γονιδιακών ή νευροεγκεφαλικών «εξηγήσεων» σε συνδυασμό με τη συστηματική αποσιώπηση και την επιλεκτική παράβλεψη των κοινωνικών-οικονομικών αιτιών της εγκληματικότητας ενέχει δύο πολύ σοβαρούς κινδύνους: αφενός υπονομεύει την αυθεντία της καθιερωμένης νομικής εξουσίας, προϊδεάζοντάς μας για την έλευση νέων και πιο βάρβαρων μορφών κοινωνικής αυθαιρεσίας, και αφετέρου ανοίγει τον δρόμο για καινοφανείς –άρα κοινωνικά ανεξέλεγκτες– εφαρμογές των κατακτήσεων της επιστήμης.

 

Πάντως, η εξήγηση για την εσκεμμένη και συστηματική παραγνώριση των κοινωνικών-οικονομικών αιτιών της εγκληματικότητας, αλλά και για την παράλληλη αστυνομική-δικαστική αξιοποίηση των κατακτήσεων της γενετικής και της νευροεπιστήμης, θα πρέπει να αναζητηθεί στην κυρίαρχη πλέον επιλογή της σύγχρονης βιοεξουσίας να αντιμετωπίζει τους ανθρώπους ως ανώνυμες βιολογικές μονάδες και όχι ως «πρόσωπα» υπεύθυνα για τις πράξεις τους.

 

………………………………………………………………………….. 

 

Η βιολογική ταυτότητα ως κριτήριο αθωότητας-ενοχής

 

getFile (44)Οι τρέχουσες και επικρατέστερες νομικές-κοινωνικές αντιλήψεις θεωρούν μάλλον εύλογη, αν όχι επιβεβλημένη, την ανάγκη επιστημονικής «εξήγησης» και τεκμηρίωσης -με γονιδιακούς ή νευροβιολογικούς όρους- κάθε κοινωνικά αποκλίνουσας και εγκληματικής συμπεριφοράς.

 

Στο αγγλοσαξονικό ποινικό σύστημα, για παράδειγμα, κάθε κατηγορούμενος για ένα ή περισσότερα αποτρόπαια εγκλήματα απαλλάσσεται από κάθε ποινικό αδίκημα αν το δικαστήριο βεβαιωθεί ότι δεν είναι σε θέση να διακρίνει το «καλό» από το «κακό» εξαιτίας κάποιας γενετικής ασθένειας ή επίκτητης εγκεφαλικής δυσλειτουργίας.

 

Σήμερα, σε όλες τις ανεπτυγμένες χώρες, όταν οι δικαστικές αρχές αντιμετωπίζουν σοβαρά εγκλήματα, λαμβάνουν πλέον πολύ σοβαρά υπόψη εκτός από τα καθιερωμένα τεστ DNA και τις νευροεγκληματολογικές αναλύσεις που συσχετίζουν τη δομή και τη λειτουργία του εγκεφάλου με τη «φυσιολογική» ή την «παθολογική» κοινωνική συμπεριφορά.

 

Για παράδειγμα, στη γειτονική μας Ιταλία, οι νευροβιολογικές γνωματεύσεις έπαιξαν αποφασιστικό ρόλο στην τελική κρίση του δικαστηρίου για μια περίπτωση παιδεραστίας. Το κατηγορητήριο στην προκειμένη περίπτωση στηριζόταν αποκλειστικά στη μαρτυρία και τις αναμνήσεις ενός τρίχρονου κοριτσιού. Οι συνήγοροι υπεράσπισης κατάφεραν να πείσουν το δικαστήριο ότι δεν θα μπορούσε να βασιστεί σε αυτήν τη μαρτυρία.

 

Και ο λόγος; Απλός και αυστηρά νευροβιολογικός: τα παιδιά αυτής της ηλικίας είναι βέβαιο ότι δεν έχουν διαμορφώσει ακόμη τις κατάλληλες εγκεφαλικές δομές που προαπαιτούνται για την ύπαρξη αξιόπιστης δηλωτικής μνήμης. Με άλλα λόγια, δεν είναι ακόμη σε θέση να διαμορφώνουν παγιωμένες και ακριβείς αναμνήσεις αναφορικά με πραγματικές καταστάσεις ή συμβάντα.

 

Ο μεγάλος αριθμός νευροεγκληματολογικών ερευνών και, πρωτίστως, οι γνωματεύσεις διακεκριμένων νευροεπιστημόνων συνέβαλαν αποφασιστικά το 2005 στην απόφαση της Ανώτατης Δικαστικής Αρχής των ΗΠΑ να κρίνει ως οριστικά αντισυνταγματική την επιβολή θανατικής ποινής σε ανήλικα άτομα.

 

Στη σχετική εισήγησή του προς το αμερικανικό συμβούλιο των εννέα ανώτατων δικαστικών, ο Ρούμπεν Γκουρ, διεθνούς κύρους νευροεπιστήμονας του Πανεπιστημίου της Πενσιλβάνια, υποστήριξε ότι τα ανήλικα άτομα δεν μπορούν να θεωρούνται υπεύθυνα για τα εγκλήματα που διαπράττουν αφού δεν είναι σε θέση να ελέγχουν επαρκώς τις ενορμήσεις τους. Και αυτό γιατί οι νευρώνες του προμετωπιαίου φλοιού, που παίζει αποφασιστικό ρόλο στον έλεγχο της συμπεριφοράς, δεν ολοκληρώνουν την ανάπτυξη και την οριστική συνδεσμολογία τους παρά μόνο μετά το εικοστό έτος της ηλικίας ή και αργότερα!

 

Αυτό το επιστημονικό δεδομένο και νομικό προηγούμενο θα έπρεπε να λαμβάνεται σοβαρά υπ' όψιν και από τα δικαστήρια του τόπου μας, όταν με περισσή ελαφρότητα καταδικάζουν νεαρούς υπόπτους εφηβικής βίας και εγκληματικότητας.

 

 

 

Scroll to top