Της Βίκυς Καπετανοπούλου

Ο πρωθυπουργός της παλαιστινιακής κυβέρνησης εθνικής ενότητας Ράμι Χαμντάλα ορκίζεται στη Ραμάλα, ενώπιον του προέδρου Μαχμούντ Αμπάς
Τσουχτερό το νέο διπλωματικό χαστούκι της Ουάσινγκτον στο Τελ Αβίβ, μετά την ανακοίνωση των Αμερικανών ότι προτίθενται να συνεργαστούν με τη νέα μεταβατική κυβέρνηση εθνικής ενότητας των Παλαιστινίων και να συνεχίσουν να της χορηγούν οικονομική βοήθεια από τη στιγμή που στη σύνθεσή της δεν συμπεριλαμβάνονται στελέχη της Χαμάς. Η ορκωμοσία τη Δευτέρα του 17μελούς κυβερνητικού σχήματος, αποτελούμενου από τεχνοκράτες υπουργούς, σφράγισε την πρόσφατη συμφωνία συμφιλίωσης μεταξύ των δύο βασικών παλαιστινιακών οργανώσεων Φατάχ και Χαμάς βάζοντας (προσωρινό;) τέλος στην επταετή εμφύλια διαμάχη εξουσίας ανάμεσά τους με την επαναφορά ενιαίας διακυβέρνησης της Δυτικής Οχθης και της Γάζας από μία αρχή πλέον, που θα δρομολογήσει την πολυαναμενόμενη διενέργεια εκλογών στα παλαιστινιακά εδάφη.
Παρά τις φερόμενες διαβεβαιώσεις ότι δεν θα αναγνώριζε άμεσα τη νέα κυβέρνηση των Παλαιστινίων, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ «άδειασε» τον Ισραηλινό πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου χωρίς πολλές περιστροφές. «Με βάση όσα γνωρίζουμε τώρα, σκοπεύουμε να εργαστούμε με αυτή την κυβέρνηση αλλά θα [την] παρακολουθούμε στενά για να διασφαλίσουμε ότι θα υποστηρίξει τις αρχές που διακήρυξε ο πρόεδρος Μαχμούντ Αμπάς» δήλωσε η εκπρόσωπος του αμερικανικού υπουργείου Εξωτερικών, Τζεν Πσάκι, αναφερόμενη στη δέσμευση του προέδρου της Παλαιστινιακής Αρχής ότι η μεταβατική κυβέρνηση θα παραμείνει προσηλωμένη στην προώθηση της ειρήνευσης με το Ισραήλ με βάση τη δημιουργία δύο ανεξάρτητων κρατών. Λίγες ώρες αργότερα, Ε.Ε. και ΟΗΕ έσπευδαν να καλωσορίσουν με τη σειρά τους τη συγκρότηση του τεχνοκρατικού κυβερνητικού σχήματος στην Παλαιστίνη προαναγγέλλοντας τη συνεργασία μαζί της υπό τις προαναφερθείσες πάντα προϋποθέσεις.
Με την πλάτη στον τοίχο
«Ολοι όσοι γνήσια επιζητούν την ειρήνη πρέπει να απορρίψουν τον εναγκαλισμό της Χαμάς από τον πρόεδρο Αμπάς και, πάνω απ’ όλα, νομίζω πως οι ΗΠΑ πρέπει να του καταστήσουν απολύτως σαφές ότι η συμφωνία του με μια τρομοκρατική οργάνωση, που επιδιώκει την καταστροφή του Ισραήλ, είναι εντελώς απαράδεκτη» τόνισε ο Νετανιάχου, δηλώνοντας «βαθιά προβληματισμένος» από τις αντιδράσεις της διεθνούς κοινότητας και ειδικά της κυβέρνησης Ομπάμα. Οι σχέσεις των δύο παραδοσιακών συμμάχων παραμένουν ψυχρές και αμήχανες, ιδιαίτερα μετά την παταγώδη κατάρρευση των ειρηνευτικών συνομιλιών τον Απρίλιο, παρά τις επίπονες προσπάθειες και τα επενδεδυμένα συμφέροντα της Ουάσινγκτον.
Δεχόμενος ισχυρές πιέσεις από σκληροπυρηνικούς υπουργούς της κυβέρνησής του που κλιμακώνουν τις κορόνες όχι μόνο κατά της συνεργασίας της Παλαιστινιακής Αρχής με τους «τρομοκράτες» της Χαμάς, αλλά και κατά της «συνθηκολόγησης» των ΗΠΑ, ο Νετανιάχου έχει βρεθεί με την πλάτη στον τοίχο δυσκολευόμενος να απαντήσει στις απανωτές διπλωματικές πρωτοβουλίες του Αμπάς, τόσο σε εγχώριο όσο και σε διεθνές επίπεδο. Πρόσφατο παράδειγμα η μονομερής κίνηση της Παλαιστινιακής Αρχής να αιτηθεί την ένταξή της σε διεθνείς οργανισμούς και συμβάσεις. Παρά τις απειλές για επιβολή κυρώσεων, το περιθώριο ελιγμών του Τελ Αβίβ είναι περιορισμένο, καθώς τυχόν οικονομική και πολιτική κατάρρευση της παλαιστινιακής κυβέρνησης θα ανάγκαζε τους Ισραηλινούς να αναλάβουν οι ίδιοι την καθημερινή διαχείριση στα κατεχόμενα. Και είναι βέβαιο πως η προσάρτηση σημαντικού τμήματος της Δυτικής Οχθης, που περιλαμβάνει τους μεγάλους εβραϊκούς οικισμούς -την οποία ζητούν προκλητικά ακροδεξιοί υπουργοί- θα γύριζε μπούμπερανγκ, φέρνοντας το Ισραήλ ενώπιον ακόμα πιο έντονης διεθνούς κατακραυγής και απομόνωσης.




