Ξεκίνησε ως ηθοποιός σε παραστάσεις του Σπύρου Ευαγγελάτου που άφησαν εποχή. Με τη δημιουργία της «Σκηνής» το 1981, βγαίνει στην επιφάνεια ο σκηνοθέτης που έβαλε ηθοποιούς και κοινό στα δύσκολα, τα ουσιαστικά και τα ωραία
Της Εφης Μαρίνου
Ο Λευτέρης Βογιατζής γεννήθηκε στην Αθήνα το 1945. Σπούδασε αγγλική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, παρακολούθησε για δύο χρόνια το Ράινχαρτ Σεμινάρ στη Βιέννη και τελείωσε τη Δραματική Σχολή Κ. Μιχαηλίδη στην Αθήνα. Στο θέατρο εμφανίζεται για πρώτη φορά το 1973 παίζοντας τον ρόλο της Γιαγιάς στον «Κυριακάτικο περίπατο» σε σκηνοθεσία Γ. Μιχαηλίδη και μετά στα έργα «Μπουλουκτζήδες», «Κομέντια», «Δίκη των εξ», «Ιστορίες από το δάσος της Βιέννης».
Στη συνέχεια συνεργάζεται με τον Σπύρο Ευαγγελάτο από την πρώτη κιόλας παράσταση του «Αμφι-θεάτρου», τον «Ερωτόκριτο» (1975), στην οποία κρατούσε τον ρόλο του Ποιητή. Ακολούθησε μια σειρά σημαντικών παραστάσεων, όπως μια «Λυσιστράτη» (1976) μόνο με άνδρες, με τον ίδιο στον πρωταγωνιστικό ρόλο, αλλά και «Οδύσσεια», «Γενοβέφα», «Βάτραχοι», «Τίτος Ανδρόνικος», «Πλούτος», «Ταρτούφος» (στον κεντρικό ρόλο), «Ψυχοστασία».
Συμμετέχει στην Ελεύθερη Σκηνή στην επιθεώρηση «Αναντάμ-παπαντάμ», όπου το γνωστό ήδη κωμικό του ταλέντο απογειώνεται σε ένα απολαυστικό νούμερο μάνας-κόρης με τον Μίμη Χρυσομάλλη, ενώ τραγουδάει μοναδικά και το «Yellow Thlipsis» του Λουκιανού Κηλαηδόνη, αφιερωμένο στον αιώνιο έρωτα του καλλιτέχνη για τη σκηνή. Το επόμενο βήμα του ήταν να πρωταγωνιστήσει δίπλα στην Ελλη Λαμπέτη στη «Σάρα».
Ο Δικαστής Αδάμ της «Σπασμένης στάμνας»
Και, ξαφνικά, το 1981 έρχεται η στιγμή να πάρει μεγαλύτερη καλλιτεχνική ευθύνη για το ελληνικό θέατρο. Μαζί με τους Βασίλη Παπαβασιλείου, Αννα Κοκκίνου, Τάσο Μπαντή, Σμαράγδα Σμυρναίου, Δημήτρη Καταλειφό και Ράνια Οικονομίδου ιδρύουν την Εταιρεία Θεάτρου «Η Σκηνή» . Στο διάστημα λειτουργίας της, από το 1982 μέχρι το 1987, αρχίζει βήμα βήμα η ουσιαστική ανανέωση του ελληνικού θεάτρου. Από το πρώτο κιόλας έργο, τη «Σπασμένη στάμνα» του Χάινριχ φον Κλάιστ, στο θεατράκι της Οδού Κυκλάδων, για το οποίο τους στήριξε οικονομικά ο Δημήτρης Χορν, παραμιλάει η Αθήνα. Ο Λευτέρης Βογιατζής συνσκηνοθετεί με τον Βασίλη Παπαβασιλείου και ερμηνεύει μοναδικά τον Δικαστή Αδάμ.
Ακολουθούν «Οι αγροίκοι» του Κάρλο Γκολντόνι, «Συμφορά από το πολύ μυαλό», του Α. Γκριμπογιέντοφ, «Σε φιλώ στη μούρη…» του Γιώργου Διαλεγμένου (Μήτσος), για το οποίο ο Λευτέρης Βογιατζής τιμάται με το βραβείο σκηνοθεσίας Κάρολου Κουν 1986-1987.
«Θείος Βάνιας», Κεχαΐδης, Διαλεγμένος
Ηδη είχε καταλάβει πως ήθελε και μπορούσε να σκηνοθετήσει. Η ομάδα διαλύεται και το 1988 ιδρύει μόνος του πια τη «Νέα Σκηνή», πάντα στο θεατράκι της οδού Κυκλάδων. Aρχίζει η θριαμβευτική περίοδος της καριέρας του με παραστάσεις που αφήνουν εποχή, αλλάζουν τα δεδομένα, σε συνεργασία με νέους ηθοποιούς και ένα ρεπερτόριο με κλασικά αλλά και νεοελληνικά έργα. Από τους σταθερούς συνεργάτες του μέχρι τέλος ο Λευτέρης Παυλόπουλος στους φωτισμούς, η Τζένη Μαστοράκη και η Χρύσα Προκοπάκη στις μεταφράσεις, η Χλόη Ομπολένσκι στα σκηνικά και τα κοστούμια, ο Γιώργος Σκεύας στα βίντεο.
Το 1989 σκηνοθετεί τον «Θείο Βάνια» του Αντον Τσέχοφ κρατώντας τον ομώνυμο ρόλο. Ελένα η Ολια Λαζαρίδου και Σόνια η Λυδία Κονιόρδου. Το 1991 παρουσιάζει για πρώτη φορά το έργο του Τόμας Μπέρνχαρντ «Ρίττερ, Ντένε, Φος».
Το 1989 αρχίζει η γόνιμη περιπέτειά του με το αρχαίο δράμα. Ιδρύει το Εργαστήριο Αρχαίου Δράματος τριετούς φοίτησης. Αποφοιτούν δώδεκα μαθητές. Το 1992 σκηνοθετεί με αυτούς την «Αντιγόνη» του Σοφοκλή σε κλειστό χώρο με κυρίαρχη την «ένταση του τραγικού ψιθύρου». Με τους μαθητές του εργαστηρίου, συνεχίζει τη διερεύνησή του στον ελληνικό ποιητικό λόγο ανεβάζοντας το 1993 την αναγεννησιακή κρητική κωμωδία «Κατσούρμπος» του Γ. Χορτάτση (Θ. Ευθυμιάδης, Ρ. Σχίζα, Κ. Σαμαρά, Τ. Χάνος κ.ά.).
Το 1995 κάνει ακόμα μια μεγάλη επιτυχία σκηνοθετώντας την κωμωδία των Δημήτρη Κεχαΐδη-Ελένης Χαβιαρά «Με δύναμη από την Κηφισιά» με μια διανομή που θα μείνει στην ιστορία: Μουτούση, Σκουλά, Κατσανδρή, Παπαδοπούλου. Σειρά έχει ένας διαφορετικός από τα συνηθισμένα «Μισάνθρωπος» του Μολιέρου (1996), με τον ίδιο στον ρόλο του Αλσέστ. Το καλοκαίρι του ίδιου χρόνου συμμετέχει στην Επίδαυρο στην «Ελένη» του Ευριπίδη σε σκηνοθεσία Γιάννη Χουβαρδά παίζοντας τον Μενέλαο.
Το 1998 ανεβάζει ένα ακόμα έργο του Γιώργου Διαλεγμένου, «Η νύχτα της κουκουβάγιας» (Ιων), με μια γερή διανομή (Γεράσιμος Γεννατάς, Δέσποινα Γκάτζιου, Ελένη Κοκκίδου, Γιάννης Νταλιάνης, Μαρία Σκουλά, Ράνια Σχίζα, Ιωάννα Τσιριγκούλη, Νίκος Χατζόπουλος), που σημειώνει τεράστια επιτυχία. Η παράσταση τιμάται με το βραβείο σκηνοθεσίας «Φώτος Πολίτης» καθώς και το βραβείο «Κάρολος Κουν». Η σχέση του Βογιατζή με τον Γιώργο Διαλεγμένο ήταν συγκρουσιακή, παρόλο που τα έργα του τελευταίου γνώρισαν το ιδανικό τους ανέβασμα στα χέρια του. Κάποτε μάλιστα είχαν οδηγηθεί στα δικαστήρια. Ο ίδιος ο Διαλεγμένος έλεγε: «Ως ισχυρές προσωπικότητες που αγαπάμε με τρόπο ακραίο το θέατρο, είναι επόμενο να σκοτωνόμαστε. Ενα βράδυ σε μια ταβέρνα μού λέει: “Πρέπει οι δυο μας να παίξουμε Σέξπιρ. Εσύ τον Αμλετ κι εγώ τον Κλαύδιο”. “Αγάπη μου”, του λέω, “δεν θα προλάβουμε. Μετά από μια εβδομάδα, οι εφημερίδες θα γράφουν: αριστερά το θύμα και δεξιά ο φονιάς”»…
Η διαγραφή από το ΣΕΗ
Το 1999 σκηνοθετεί για το Εθνικό Θέατρο «Πέρσες» του Αισχύλου στην Επίδαυρο. Το Σωματείο Ελλήνων Ηθοποιών ζητά τη διαγραφή είκοσι δύο ηθοποιών επειδή παραβίασαν το προβλεπόμενο ωράριο των δοκιμών. Το γεγονός προκαλεί θύελλα αντιδράσεων. Ο ίδιος ο Λευτέρης Βογιατζής σχολίασε: «Ενα καταστατικό είναι σωστό όταν προστατεύει κάποιους τους οποίους εκμεταλλεύονται κάποιοι άλλοι. Οταν ένας ηθοποιός θέλει να κάνει μια ώρα πρόβα επιπλέον, αυτό τιμωρείται; Και όταν ο σκηνοθέτης δουλεύει ο ίδιος 10 και 15 ώρες, για να μπορέσει να κάνει πρόβα με όλους τους ηθοποιούς, στην περίπτωσή του τι ισχύει;». Το ΣΕΗ πάντως τον διέγραψε!
Το 2000 μας γνωρίζει ένα άπαιχτο στην Ελλάδα έργο του Χάρολντ Πίντερ: το αριστούργημα «Τέφρα και σκιά», συμπρωταγωνιστώντας (Ντέβλιν) με τη Ρένη Πιττακή. Το 2001 ξεσπιτώνεται. Μετακομίζει προσωρινά στο θέατρο «Ροές» και μας συστήνει την Αγγλίδα συγγραφέα Σάρα Κέιν με μια πολύ τολμηρή παράσταση του έργου της «Καθαροί πια», παίζοντας και ο ίδιος μαζί με τους Αμαλία Μουτούση, Θάνο Σαμαρά, Γιάννο Περλέγκας, Χρήστο Λούλη, Αλεξία Καλτσίκη.
Το 2003 επιστρέφει στο ανακαινισμένο θέατρό του και στο νεοελληνικό έργο: ανεβάζει την πρώτη του Λούλα Αναγνωστάκη, «Σ' εσάς που με ακούτε». Και μετά πάλι Σάρα Κέιν, το δύσκολο έργο της «Λαχταρώ». Το 2004 επιστρέφει στον Μολιέρο με το υπέροχο «Σχολείο των γυναικών», για το οποίο το θεατράκι της Οδού Κυκλάδων μεταμορφώνεται. Σκηνοθετεί και παίζει τον Αρνόλφο. Μια αποκάλυψη υποκριτική η Αγγελική Παπούλια, αλλά και ο Νίκος Κουρής.
Το 2005 σκηνοθετεί και παίζει (Ιων) σ' ένα καινούργιο έργο του Γιώργου Διαλεγμένου, το «Bella Venezia», κι αυτή τη φορά βγάζει στο θέατρο μια σπουδαία ηθοποιό: την Εύη Σαουλίδου. Και για το έργο αυτό αποσπά το βραβείο «Κάρολος Κουν».
Το 2006 σκηνοθετεί στο διπλανό θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας τις Ρένη Πιττακή, Μπέττυ Αρβανίτη και Μάγια Λυμπεροπούλου στις «Δούλες» του Ζαν Ζενέ. Τον ίδιο χρόνο παρουσιάζει στην Επίδαυρο την «Αντιγόνη» του Σοφοκλή ερμηνεύοντας τον Κρέοντα, σε έναν θρίαμβο καλλιτεχνικό και εμπορικό, που επαναλήφθηκε και το επόμενο καλοκαίρι ενώ ταξίδεψε και σε διεθνή φεστιβάλ. Μαζί του οι Αμαλία Μουτούση, Νίκος Κουρής, Δημήτρης Ημελλος, Εύη Σαουλίδου.
Το 2007 σκηνοθετεί σε συνεργασία με τον Γιώργο Σκεύα την «Ημερη» του Φ. Ντοστογιέφσκι και παίζει. Το 2008 ανεβάζει στο Εθνικό τον «Πρίγκιπα του Χόμπουργκ» του Κλάιστ και τον επόμενο χρόνο σκηνοθετεί και παίζει μαζί με τον Δημήτρη Ημελλο, στο θέατρό του, το συγκλονιστικό ψυχογράφημα του Χάουαρντ Μπάρκερ «Υστατο σήμερα». Το 2010 σκηνοθετεί τον «Τόκο» του Δημήτρη Δημητριάδη στο Φεστιβάλ Αθηνών.
Τελευταία του παράσταση στην Οδό Κυκλάδων το «Θερμοκήπιο» του Χάρολντ Πίντερ (2011), έργο που προετοίμαζε μήνες τώρα για να επαναληφθεί και φέτος, αλλά η αρρώστια του ανέβαλλε συνεχώς την πρεμιέρα. Το σίγουρο είναι ότι κανείς δεν θα ξεχάσει τον «Αμφιτρύωνα» του Μολιέρου, που έκανε μια θριαμβευτική πρεμιέρα πέρσι το καλοκαίρι στην Επίδαυρο, παράσταση με το Εθνικό, που επαναλήφθηκε και αποθεώθηκε σ' ένα ασφυκτικά γεμάτο Ηρώδειο.
……………………………………………….
Με τα δικά του λόγια
«Οταν πεθάνω θα συζητούν για το έργο ή την «παραξενιά» μου;»
Για τον μύθο τού απαιτητικού σκηνοθέτη: «Ολα αυτά είναι ψέματα, σαχλαμάρες. Είναι κουραστικό να ανακυκλώνουμε συνεχώς αυτό το μη θέμα. Δηλαδή, αν αύριο πεθάνω, θα συζητούσαν για την ουσία του έργου μου ή για το πόσο «παράξενος» ήμουν; Κι έπειτα, γιατί είναι κακό πράγμα οι δυσκολίες; Τι αξία έχει το θέατρο χωρίς αυτές; Αλλά έχουμε συνηθίσει σ' ένα σύστημα παιδείας που, αντί να εκπαιδεύει στη διαδικασία επίλυσης προβλημάτων, διδάσκει πως να μην τα βλέπεις. Δεν είναι φυσιολογικό, δικαιολογημένο, να παλεύεις στη δουλειά σου; Αλλος ευτυχεί μέσα σ' αυτή τη διαδικασία κι άλλος δυστυχεί. Το να επιμένεις σε λύσεις μπορεί να σημαίνει κάτι και συγχρόνως να μην σημαίνει τίποτα».
Για τους εχθρούς και «φίλους»: «Δεν σου δίνει αξία το να έχεις εχθρούς. Ξέρεις πόσο δυσάρεστο είναι; Γεννιέται μέσα σου ο παράλογος φόβος, από πού κι ώς πού με μισούν; Το ίδιο φριχτή είναι η αλαζονεία ότι το «μεγαλείο» σου μπορεί να δημιουργεί εχθρούς. Δηλαδή, μια άθλια παγίδα».
Για την καθημερινότητά του: «Κοιμάμαι αργά, ξυπνώ αργά και χάνω τη μέρα. Φεύγω από το θέατρο, πηγαίνω σπίτι και δεν κάνω τίποτα. Την τηλεόραση την κατέστρεψε η καταιγίδα, να διαβάσω δεν μπορώ χρόνια τώρα, ούτε τη μεγάλη μου αγάπη, μυθιστορήματα. Δεν παίρνω χάπια γιατί το έκανα κάποτε με ολέθριο αποτέλεσμα. Αντί να κοιμηθώ, έμεινα ξύπνιος σε κατάσταση υπνηλίας να κυνηγάω τον γάτο. Δεν θα υπήρχα χωρίς αυτόν. Εκείνος όμως δεν με εκτιμά καθόλου. Με παιδεύει. Ετοιμάζομαι, ας πούμε, για την Ανδρο. Τον φωνάζω, έχω ψάξει σ' όλο τον Λυκαβηττό, έχω χάσει δύο πλοία, τίποτα. Τον βρίσκω σ' ένα από τα μπαλκόνια μέσα στη γλάστρα να με κοιτάζει ασυγκίνητος. Είναι ο Φανερωμένος επειδή τον βρήκα μωρό, με υποκοριστικό Φανερούλης»…
Για τη θνητότητα: «Ο Δημητριάδης στον «Τόκο» διατείνεται ότι, αν στοχαστούμε πραγματικά πάνω στον θάνατο, αν αντιληφθούμε τη θνητότητά μας και συμφιλιωθούμε, θ' αλλάξει η συμπεριφορά μας, άρα και η ζωή. Αυτό είναι σωστό, αλλά άδικο επίσης για κείνον που παλεύει να βρει τρόπους να ζήσει.
»Κανένας δεν είναι πραγματικά συμφιλιωμένος με το τέλος. Δεν βοηθά ο πολιτισμός τόσων αιώνων, οι θρησκείες, ο τρόπος που μεγαλώνουμε, που εκπαιδευόμαστε».
ΔΙΑΒΑΣΤΕ:
ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ Θα μας ξαναμαζέψει για τελευταία φορά στην οδό Κυκλάδων
«Είχε κάτι από Μπάστερ Κίτον και Τζέρι Λιούις»
Ο άνθρωπος που άλλαξε το ελληνικό θέατρο
«Μπαίνουμε σε εποχή νέας αγραμματοσύνης»




