Toυ Νικόλα Ζηργάνου
Οι πρόσφατες κατηγορίες κατά του Σλοβένου πρωθυπουργού -ο οποίος στα νιάτα του ήταν αρχικά κομμουνιστής, μετά αντικαθεστωτικός και αργότερα στέλεχος του σλοβενικού κινήματος ειρήνης- δεν είναι οι μόνες που τον βαραίνουν.
Ταυτόχρονα με την υπόθεση των φινλανδικών όπλων στην οποία φέρεται να εμπλέκεται, ο Γιάνσα βρίσκεται και στο επίκεντρο μιας άλλης σκοτεινής υπόθεσης, πολύ σημαντικότερης, πολιτικά και οικονομικά, που μόλις τώρα αρχίζει να βλέπει το φως της δημοσιότητας.
Δύο Σλοβένοι δημοσιογράφοι ολοκλήρωσαν τον περασμένο μήνα μια πολυετή έρευνα για το λαθρεμπόριο όπλων κατά τη διάρκεια των πολέμων στην πρώην Γιουγκοσλαβία. Οι Ματέι Σουρτς και Μπλατζ Ζγκάγκα εξέδωσαν ένα βιβλίο με τίτλο «Στο όνομα της πατρίδας», στο οποίο περιγράφουν τον κομβικό ρόλο της Σλοβενίας στην παραβίαση του εμπάργκο όπλων που είχε επιβάλει ο ΟΗΕ στις χώρες της πρώην Γιουγκοσλαβίας κατά τη διάρκεια του πολέμου στη Βοσνία και την Κροατία.
Ρόλο-κλειδί στην παράνομη διακίνηση των όπλων είχε ο τότε υπουργός Αμυνας και νυν πρωθυπουργός, Γιάνεζ Γιάνσα.
Οι δύο ρεπόρτερ πήραν στα χέρια τους 6.000 αποχαρακτηρισμένα εσωτερικά έγγραφα που περιγράφουν την επιχείρηση παράνομου εξοπλισμού των Κροατών και των Βόσνιων μέσα από τον δίαυλο της Σλοβενίας, μια επιχείρηση που έγινε στο όνομα του κρατικού συμφέροντος της Σλοβενίας και παράλληλα απέδωσε τεράστια κέρδη σε όσους αναμείχθηκαν στην επιχείρηση.
Τα έγγραφα αφορούν την περίοδο 1991-1995. Ο Γιάνζα ήταν υπουργός Αμυνας από την ανεξαρτησία της Σλοβενίας, το 1990, έως το 1994. Οι αποκαλύψεις των δύο ρεπόρτερ αφορούν μόνον έναν από τους δρόμους του παράνομου εμπορίου όπλων προς την πρώην Γιουγκοσλαβία.
Διερευνάται η αποστολή όπλων από τη Ρωσία, την Ουκρανία, τη Βουλγαρία, την Πολωνία, ενώ δεν αναφέρεται καθόλου η αμερικανική, η ιρανική και η αραβική παράμετρος, ενός παράνομου εμπορίου που ενορχηστρώθηκε από μυστικές υπηρεσίες πολλών δυνάμεων με συμφέροντα στην περιοχή.
Σύμφωνα με τα επίσημα έγγραφα, οι λαθρέμποροι χρησιμοποιούσαν, με τη συνεργασία του υπουργείου Αμυνας της Σλοβενίας, το λιμάνι του Κόπερ, από όπου πέρασαν χιλιάδες τόνοι αμυντικού υλικού με προορισμό το Σαράγεβο και το Ζάγκρεμπ. Μόνο την περίοδο 1991-1992 ξεφορτώθηκαν στο Κόπερ τουλάχιστον 20 πλοία γεμάτα όπλα και πυρομαχικά.
Στα λιμάνια της χώρας -αντίθετα απ' ό,τι συνέβη με την Κροατία και τη Βοσνία- δεν επιβλήθηκε διεθνής τελωνειακός έλεγχος και οι αρμοδιότητες εισαγωγής αγαθών ανήκαν απολύτως στη δικαιοδοσία των τοπικών τελωνειακών αρχών. Ετσι, «στο όνομα της πατρίδας», όπως τιτλοφορείται το βιβλίο των δύο Σλοβένων ερευνητών, άνθησε το λαθρεμπόριο όπλων που τροφοδότησε τον πόλεμο στην πρώην Γιουγκοσλαβία.
Την επιχείρηση επέβλεπαν οι μυστικές υπηρεσίες της Σλοβενίας, της Κροατίας, της Βοσνίας, είχαν την έγκριση των μυστικών υπηρεσιών των χωρών απ' όπου ξεκίνησαν τα φορτία, ενώ συνεργάστηκαν κατά περίπτωση και οι μαφίες της Ιταλίας, της Αλβανίας και της Ρωσίας.
Η ανάμιξη Αμερικανών, Ιρανών, Αράβων, Ελλήνων, Γάλλων, Ρουμάνων, Ιταλών και όλων των υπόλοιπων φυλών του Ισραήλ στην παραβίαση του εμπάργκο όπλων στην πρώην Γιουγκοσλαβία που είχε επιβάλει ο ΟΗΕ δεν έχει ακόμη αποκαλυφθεί σε αυτήν την έκταση, όπως ανάγλυφα ξετυλίγεται το κουβάρι των σλοβενικών αρχείων για την περίπτωση των κατά βάση ρωσικής προέλευσης όπλων.
Το πρώτο φορτίο όπλων στο Κόπερ έφτασε στις 20 Ιουνίου 1991, μόλις μια εβδομάδα πριν από την έναρξη των εχθροπραξιών μεταξύ της Σλοβενίας και του γιουγκοσλαβικού (σερβικού) στρατού. Ηταν ένας σύντομος πόλεμος 10 ημερών που κατέληξε στην αποδοχή από το Βελιγράδι της ανεξαρτησίας της Λιουμπλιάνα.
Το φορτίο, 5.000 Καλάσνικοφ, πυρομαχικά, αντιαεροπορικοί και αντιαρματικοί πύραυλοι, μετέφερε το δανέζικο φορτηγό «Herman C. Boye», που είχε αποπλεύσει από το βουλγαρικό λιμάνι του Μπουργκάς. Η εταιρεία που πούλησε τα όπλα ήταν η κρατική Kintex και μεσάζων, μια εταιρεία με έδρα τη Βιέννη, η Stalleker. Ακολούθησε ένα φορτίο με τηλεπικοινωνιακό υλικό μάχης από τη βρετανική εταιρεία Racal, αξίας 5 εκατ. στερλινών.
Ο δρόμος για τον παράνομο εξοπλισμό της Σλοβενίας, της Κροατίας και της Βοσνίας είχε πλέον ανοίξει, καθώς σχεδόν ταυτόχρονα ξέσπασε και ο πόλεμος στην Κροατία και ένα χρόνο μετά ο πόλεμος στη Βοσνία και την Ερζεγοβίνη.
Η Δύση είχε αποφασίσει να παραβιάσει το εμπάργκο όπλων του ΟΗΕ προκειμένου να ενισχύσει στρατιωτικά τους Κροάτες και τους Βόσνιους μουσουλμάνους, ώστε να αποκατασταθεί μια ισορροπία στα πεδία των μαχών, καθώς οι Σέρβοι ήταν καλύτερα εξοπλισμένοι από τους αντιπάλους τους. Μέσα στον όλεθρο, κάποιοι είδαν και εκμεταλλεύτηκαν την ευκαιρία για «δουλειές».




