→Τα καλά νέα είναι ότι ο Μπερλουσκόνι απομακρύνεται από τη σκηνή και χωρίς καμία πολιτική αξιοπιστία, αλλά τα κακά νέα είναι ότι η κυβέρνηση Λέτα μένει όρθια, μια κυβέρνηση που εφαρμόζει καταστροφικές πολιτικές, ιδιωτικοποιεί τα πάντα και παραβιάζει κατοχυρωμένα από το Σύνταγμα εργασιακά δικαιώματα
Του Μιχάλη Ψύλου
Η οπερέτα τελείωσε. Μαζί και ο πολιτικός βίος του καβαλιέρε. Μπορεί να μονοπώλησε την πολιτική σκηνή της Ιταλίας τις δύο τελευταίες δεκαετίες, να εξελέγη τρεις φορές πρωθυπουργός, αλλά το τέλος του σόου ήταν αρκούντως ταπεινωτικό για τον 77χρονο Σίλβιο Μπερλουσκόνι. Ο πρώην πρωθυπουργός όχι μόνο αναγκάστηκε σε μια ταπεινωτική ήττα, αλλά είδε και το κόμμα που ο ίδιος ίδρυσε να εξεγείρεται εναντίον του και να βρίσκεται στα πρόθυρα της διάσπασης. Οσο και αν επιχειρήσει να επηρεάσει και πάλι παρασκηνιακά την πολιτική ζωή της Ιταλίας από τη βίλα του στο Σαν Μαρτίνο στα περίχωρα του Μιλάνου ή τη Βίλα Τσερτόζα στο Πόρτο Ροτόντο της Σαρδηνίας, ο καβαλιέρε είναι πολιτικά νεκρός.
Μας πώς ήταν δυνατόν «ο χειρότερος τσαρλατάνος της ευρωπαϊκής πολιτικής κατά τη μεταπολεμική περίοδο» κατά τη γερμανική εφημερίδα «Tagesspiegel» να «κρατούσε όμηρο την Ιταλία τα τελευταία 20 χρόνια;» διερωτάται το επίσης γερμανικό περιοδικό «Spiegel». Βάζοντας το προσωπικό του όφελος πάνω από τα συμφέροντα 60 εκατομμυρίων Ιταλών;
Ο Μπερλουσκόνι κατόρθωσε να γίνει ο πιο δημοφιλής εν ζωή πολιτικός στην Ιταλία, γιατί, όπως εύστοχα έγραψε το «Spiegel» «η Ιταλία έπαιρνε αυτό που ήθελε από αυτόν». Ο καβαλιέρε εξέφραζε κατ’ αρχάς τις διαθέσεις μεγάλης μερίδας του ιταλικού λαού και αποτελούσε δυστυχώς το πρότυπό του: Τον έστω και σκοτεινής προέλευσης πλουτισμό, την απεριόριστη τηλεοπτική ισχύ, την προσωπική χυδαιότητα εναντίον οποιουδήποτε προβάλλει αντιρρήσεις, τον κτηνώδη αντικομμουνισμό, ακόμη και τις φιλοφασιστικές ιδέες. Για να είμαστε ειλικρινείς, πάντως, όλα δεν αναιρούν την πολιτική ιδιοφυΐα του και την εκμετάλλευση της οργής και της απόγνωσης μεγάλης μερίδας των εργαζομένων, που συνθλίβονται από την πολιτική της λιτότητας. Ηταν αυτός άλλωστε που υποχρέωσε την κυβέρνηση Λέτα να αποσύρει, τουλάχιστον για φέτος, την επιβολή του φόρου ακινήτων – το χαράτσι που είχε επιβάλει η προηγούμενη κυβέρνηση Μόντι στην κύρια κατοικία των φορολογουμένων. Ταυτόχρονα, ο Μπερλουσκόνι εξέφρασε πολιτικά μια σημαντική μερίδα της ιταλικής αστικής τάξης, που συνθλίβεται από τον άνισο ανταγωνισμό υπέρ του γερμανικού κεφαλαίου που έχει επιβάλει το Βερολίνο σε όλη την Ευρώπη. «Ο Μπερλουσκόνι εξυπηρετούσε τα συμφέροντα των μικρομεσαίων επιχειρηματιών, κυρίως εκείνων που συνθλίβονταν από τις εισαγωγές ανταγωνιστικών γερμανικών προϊόντων» γράφει η γαλλική «L’Humanité».
Ο καβαλιέρε δεν δίστασε, μάλιστα, τον τελευταίο χρόνο ιδιαίτερα, να κινηθεί δημαγωγικά κατά της πολιτικής της λιτότητας, με έντονα αντιγερμανικά χαρακτηριστικά, καθώς ο ίδιος ήταν σταθερά στρατευμένος στο αμερικανικό στρατόπεδο. Πριν από τις εκλογές του περασμένου Φεβρουαρίου τάχθηκε υπέρ της εξόδου της Ιταλίας από το ευρώ και επιτέθηκε με απίστευτη σφοδρότητα στη Γερμανία, κατηγορώντας την ότι έχει μετατρέψει την Ιταλία σε προτεκτοράτο της. «Εάν η Γερμανία δεν πειστεί ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα πρέπει να είναι μια κεντρική τράπεζα για όλες τις χώρες, εάν τα επιτόκια δεν πέσουν, αν δεν μπορούμε να βρούμε χρηματοδότηση, θα αναγκαστούμε να εγκαταλείψουμε το ευρώ ακόμη και αν αυτό θα υπονόμευε την ευρωζώνη» είχε δηλώσει πέρυσι τον Δεκέμβριο ο Μπερλουσκόνι, προκαλώντας αναταραχή στο Βερολίνο.
«Καταστροφική λιτότητα»
Η ελεγχόμενη από τον Μπερλουσκόνι εφημερίδα «Il Giornale» υποστήριξε, μάλιστα, ουσιαστικά ότι η Γερμανίδα καγκελάριος Ανγκελα Μέρκελ ήταν αυτή που «δωροδόκησε» το ιταλικό πολιτικό κατεστημένο για να εξοβελίσουν μια για πάντα τον καβαλιέρε από την πολιτική ζωή, υποσχόμενη ότι θα κάνει τα στραβά μάτια για το γεγονός ότι το δημοσιονομικό έλλειμμα της Ιταλίας έχει υπερβεί το 3%.
Το μεγάλο ερώτημα βέβαια είναι αν με την αποπομπή του Μπερλουσκόνι από το πολιτικό προσκήνιο θα βελτιωθεί η κατάσταση των εργαζομένων στη γείτονα. «Η κυβέρνηση Λέτα δεν είναι μια κυβέρνηση του λαού» γράφει το αμερικανικό περιοδικό «CounterPunch». «Είναι απλά μια κυβέρνηση που αντί να κυριαρχείται από τα συμφέροντα του ενός [Μπερλουσκόνι], ελέγχεται από το μεγάλο κεφάλαιο συνολικά. Το ιταλικό και το ξένο κεφάλαιο χρειάζονταν τις δύο τελευταίες δεκαετίες τον Μπερλουσκόνι για να αναχαιτίσει την Αριστερά όταν οι Χριστιανοδημοκράτες καταποντίστηκαν υπό το βάρος των σκανδάλων διαφθοράς στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Η χρησιμότητά του καβαλιέρε εξαντλήθηκε όμως από τότε που η ιταλική Αριστερά “εκσυγχρονίστηκε”, ξέκοψε από τον μαρξισμό, ξέχασε τους κοινωνικούς δημοκρατικούς στόχους και ξάπλωσε στο ίδιο κρεβάτι με τους πρώην ιστορικούς της αντιπάλους, μερικοί από τους οποίους μάλιστα συγχωνεύθηκαν με τους πρώην κομμουνιστές».
Οπως λέει ο Πάολο Φερέρο, ηγέτης της Κομμουνιστικής Επανίδρυσης, «τα καλά νέα είναι ότι ο Μπερλουσκόνι απομακρύνεται από τη σκηνή και χωρίς καμία πολιτική αξιοπιστία, αλλά τα κακά νέα είναι ότι η κυβέρνηση Λέτα μένει όρθια, μια κυβέρνηση που εφαρμόζει καταστροφικές πολιτικές, ιδιωτικοποιεί τα πάντα και παραβιάζει κατοχυρωμένα από το Σύνταγμα εργασιακά δικαιώματα». Ο οικονομολόγος Γουστάβο Πίγκα εκτιμά, μάλιστα, ότι η κυβέρνηση Λέτα θα εφαρμόσει τώρα ακόμη πιο «καταστροφική λιτότητα από εκείνη της προηγούμενης κυβέρνησης του Μάριο Μόντι». Σύμφωνα με τον Πίγκα, ο Μόντι είχε προγραμματίσει μείωση των δημοσίων δαπανών μεταξύ 2013 και 2017 κατά 0,4% του ΑΕΠ, ενώ ο Λέτα σχεδιάζει περικοπές ύψους 0,9% του ΑΕΠ. Και όλα αυτά με την ανεργία στο ιστορικά υψηλό για την Ιταλία ποσοστό του 12% και την οικονομία να παραμένει βυθισμένη στη μεγαλύτερη ύφεση από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.




