Η απίστευτη ιστορία του Βέρνερ Στίλερ που από χωριατόπαιδο έγινε επιστήμονας, μετά πράκτορας, αποστάτησε, έγινε φοιτητής, κατόπιν εκατομμυριούχος χρηματιστής, πλεϊμπόι και πετυχημένος τραπεζίτης
Της Ελλης Πάνου
Πέρασε στη Δύση, κουβαλώντας δυο βαλίτσες με απόρρητα έγγραφα και μικροφίλμ. Κι έγινε η εμπροσθοφυλακή και το «αστέρι» της, στον ανελέητο πόλεμο σκιών με τον κομμουνιστή γείτονά της, σχεδόν έντεκα χρόνια πριν πέσει το Τείχος του Βερολίνου: το όνομά του Βέρνερ Στίλερ, ήταν αξιωματούχος της διαβόητης Στάζι, από τους πλέον διάσημους αποστάτες της Ανατολικής Γερμανίας και πολύτιμο «διαμάντι» στη συλλογή της CIA, μετέπειτα καπιταλιστής τραπεζίτης και ολίγον τυχοδιώκτης και σήμερα συνταξιούχος κάτοικος Ουγγαρίας.
Η ιστορία του Στίλερ κυκλοφορεί σε δύο εκδοχές. Μία «φτιασιδωμένη» που γράφτηκε από τον ίδιο τον Στίλερ, με την «ενθάρρυνση» των μυστικών υπηρεσιών της Δυτικής Γερμανίας και τον τίτλο «Ο Πράκτορας». Και μία άλλη, αποστασιοποιημένη, όπως παρατίθεται σε βιβλίο-έρευνα της καθηγήτριας Ιστορίας της Επιστήμης και της Τεχνολογίας, Κρίστι Μακράκις («Seduced by Secrets: Inside the Stasi’s Spy-Tech World») αλλά και σε ντοκιμαντέρ του σκηνοθέτη Ρούντολφ Χέρτζογκ, που μεταδόθηκε πριν από τρεις ημέρες από το γαλλο-γερμανικό δίκτυο ARTE, με εξομολογήσεις του ίδιου του πρωταγωνιστή.
Οπως και να 'χει, ο βίος και η πολιτεία του Στίλερ έχουν συναρπαστική πλοκή, από τη γέννηση του, το 1947: Παιδί παράνομης σχέσης της μητέρας του με έναν σιδηρουργό, μεγάλωσε σε ένα χωριό της Ανατολικής Γερμανίας, σπούδασε Φυσική στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας, δουλεύοντας παράλληλα ως σερβιτόρος. Παντρεύτηκε «για λίγο» την αγαπημένη του από το σχολείο και μετά γνώρισε μια όμορφη Ουγγαρέζα, την ερωτεύτηκε, την παντρεύτηκε κι αυτήν και μετακόμισε μαζί της στο Ανατολικό Βερολίνο, όπου ήταν και η καινούργια του δουλειά: το υπουργείο Εθνικής Ασφάλειας, όπου έπειτα από μια εξάμηνη «μαθητεία», άρχισε να εργάζεται με πλήρη απασχόληση το 1972.
Τέσσερα χρόνια αργότερα προήχθη, βραβεύτηκε για τη «δημιουργικότητά» του και τις «πλούσιες ιδέες» του και στρατολόγησε ο ίδιος τον πρώτο του Δυτικογερμανό πράκτορα, έναν καθηγητή. Οταν πήρε τη μεγάλη απόφαση να δραπετεύσει, ο Στίλερ είχε υπό την εποπτεία του 6 Δυτικούς πράκτορες και 30 «ντόπιους» Ανατολικογερμανούς, που ταξίδευαν συχνά στη Δυτική Γερμανία μεταφέροντας από τη μια πλευρά του Τείχους στην άλλη πληροφορίες και οδηγίες. Εκείνη την περίοδο, μπήκε στη ζωή του άλλη μία γυναίκα, η Χέλγκα. Ο Στίλερ την έπεισε να τον βοηθήσει και της υποσχέθηκε ότι θα φτιάξουν τη ζωή τους μαζί, στη Δύση.
Δεν της αποκάλυψε ότι ήταν παντρεμένος, ωστόσο όπως λέει ο ίδιος, ενημέρωσε τη σύζυγό του για την παράνομη σχέση του, αμέσως μετά τη γέννηση του δεύτερου παιδιού τους. Σχεδόν οκτώ μήνες πριν από τη δραπέτευσή του, ο Στίλερ έστειλε -μέσω Δυτικογερμανών συγγενών της Χέλγκα- επιστολή στις μυστικές υπηρεσίες του Δυτικού Βερολίνου (BND), προσφέροντας τη συνεργασία του. Με τις κλασικές εκείνη την εποχή μεθόδους, πράκτορας της Δύσης έκανε την πρώτη απευθείας επαφή με τον Στίλερ αφήνοντας σε πάρκο του Βερολίνου ένα δέμα με «κατασκοπευτικά αξεσουάρ». Από τον Ιούλιο του 1978 άρχισε μια τακτική επικοινωνία, με την ουσιαστική βοήθεια της Χέλγκα, τον ρόλο της οποίας «ξέχασε» παντελώς να αναφέρει ο Στίλερ στο βιβλίο του.
Με την οικογενειακή του ζωή κομμάτια, τη Στάζι στα ίχνη της Χέλγκα και την επικοινωνία με τις υπηρεσίες της Δυτικής Γερμανίας προβληματική, καταστρώθηκε το σχέδιο της μεγάλης φυγής, με κρίσιμη ημερομηνία τη 19η Ιανουαρίου 1979. Ο Στίλερ είπε «αντίο» μέσω ταχυδρομείου στη σύζυγο και τα παιδιά του, ομολογώντας στην επιστολή του ότι είναι «διπλός πράκτορας».
Στη Δύση πλέον, ο Στίλερ μεταφέρθηκε σε ένα «ασφαλές σπίτι» στην περιοχή του Μονάχου, όπου και συναντήθηκε πάλι με τη Χέλγκα, η οποία έφτασε μία ημέρα αργότερα. Η επανένωση σε καθεστώς ελευθερίας όμως σήμανε και τη διάλυση της σχέσης που τυπικά έληξε έναν χρόνο αργότερα. Η Χέλγκα ένιωσε βαθιά προδομένη από τον άνθρωπο για τον οποίο έπαιξε τη ζωή της κορόνα-γράμματα για να βοηθήσει. Επί έναν χρόνο, ο Στίλερ, που η Στάζι τού είχε δώσει την κωδική ονομασία «Τσακάλι», έκανε «ιδιαίτερα» στους Δυτικογερμανούς δίνοντας ονόματα, τοποθεσίες, μεθόδους, πληροφορίες κάθε είδους. Αυτός ήταν που αναγνώρισε τον περίφημο «άνθρωπο χωρίς πρόσωπο», τον Μάρκους Γουλφ, τον μύθο της κατασκοπίας, αυτόν που έστησε το αχανές δίκτυο πληροφοριοδοτών της Στάζι και ο οποίος μέχρι τότε ήταν φυσιογνωμικά άγνωστος στη δυτική αντικατασκοπία. Οι εξομολογήσεις του οδήγησαν στη σύλληψη και την καταδίκη πολλών, υποχρεώνοντας δεκάδες άλλους να αναζητήσουν καταφύγιο από την κομμουνιστική πλευρά του Τείχους.
Η αποστασία του Στίλερ ήταν σίγουρα ένα πραγματικό «πραξικόπημα» της Δύσης και μια οδυνηρή ήττα για την Ανατολική Γερμανία, που με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας, δίκασε και καταδίκασε ερήμην τον πρώην πράκτορά της σε θάνατο.
Ο Στίλερ, από την άλλη, φρόντισε να εξαργυρώσει στο έπακρο όλες τις επιτυχίες του και να διασκεδάσει τη ζωή του. Συνοδεία δύο σωματοφυλάκων, έκανε ένα διάλειμμα από τις συνεδρίες του με τους Δυτικογερμανούς και πετάχτηκε μέχρι τη Lago di Garda στην Ιταλία για windsurfing. Εκεί γνώρισε και μια 19χρονη, στην οποία εξομολογήθηκε σχεδόν όλη τη ζωή του, πριν τον βουτήξουν πάλι οι πράκτορες και τον μεταφέρουν πίσω στο Μόναχο σηκωτό. Καθώς κυκλοφορούσαν και πολλές φήμες ότι η Στάζι είχε στείλει δολοφόνους στο κατόπι του, ήταν φανερό ότι η Ευρώπη δεν ήταν ασφαλής για τον Στίλερ, που αναχώρησε γρήγορα για μετεγκατάσταση στις ΗΠΑ, προς μεγάλη ικανοποίηση βεβαίως της CIA. Εκεί, επί τρεις μήνες, τα είπε πάλι όλα στους Αμερικανούς πράκτορες και για τις υπηρεσίες του ανταμείφθηκε με 250.000 δολάρια και μια νέα ταυτότητα.
Εγινε ο… Κλάους Πέτερ Φίσερ, 34 χρόνων, φοιτητής στο Πανεπιστήμιο Ουάσιγκτον του Σεντ Λούις και άλλαξε εντελώς ζωή. Σπούδαζε, σχεδίαζε μια νέα καριέρα και γνώριζε όμορφα κορίτσια. Οι συμφοιτητές του ήξεραν μόνο ότι είχε βαριά γερμανική προφορά και ότι ήταν φυγάς από την κομμουνιστική Ανατολική Γερμανία, όπου εργαζόταν ως φυσικός στο Μαγδεμβούργο. Εμαθε να μιλάει αγγλικά το καλοκαίρι του 1981, λίγους μήνες πριν γραφτεί στο πανεπιστήμιο. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ήταν ένας πολύ έξυπνος άνθρωπος με «εκπληκτική μνήμη». Είχε αφήσει μουστάκι, ήταν γοητευτικός, μυώδης, με αθλητική κοψιά και ντυνόταν συνήθως με μπλουζάκια και τζιν παντελόνια, όπως όλοι οι νεαροί Αμερικανοί στο πανεπιστήμιο.
Παρότι προσαρμόστηκε αρκετά γρήγορα στη ζωή στις ΗΠΑ, νοσταλγούσε το σπίτι του πίσω στην πατρίδα και ταξίδευε συχνά μέχρι το Σικάγο μόνο και μόνο για να βλέπει τα αεροπλάνα της Λουφτχάνσα να απογειώνονται. Για να μην περιπλανιέται στις αναμνήσεις του παρελθόντος, αναζήτησε καταφύγιο στην περιπέτεια. Εμαθε να πιλοτάρει αεροπλάνο και στράφηκε σε δραστηριότητες, όπως windsurfing, πεζοπορία, scuba diving, σκι, skydiving και φυσικά το χρηματιστήριο.
Μετά τη θητεία του στον κόσμο των κατασκόπων, του φαινόταν συναρπαστικό να μαθαίνει πώς να ξεκλειδώνει πόρτες στον δαιδαλώδη κόσμο των χρηματαγορών και όταν πήρε το πτυχίο του, το 1983, έγινε ένας από τους «κυρίαρχους του Σύμπαντος», γκουρού του χρήματος, ένα από τα «χρυσά αγόρια», εξασφαλίζοντας μια θέση στο μεγάλο σχολείο της πιάτσας, την Goldman Sachs. Στη διάρκεια της μαθητείας του, γνώρισε μια νεαρή Νεοϋορκέζα και στο πρώτο τους ραντεβού, της εξομολογήθηκε τον έρωτά του και τη ζήτησε σε γάμο. Παντρεύτηκαν κι έφυγαν για το Λονδίνο, όπου άρχισε να δουλεύει ως χρηματιστής στα εκεί γραφεία της Goldman Sachs. Πήρε γρήγορα προαγωγή, έγινε επικεφαλής του τμήματος πωλήσεων στην Ευρώπη, με εξαψήφιο μισθό και το 'ριξε στην καλή ζωή: γρήγορα σπορ αυτοκίνητα, ωραίες γυναίκες και ένα σπίτι στη νότια Γαλλία, εκεί όπου παραθερίζει το διεθνές τζετ σετ.
Μέσα σε 40 χρόνια ο Στίλερ είχε καταφέρει να αλλάξει, με επιτυχία, πολλές φορές πατρίδες, ηπείρους, ζωές, ονόματα, καριέρες, συζύγους: από χωριατόπαιδο έγινε επιστήμονας, μετά πράκτορας, μετά αποστάτης, μετά φοιτητής και συγγραφέας, μετά εκατομμυριούχος χρηματιστής, πλεϊμπόι και πετυχημένος τραπεζίτης.
Με την επανένωση των δύο Γερμανιών, αποφάσισε να γυρίσει πίσω στα πάτρια εδάφη κι εγκαταστάθηκε στη Φρανκφούρτη. Εκεί δέχθηκε, ως Φίσερ, μια πολύ καλή προσφορά από έναν άλλο τραπεζικό γίγαντα, τη Lehman Brothers, πρόταση την οποία και αποδέχθηκε. Κι ενώ η καριέρα του έκανε ένα νέο λαμπρό ξεκίνημα, ο τρίτος γάμος του βούλιαζε. Η Αμερικανίδα σύζυγός του αρνήθηκε να τον ακολουθήσει από το Λονδίνο στη Φρανκφούρτη, ειδικά όταν έμαθε ότι υπήρχε ακόμα μια δεύτερη σύζυγος και δύο παιδιά που είχε εγκαταλείψει στην τότε Ανατολική Γερμανία. Σε γενικές γραμμές η επιστροφή του δεν ήταν ο θρίαμβος που περίμενε. Δεν τον υποδέχθηκαν σαν ήρωα, δεν του αναγνώρισαν δημόσια τις υπηρεσίες που προσέφερε. Για τους συμπατριώτες του φαίνεται ότι ήταν απλώς άλλος ένας τραπεζίτης.
Επιπλεόν το μετα-ψυχροπολεμικό πορτρέτο του Στίλερ άρχισε γρήγορα να χάνει τη γοητεία του. Πρώην συνάδελφοί του στην Ανατολική Γερμανία εξακολουθούσαν να τον θεωρούν προδότη, άλλοι υποστήριζαν πως οργάνωσε τη φυγή του επειδή κατάλαβε ότι δεν έχει μέλλον στη Στάζι, δεδομένης της καλής και άστατης ζωής που ήθελε να κάνει.
Στο βιβλίο του ο ίδιος αφήνει να εννοηθεί ότι κίνητρό του ήταν το μίσος του για ένα σύστημα που ήθελε να καταστρέψει.
Η αλήθεια για τον Στίλερ ήταν ένα από τα πιο καλά φυλαγμένα μυστικά του Ψυχρού Πολέμου και πιθανόν να παρέμενε μυστικό εάν ο ίδιος, ως «Φίσερ», δεν επέστρεφε στη Γερμανία, εάν ο Τύπος -μάλλον μέσω της προδομένης Ουγγαρέζας συζύγου- δεν μάθαινε ότι ο τραπεζίτης της Lehman είναι ο πρώην κατάσκοπος της Στάζι και εάν, με την πτώση του Τείχους και το άνοιγμα των αρχείων της Στάζι, η Γερμανία δεν άρχιζε να σκαλίζει το πρόσφατο παρελθόν της.
Πολλά όμως σημεία στη διαδρομή του Στίλερ παραμένουν θολά, σκοτεινά και αμφιλεγόμενα. Λέγεται ότι όταν έγραψε την ιστορία του, πούλησε τα χειρόγραφα στην BND για 150.000 δολάρια. Και ότι στην πραγματικότητα οι Δυτικογερμανοί τον ενθάρρυναν να γράψει τα απομνημονεύματά του κι αφού τα αγόρασαν τα ξαναέγραψαν και τα «συμπλήρωσαν» έτσι ώστε να συντηρείται και να αναδεικνύεται ο μύθος μπροστά από τα αληθινά γεγονότα, με στόχο να αποσυντονιστει ο εχθρός, να υποστούν μεγαλύτερο πλήγμα το ηθικό και η φήμη των «επαγγελματιών» της Στάζι και να κερδίσουν υπεραξία η ιστορία του Στίλερ και η επιτυχία της Δύσης.




