ΡΩΜΗ Του Θεόδωρου Ανδρεάδη – Συγγελλάκη
Πολλά τα στοιχήματα και λίγος ο χρόνος για την ιταλική πολιτική, αρχίζοντας από τον νεοεκλεγέντα γραμματέα του Δημοκρατικού Κόμματος, Ματέο Ρέντσι.
Ολοι γνωρίζουν, πλέον, ότι την Κυριακή που μας πέρασε έλαβε το 68% των προτιμήσεων στις ανοικτές εκλογές για την ανάδειξη του νέου επικεφαλής των Δημοκρατικών. Σε χρόνο ρεκόρ -πριν περάσουν είκοσι τέσσερις ώρες- παρουσίασε την κύρια ομάδα συνεργατών του (πέντε άνδρες και επτά γυναίκες με μέσο όρο ηλικίας τριάντα πέντε ετών) και βρισκόμαστε τώρα στη φάση της «αγιοποίησης».
Στα ιταλικά μέσα ενημέρωσης μπορεί να διαβάσει και να ακούσει κανείς «πόσο φωτογενής είναι ο Ματέο» και ότι «η σύζυγός του έχει σώμα που θυμίζει μοντέλο». Οταν βγούμε από το παραλήρημα του πολιτικού και προσωπικού μάρκετινγκ -ελπίζω σύντομα- θα μπορέσουμε να καταλάβουμε και τι σκοπεύει να κάνει ο τριανταοκτάχρονος αρχηγός της ιταλικής Κεντροαριστεράς.
Ο Ρέντσι ζητά άμεση αλλαγή του εκλογικού νόμου, να ξεπεραστεί ο ταυτόσημος ρόλος Βουλής και Γερουσίας και να μειωθούν κατά ένα δισεκατομμύριο ευρώ οι δημόσιες δαπάνες για τη συντήρηση του πολιτικού συστήματος. Συνάντησε ήδη τον Ενρίκο Λέτα και του είπε ότι «η πτώση της πολυκομματικής κυβέρνησης δεν είναι στην ημερήσια διάταξη», αλλά, παράλληλα, «επείγουν αποτελεσματικές και πειστικές απαντήσεις». Η κατάσταση, στο προοδευτικό στρατόπεδο, μοιάζει να έχει ως εξής: Οι Ρέντσι και Λέτα μπαίνουν, στο εξής, σε άμεσο και ουσιαστικό ανταγωνισμό. Ο πρώτος βιάζεται να μπορέσει να αναλάβει πρωθυπουργός, ο δεύτερος θέλει να συνεχίσει τη θητεία του ως επικεφαλής της κυβέρνησης, τουλάχιστον για ακόμη έναν χρόνο.
Από τη μία, ο Λέτα έχει εξασφαλίσει την ξεκάθαρη στήριξη του προέδρου της Δημοκρατίας, Τζόρτζιο Ναπολιτάνο, ο οποίος τάσσεται υπέρ της γνωστής φόρμουλας της «πολιτικής σταθερότητας». Από την άλλη όμως, ο δήμαρχος της Φλωρεντίας και νέος γραμματέας των Δημοκρατικών έχει κοινά συμφέροντα με τον Σίλβιο Μπερλουσκόνι και τον Μπέπε Γκρίλο.
Και οι τρεις ηγούνται των πολιτικών τους δυνάμεων χωρίς να έχουν εκλεγεί ή να βρίσκονται, πλέον, στο Κοινοβούλιο. Και οι τρεις θέλουν την άμεση αλλαγή του εκλογικού νόμου (έστω και αν υποδεικνύουν διαφορετικές λύσεις) για να μπορέσουν να προκηρυχθούν, στη συνέχεια, πρόωρες βουλευτικές εκλογές.
Αν ο Ματέο Ρέντσι μείνει για πολύ καιρό εκτός κυβέρνησης, κινδυνεύει «να καεί», να ταυτιστεί από τους ψηφοφόρους με το πολιτικό κατεστημένο που επιμένει, σε κάθε ευκαιρία, να χαρακτηρίζει ξεπερασμένο. Αν ο Σίλβιο δεν μπει σε προεκλογική τροχιά, μπορεί να χάσει την «άτυπη ασυλία» της πολιτικής του επιρροής, με σειρά δικαστικών υποθέσεων που βρίσκονται ακόμη σε εξέλιξη και ενδέχεται να οδηγήσουν ακόμη και σε προφυλάκισή του.
Ο δε Μπέπε Γκρίλο ποντάρει ξεκάθαρα στην κατάρρευση της κυβέρνησης Λέτα για να αποδείξει στους Ιταλούς ότι η συνεργασία Κεντροδεξιάς και Κεντροαριστεράς οδήγησε στο απόλυτο αδιέξοδο. Μέχρι τις ευρωεκλογές του Ιουνίου, λοιπόν, οι τόνοι της πολιτικής αντιπαράθεσης πρόκειται να ανέβουν αισθητά.
Οσο για την ιταλική κοινωνία, οι εξελίξεις των τελευταίων ωρών δείχνουν ξεκάθαρα ότι η κατάσταση είναι κάτι παραπάνω από έκρυθμη: η διαμαρτυρία των οδηγών φορτηγών κατά των φόρων και του ευρώ στηρίζεται από βιοτέχνες, εμπόρους, ανέργους και μετανάστες. Με διαδηλώσεις και μπλόκα σε όλη τη χώρα. Μπορεί να έχουν παρεισφρήσει ακροδεξιοί, βίαιοι φίλαθλοι και κουκουλοφόροι. Αλλά η ουσία της διαμαρτυρίας αυτής μας δείχνει ότι οι αντοχές πολλών Ιταλών έχουν σχεδόν εξαντληθεί.




