Ιστορία που εκτυλίσσεται δυο τρεις δεκαετίες πριν από το 1900 αφηγούμαι, με πρωταγωνίστρια μια αδιαμφισβητήτως χειραφετημένη γυναίκα. Αδελφή του Λεφτεραντώνη, πατέρα του Δημητράκη, και τση προλαλάς μου τση Μπέαινας, η Λεφτερομαριά παίρνει τη ζωή στα χέρια της σε μια εξόχως συντηρητική εποχή· όπου η γυναίκα οφείλει απόλυτη υπακοή στο ισχυρό φύλο. Δεν ήθελε τον Λιουδογιάννη που την εγάπα, επειδή ήταν κοντός και ως γεωργός δεν επεδείκνυε ιδιαίτερη έφεση στην κλεψά. Νοστιμευόταν αντιθέτως έναν λεβεντόκορμο πρωτοκλέφτη που κι εκείνος φαινόταν τσιμπημένος μαζί της. «Τα παίζανε» ένα μικρό διάστημα, κατά τα χρηστά ήθη του χωριού, ώσπου
Περισσότερα.. »Ντε και καλά, οι κεφαλές της εθνοσωτηρίου διμούτσουνης οχιάς θέλουν να δίνουν την εντύπωση ότι συμβιώνουν αρμονικά. Ελα μου όμως που δεν είναι τόσο εύκολο. Ανοίγει το μάτι του ο Βαγγέλης, βλέπει φάτσα φόρα τον Αντωνάκη και το ξανακλείνει αηδιασμένος. Αποφεύγει να κοιτάξει προς τ' αριστερά ο Αντουάν, αλλά η περιφερειακή του όραση συλλαμβάνει την ευμεγέθη μάπα του Βάγγου που του προκαλεί αναγούλα. Μέμφεται ο καθένας τον εαυτό του για την κακή του τύχη, αλλά ας όψεται η τρόικα που τους ανάγκασε να συγκατοικήσουν, και μάλιστα στο σώμα του κατηραμένου όφεως. Την πρόταση μομφής
Περισσότερα.. »Στο Εφετείο Αθηνών, στη συμβολή Κυρίλλου Λουκάρεως και Αλεξάνδρας, εκεί που στεγαζόταν άλλοτε το ευαγές ίδρυμα των Φυλακών Αβέρωφ, συναθροίζεται καθημερινώς θέλοντας και μη ένα πολύβουο πλήθος: κλέφτες, αστυνόμοι, σιδηροδέσμιοι κατηγορούμενοι, εναγόμενοι αμολητοί και λυμένοι, ενάγοντες, αυτόπτες παρατηρητές, αυτήκοοι ωτακουστές, ψευδομάρτυρες, γονείς, αδέλφια, φίλοι και γνωστοί των δραστών, αθώοι, ένοχοι, δικολάβοι, συνήγοροι, δικαστές, εισαγγελείς, γραμματείς και Φαρισαίοι. Ολοι ψάχνουν το δίκιο τους, ορισμένοι το χάνουν, άλλοι το βρίσκουν, κάποια στιγμή ωστόσο απαξάπαντες πεινούν και διψούν και τότε κατευθύνονται αναγκαστικά προς το κυλικείο, όπου τους περιμένει ψυχρολουσία. Ντελβές ακριβότερος από μαύρο χαβιάρι. Κουρού μπουγάτσα σε
Περισσότερα.. »Στους ζωγραφισμένους τοίχους των ταβερνείων της παλιάς Αθήνας, που πρόλαβα κι εγώ στα χρόνια της ένοχης αθωότητας μιας παρατεταμένης εφηβείας, κυριαρχούσε ο χαρακτηριστικός τύπος του βαρελόφρονα. Οινοβαρής, με κατακόκκινα τριανταφυλλένια μάγουλα, τσιγκελωτή μουστάκα και κοιλιά ώς τα γόνατα, κρατούσε στο δεξί μια μπουκάλα κρασί και με τ' αριστερό κρατιόταν απ' τους φανοστάτες για να μη σωριαστεί φαρδύς-πλατύς στα ρείθρα του πεζοδρομίου. Η λαϊκή φαντασία τού έβαζε στο στόμα σπαρταριστές ατάκες σε εκκρεμή συννεφάκια, όχι απ' αυτά των μετέωρων, της βροχής, του καιρού και του εφήμερου· απ' τ' άλλα, που μετέρχονται συνήθως οι καρικατουρίστες στα κόμικς
Περισσότερα.. »120 τρελοί μέσες άκρες, απλήρωτοι ή απολυμένοι από την πάλαι ποτέ «Ελευθεροτυπία» και άλλα ευαγή ιδρύματα του Τύπου, για να μη σαλτάρουμε, κάναμε την αποκοτιά να κρεμαστούμε… Στα μανταλάκια. Ετσι, πριν από ένα έτος ακριβώς, στις 5 Νοεμβρίου 2012, από τις πτυχώσεις της καρδιάς μας και της ψυχής μας τις φυλλωσιές, με πολύ μεράκι και κέφι, έκανε την εμφάνισή του στα περίπτερα το φύλλο που κρατάτε στα χέρια σας, η «Εφημερίδα των Συντακτών». Επρόκειτο όντως για τρέλα. Φίλοι και γνωστοί προσπαθούσαν να προσγειώσουν τους αιθεροβάμονες που πίστευαν ότι με ένα χιλιάρικο κεφάλαιο ο καθένας
Περισσότερα.. »Ω απέραντη νοσταλγία για κάτι που ποτέ δεν ζήσαμε/ κι όμως αυτό υπήρξε όλη η ζωή μας. Χαρακτηρίζεται ποιητής γυμνός και μετέωρος. Καλή ώρα. Επιτρέψατέ μου λοιπόν την οικειότητα. Γεννιέται στην Αθήνα το βράδυ της Λαμπρής του 1922. 20 Απριλίου. Γι' αυτό οι γονείς του Λύσανδρος και Βασιλική Κοντοπούλου, με καταγωγή από την Κοντοβάζαινα Αρκαδίας, πριν από το βαπτιστικό Παντελεήμονας προσθέτουν το Αναστάσιος. Θα μπορούσαν να τον βγάλουν και Λάμπρο. Το 1940 εισάγεται στη Νομική Αθηνών. Απορρίπτει γρήγορα τις σχοινοτενείς δικηγορίστικες περιφράσεις και δίνεται ολοκληρωτικά στον ποιητικό λόγο. Προηγουμένως εντάσσεται στην ΕΠΟΝ κοινωνώντας την περιπέτεια
Περισσότερα.. »Κάτι κουρασμένα παλικαρόπουλα δούλευαν ήλιο με ήλιο στη φόρτωση του σμυριγλιού με μισής ώρας μόνο διάλειμμα για κολατσιό. Το όρος Ζας τσ’ Αμμόμαξης (Αμμων Ζευς) κρύβει στα σπλάχνα του τη μαύρη πέτρα, χρυσάφι προπολεμικά για τα έξι σμυριδοχώρια της Νάξου αλλά και για την εθνική οικονομία. Το 1928 κατασκευάστηκε εναέριος σιδηρόδρομος που κατέβαζε το πολύτιμο πέτρωμα από το βουνό στον όρμο της Μουτσούνας. Ο «αέριος», όπως τον έλεγαν, κατέληγε στο Προαύλιο. Από κει η σμύριδα στοιβαζόταν σε μαούνες και μεταφερόταν σε μεγάλα πλοία, δεμένα αρόδο στο απάνεμο λιμάνι. Από το βαφτιστικό Σώζος του πατέρα
Περισσότερα.. »Τον πληθυντικό μετέρχομαι πάντοτε κουβεντιάζοντας με τους άλλους καθώς τις περισσότερες ώρες, όντας σουρωμένος, τους βλέπω διπλούς. Κατά την επώδυνη διαδικασία του ξενερώματος δεν νιώθω ποτέ σίγουρος για τίποτα· μετέωρος, βλέπετε. Τότε το δεύτερο πρόσωπο ευγενείας ή αγένειας, όπως το πάρετε, με βολεύει αφάνταστα. Ούτως ή άλλως, αμφότερες οι λέξεις παραπέμπουν στο γένι, στο μούσι, πά’ να πει, στο ψέμα και την υποκρισία. Τις σπάνιες φορές που μένω νηφάλιος διαισθάνομαι ότι οι συνομιλητές μου κρατούν ενδομύχως κρυμμένο έναν δεύτερο εαυτό, οπότε με το «εσείς» απευθύνομαι μια χαρά και στους δυο. Αν και κουβαλώ εξ
Περισσότερα.. »Ενθερμος θαυμαστής, καθότι ιδιώτης, της ιδιωτικής πρωτοβουλίας και αμετάπειστος λάτρης των εθνικών επετείων ο ανθυγιεινός περί την Υγεία υπουργός αρέσκεται να παρελαύνει στα κανάλια απ’ τ’ άγρια χαράματα, όπως άλλοτε εις τας οδούς ο αδέσποτος και δεσποτικός δεσπότης Θεσσαλονίκης Ανθιμος, στη γενειάδα του οποίου τσουκνίδες και γαϊδουράγκαθα παριστάνουν τα άνθη. Οι λογής λογής εκπομπάρχες έχουν κάθε λόγο να ανθίζουν και να πετάνε τη σκούφια τους με τις πομπές του Αδ-όνειδος καθώς γνωρίζουν καλύτερα απ’ τον καθένα πως τα νούμερα του δημόσιου βίου εκτοξεύουν την τηλεθέαση των διαύλων τους στους ουρανούς. Συνωθείται ολόκληρος η επικαιρότητα
Περισσότερα.. »Σπουδάζει ηλεκτριστής, όπως λένε στον καιρό του τους ηλεκτρολόγους, αλλά, εκτός από ένα μικρό διάστημα που δουλεύει στο εργοστάσιο Λιπασμάτων στη Δραπετσώνα, δεν ασκεί το επάγγελμα. Πιτσιρίκος ακόμα καταπιάνεται με το μαντολίνο, την κιθάρα, το βιολί κι αργότερα με το μπουζούκι και τον μπαγλαμά. Στα 1925 διασκευάζει την περίφημη ιταλική οπερέτα «Μπαγιαντέρα» για λαϊκή ορχήστρα. Αγνοούμε την απήχηση της πρωτοποριακής σύνθεσης στα μουσικά στέκια του προπολεμικού Πειραιά. Το εγχείρημα ωστόσο του χαρίζει το προσωνύμιο με το οποίο είναι ευρύτερα γνωστός ίσαμε σήμερα: Μπαγιαντέρας. Ο Δημήτρης Γκόγκος, όπως είναι γραμμένος στο ληξιαρχείο, γεννιέται στο Χατζηκυριάκειο το
Περισσότερα.. »Ούτε ο ίδιος ο Λουδοβίκος των Ανωγείων δεν θα μπορούσε να φανταστεί πως εστιάζει στο επίκεντρο της ελληνικής τραγωδίας με τους στίχους «το όχι αποκοιμήθηκε στην αγκαλιά τού ναι». Το σκεφτόμουν απολαμβάνοντας μια απ’ τις εμφανίσεις του κάθε Πέμπτη στην «Απανεμιά», όπου τραγούδια του, συνδυασμένα με αξέχαστες μελωδίες του Μάνου Χατζιδάκι, αναβιώνουν τη μαγική ατμόσφαιρα της παλιάς μπουάτ. Ο Κρητικός καλλιτέχνης έχει το χάρισμα να συλλαμβάνει τα σκιρτήματα των μικρών καθημερινών στιγμών, να τα φωτίζει κατόπιν με τη λάμψη αρχέγονων προβολέων από ερεβώδη σπήλαια του Ψηλορείτη, δημιουργώντας απρόβλεπτα, αιρετικά και εξόχως ποιητικά αποφθέγματα. «Πανσέληνος είναι
Περισσότερα.. »Λένε πως τέτοιες μέρες το 1917 πυροδοτήθηκε η Οκτωβριανή Επανάσταση. Ψέμα. Η επέλαση προς τον ουρανό των Ρώσων εργατών και των απόκληρων όλου του κόσμου ξεκινά στις 7 Νοεμβρίου, σύμφωνα με το νέο ημερολόγιο. Γι’ αυτό πολλοί την αποκαλούν Νοεμβριανή. Στις 25 Οκτωβρίου ωστόσο, με το ημερολόγιο που ίσχυε τότε, η εξουσία στην αχανή χώρα περνά ολοκληρωτικά στα σοβιέτ. Νοεμβριανή ή Οκτωβριανή, η κατάληψη των ανακτόρων του τσάρου από τους προλετάριους ανατρέπει τον ρου της ιστορίας. Στα ημερολόγια θα κολλούσε; Εκτακτο διάταγμα του 2ου Συνεδρίου των Σοβιέτ, που συνέρχεται στο Σμόλνι, ορίζει ότι: «Η
Περισσότερα.. »Δυο φιλιά σου κι ένα χάδι/ ένα πικραμένο βράδυ/ μου ταράξαν της ψυχής μου τη γαλήνη./ Παραδόθηκα σε σένα,/ δεν λογάριασα κανένα/ κι είπα τώρα ό,τι θέλει ας γίνει. Αθάνατο άσμα, πρωτοτραγουδισμένο το 1958 από τη Γιώτα Λύδια σε στίχους και μουσική του Απόστολου Καλδάρα. Ακολούθησαν δεκάδες εκτελέσεις. Βίκυ Μοσχολιού, Λίτσα Διαμάντη, Χαρούλα Αλεξίου, Πάριος, Βοσκόπουλος, Γιώτα Νέγκα και δεν συμμαζεύεται. Ρεφρέν και κουπλέ διεισδύουν με απαράμιλλο τρόπο στα πάθη και τις σκοτούρες ενός αδιέξοδου έρωτα. Ενας Καλδάρας στα καλύτερά του, φλερτάρει την αιωνιότητα. Η γνήσια λαϊκή μελωδία έχει ακουστεί σε μεγάλες και μικρές
Περισσότερα.. »Τα εξ αμάξης του ’χουμε σούρει. Αυτόματο πωλητή βιβλίων τον ανεβάζουμε, πετροκότσυφα της τιβί και μπούφο του Κοινοβουλίου. Σαχλαμαράκια και ντροπή του δημόσιου βίου τον κατεβάζουμε. Φαυλεπίφαυλο, που του ταιριάζει γάντι τόσο το σημαινόμενον όσο το έτυμον της λέξεως, καθώς ο φαύλος προέρχεται από το φλύω (= φλυαρώ). Και φανταστείτε ότι ασχολούμαστε ελαχίστως με την αφεντομουτσουνάρα του, συμμεριζόμενοι την αρχή του Στάνισλαβ Λεκ, που διατείνεται ότι: «Μεγαλύτερος ηλίθιος απ’ αυτόν που τα ξέρει όλα είναι αυτός που διαφωνεί μαζί του». Ο λόγος περί Αδ-όνειδος, ο οποίος ουδόλως πτοείται από τις αιτιάσεις μας. Σε τηλεοπτική
Περισσότερα.. »© 2026 Εφημερίδα των Συντακτών | ΟΡΟΙ ΧΡΗΣΗΣ